«Δεν μπορείς να πεις ότι δεν υπάρχουν καθόλου καύσιμα. Αλλά είναι προφανές ότι υπάρχει κρίση», λέει ο Όλεγκ Γκριγκορένκο, αρχισυντάκτης της ρωσικής ανεξάρτητης ειδησεογραφικής πύλης 7×7, την οποία η Ρωσία έχει χαρακτηρίσει «ξένο πράκτορα». Και όπως εξηγεί ο ίδιος, το γεγονός ότι μπορεί να φύγεις από την πόλη και δεν ξέρεις εάν θα μπορείς να επιστρέψεις «δεν είναι απλώς ένα προσωπικό πρόβλημα, αλλά και οικονομικό».
Ο Γκριγκορένκο αναφέρει ότι σε αρκετές περιοχές οδηγοί ταξί, υπηρεσίες ταχυμεταφορών και ο κατασκευαστικός κλάδος χάνουν μέρος της δουλειάς τους, καθώς πολλές από τις αλυσίδες εφοδιασμού τους εξαρτώνται από τα καύσιμα. Σύμφωνα με τοπικά μέσα ενημέρωσης, οι άνθρωποι αναγκάζονται επίσης να περιμένουν σε ουρές για ώρες στα πρατήρια καυσίμων στη νότια ρωσική περιφέρεια του Κρασνοντάρ. Οι αρχές αποδίδουν την κατάσταση σε μια υποτιθέμενη αύξηση της ζήτησης κατά την περίοδο των διακοπών.
Ωστόσο, πολλοί κάτοικοι λένε ότι η φετινή θερινή περίοδος είναι καταστροφική. Ο μεσίτης Ιγκόρ Ζακχαρτσένκο από το Σότσι έγραψε στο Instagram: «Με την ήρεμη ατμόσφαιρα και τους χαλαρούς ρυθμούς ζωής του, το Σότσι σήμερα θυμίζει την εποχή πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, όταν υπήρχαν ακόμη λίγα αυτοκίνητα στους δρόμους και η πόλη είχε πολύ λιγότερους παραθεριστές και κατοίκους. Αλλά το θέμα είναι το εξής: δεν υπάρχει βενζίνη στο Σότσι».
Καύσιμα κακής ποιότητας
Μιλώντας στον ρωσικό τηλεοπτικό σταθμό RTVI, ο Ίγκορ Ανάνσκικ, πρώτος αναπληρωτής πρόεδρος της επιτροπής ενέργειας του ρωσικού κοινοβουλίου, δήλωσε ότι αναμένει πως η κατάσταση στον εφοδιασμό με βενζίνη θα ομαλοποιηθεί μέσα σε δύο έως τρεις εβδομάδες.
Ο οικονομολόγος Νικολάι Κορζενέφσκι πάντως το θεωρεί απίθανο. Ο ίδιος έφυγε από τη Ρωσία σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τον πόλεμο εναντίον της Ουκρανίας και τώρα ζει στο εξωτερικό. Σε συνέντευξή του στην DW επισήμανε την επιδείνωση της ποιότητας των καυσίμων στη Ρωσία. Γνωστοί του τού είχαν στείλει φωτογραφίες από τα αυτοκίνητά τους, όπου εμφανίζονταν μηνύματα σφάλματος που υποδεικνύουν βλάβη στον κινητήρα εξαιτίας προσμείξεων στα καύσιμα.
«Το αυτοκίνητο δεν παίρνει μπροστά και πρέπει να πάει στο συνεργείο. Οι ίδιοι άνθρωποι μου λένε ότι τα συνεργεία έχουν λίστες αναμονής αρκετών μηνών, ακόμα και στη Μόσχα», λέει ο Κορζενέφσκι. «Και στη συνέχεια πρέπει να περιμένεις ξανά μήνες για ανταλλακτικά. Προφανώς ορισμένα οχήματα δεν αντέχουν τη βενζίνη που μπαίνει στα ρεζερβουάρ τους».
Ο ειδικός βλέπει τα συνεχιζόμενα προβλήματα στη βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου ως προάγγελο μιας πολύ μεγαλύτερης και παρατεταμένης κρίσης.
Οι εξαγωγές πετρελαίου της Ρωσίας έχουν μειωθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου περισσότερο από ποτέ άλλοτε, σύμφωνα με το Bloomberg News. Την ίδια στιγμή έχει μειωθεί και η παραγωγή πετρελαίου.
«Το 2019 η Ρωσία παρήγαγε 11,5 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα», λέει ο Κορζενέφσκι. «Σήμερα η παραγωγή είναι λιγότερα από 9 εκατομμύρια. Εάν συνεχιστεί αυτή η τάση και επιδεινωθούν τα προβλήματα στη διύλιση πετρελαίου, μπορεί να πέσει στα 8 εκατομμύρια βαρέλια. Και αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια ολοκληρωτική οικονομική και συστημική κρίση».
Ο ειδικός δεν βλέπει καμία άμεση λύση σε αυτά τα προβλήματα. Στην πραγματικότητα θεωρεί ότι η Ρωσία ακολουθεί μια πορεία παρόμοια με εκείνη της Βενεζουέλας, μιας οικονομίας στην οποία το εθνικό εισόδημα βρίσκεται σε χρόνια πτώση.
Οι εισαγωγές δεν μπορούν να λύσουν το πρόβλημα
Οι ρωσικές αρχές προτείνουν να αντιμετωπίσουν τις ελλείψεις καυσίμων με εισαγωγές από την Ινδία, την Κίνα ή άλλες χώρες. Όμως ο Βιάτσεσλαβ Σιριάεφ, Ρώσος οικονομικός δημοσιογράφος που επίσης ζει πλέον στο εξωτερικό, επισημαίνει πως κάτι τέτοιο δεν είναι βιώσιμο.
Δεδομένης της σημερινής απομόνωσης της Ρωσίας, είναι αδύνατο να εξασφαλιστεί καθημερινός εφοδιασμός 200.000 τόνων καυσίμων – όση δηλαδή η ποσότητα βενζίνης και ντίζελ που χρειάζεται καθημερινά η Ρωσία. Ο Σιριάεφ, ο οποίος τάχθηκε δημόσια κατά του πολέμου στην Ουκρανία, βρίσκεται επίσης στον κατάλογο των λεγόμενων «ξένων πρακτόρων» των ρωσικών αρχών.
Ένας ακόμα Ρώσος οικονομολόγος που βρίσκεται σε αυτόν τον κατάλογο είναι ο Ίγκορ Λίπσιτς. Ο τελευταίος αναφέρει στην DW μία ακόμα πτυχή του ζητήματος: τα κατεστραμμένα διυλιστήρια δεν μπορούν να αποκατασταθούν γρήγορα και παραμένουν ευάλωτα σε νέες αεροπορικές επιθέσεις.
Γι’ αυτό, όπως λέει, οι αρχές περιορίζουν ήδη την κατανάλωση καυσίμων. Τα οχήματα των δημοτικών υπηρεσιών – στις υγειονομικές, διασωστικές, αστυνομικές και πυροσβεστικές υπηρεσίες – επιτρέπεται να παρακάμπτουν τις ουρές και να ανεφοδιάζονται. Το ίδιο ισχύει και για το προσωπικό ασφαλείας και άλλες αρχές.
«Αυτό συμβαίνει μπροστά στα μάτια ανθρώπων που έχουν περιμένει για ώρες και προκαλεί μεγάλη δυσαρέσκεια», λέει ο Λίπσιτς, επικριτής του Κρεμλίνου, ο οποίος εγκατέλειψε τη διδακτική του θέση στην Ανώτατη Σχολή Οικονομικών της Μόσχας εξαιτίας των αυξανόμενων πολιτικών πιέσεων. Και ο Λίπσιτς ζει πλέον εξόριστος στην Ευρώπη.
Για τον ίδιο, οι σημερινές εξελίξεις στη Ρωσία θυμίζουν έντονα την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.
«Υπήρχαν ειδικά συστήματα εφοδιασμού για την ελίτ, δικά τους καταστήματα και αποθήκες όπου μπορούσαν να αγοράσουν ό,τι ήθελαν χωρίς μεγάλη δυσκολία, χωρίς να περιμένουν στην ουρά και σε σχετικά χαμηλές τιμές. Αυτό εξόργιζε πολύ τους Ρώσους», θυμάται ο οικονομολόγος. «Όταν ο Γιέλτσιν ανακοίνωσε ότι επρόκειτο να καταργήσει αυτά τα κλειστά κέντρα διανομής, ο κόσμος τον υποστήριξε με ενθουσιασμό. Τώρα βρισκόμαστε σε μία παρόμοια κατάσταση».
Ο Λίπσιτς λέει πως στη Ρωσία διαμορφώνεται ένα κλειστό σύστημα διανομής καυσίμων, το οποίο θα καταστήσει πολυτέλεια τη δυνατότητα να οδηγεί κανείς αυτοκίνητο.
Το «κλειδί» για τον τερματισμό του πολέμου;
Ο Σιριάεφ πιστεύει πως οι ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικούς στόχους που εξυπηρετούν τόσο στρατιωτικούς όσο και πολιτικούς σκοπούς θα μπορούσαν να παραλύσουν τη ρωσική οικονομία και να επιταχύνουν τον τερματισμό του πολέμου. Ο οικονομολόγος εκτιμά ότι ο πόλεμος θα τελείωνε μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες, εάν η Δύση υποστήριζε την Ουκρανία ώστε να διπλασιάσει ή να τριπλασιάσει την ένταση των επιθέσεών της.
«Η Ουκρανία θα μπορούσε να προκαλέσει αποδιοργάνωση και χάος στο εσωτερικό της Ρωσίας, με αποτέλεσμα την πλήρη απώλεια ελέγχου», τονίζει ο Σιριάεφ. Θεωρεί μάλιστα ότι η έλλειψη καυσίμων θα μπορούσε να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο και στην υπονόμευση της σταθερότητας του καθεστώτος του Πούτιν.
«Εάν δεν υπάρχει ντίζελ, το ρωσικό σιδηροδρομικό δίκτυο των 6.000 χιλιομέτρων ακινητοποιείται», εξηγεί. «Θα μπορούσαν επίσης να παραλύσουν εκατοντάδες εργοστάσια και επιχειρήσεις. Δεκάδες χιλιάδες φορτηγά θα ακινητοποιούνταν, τα τρόφιμα δεν θα έφταναν στα καταστήματα και οι αγρότες δεν θα μπορούσαν να πουλήσουν τις καλλιέργειές τους».
Ο Σιριάεφ λέει ότι όλα αυτά θα μπορούσαν να έχουν ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των σχεδίων του Πούτιν να συνεχίσει τον πόλεμο. «Εάν η Ουκρανία καταστρέψει ολόκληρη την υποδομή διύλισης πετρελαίου, ο Πούτιν θα διαπιστώσει πως, όταν δίνει μια εντολή, αυτή δεν εκτελείται», προβλέπει ο οικονομολόγος. Λόγω της έλλειψης καυσίμων θα μπορούσαν, επομένως, να ακινητοποιηθούν τα πάντα.
Επιμέλεια: Γιώργος Πασσάς






