Σήμερα ο κόσμος σπαταλάει άδικα το χρόνο του εδώ κι εκεί

Συνέντευξη του συγγραφέα Φίλιππου Φιλίππου στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη.

 

Τι να γράψεις για έναν σπουδαίο δημιουργό  που η συγγραφήΦΙΛΙΠΠΟΥ αποτελεί την πιο σπουδαία του απασχόληση και που δουλεύει ασταμάτητα γιατί αγαπά την τέχνη της γραφής. Ο Φίλιππος Φιλίππου είναι όμως και δεινός κολυμβητής αλλά και λάτρης της μουσικής και του κινηματογράφου. Του αρέσουν, ακόμη,  τα ταξίδια γιατί «βοηθούν  το μυαλό και οι εικόνες που προσφέρουν είναι ανεκτίμητες». Σε μια εκ βαθέων συζήτηση ο Φίλιππος Φιλίππου καταφέρνει να μας κερδίσει με την απλότητά του. Για αυτό και θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ελληνικής λογοτεχνίας.

 

Από ποια ηλικία ξεκινήσατε να διαβάζετε αστυνομικά μυθιστορήματα; Ποια ήταν τα πρώτα σας αναγνώσματα;

 

Τα πρώτα μου εξωσχολικά διαβάσματα τα έκανα ως μαθητής δημοτικού. Τότε δεν διαθέταμε χρήματα για βιβλία, επιπλέον δεν υπήρχαν βιβλιοπωλεία στον τόπο όπου έμενα. Τα βιβλία κυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι και ήταν κυρίως περιπετειώδη και αισθηματικά, Οι Άθλιοι του Ουγκό, Η ωραία του Πέραν του Τυμφρηστού, Ρωμαίος και Ιουλιέτα του Σαίξπηρ. Εμείς τα παιδιά όμως διαβάζαμε περιοδικά για νέους, όπως τον Μικρό Ήρωα, τον Γκαούρ-Ταρζάν, τον Υπεράνθρωπο, τον Γκρέκο, που αγοράζαμε από τα περίπτερα και τα ψιλικατζίδικα. Οι μεγαλύτεροι διάβαζαν το περιοδικό Μάσκα, με αστυνομικά διηγήματα. Όλα αυτά τα αναγνώσματα επηρέασαν τον ψυχισμό μου: οι ήρωες ήταν γενναίοι, ήταν καλοί, ήταν τίμιοι και γι’ αυτό στο τέλος νικούσαν τους κακούς. Στη ζωή βέβαια δεν συμβαίνουν αυτά, οι καλοί σπανίως νικούν και οι κακοί νικούν σχεδόν πάντα.

 

Ποιοι ήταν οι ήρωες αυτών των βιβλίων και τι αντίκρισμα είχαν στην δική σας νεολαία;

 

 Ένας από τους καλούς ήρωες ήταν και ο Ζορρό, ο άνθρωπος με τη μάσκα που πάντα ξέφευγε από τους διώκτες του και απένειμε δικαιοσύνη: οι φτωχοί τον λάτρευαν. Τον λάτρευαν και τα νεαρά Ελληνόπουλα. Άλλοι ήταν ο Γερόλυκος, ήρωας σε γουέστερν περιπέτειες, ο Ντετέκτιβ Χ, ο Φεγγαροκέφαλος, ο Πράκτωρ 5, όλοι ξεχασμένοι σήμερα.

 

 Πέρα από τα αστυνομικά μυθιστορήματα που διαβάσατε  υπήρχαν και οι κινηματογραφικές ταινίες . Βοήθησαν και αυτές στην καλλιέργεια αλλά και στην ανάπτυξη της φαντασίας για να αρχίσετε να γράφετε αστυνομικά μυθιστορήματα;

 

Ταινίες άρχισα να βλέπω στο γυμνάσιο και δεν ήταν αστυνομικές, ήταν ελληνικές, δραματικές, της Φίνος Φιλμ, με τον Αλεξανδράκη, τον Κούρκουλο, τη Λάσκαρη, την Καρέζη. Οπότε ο κινηματογράφος δεν μ’ έχει επηρεάσει καθόλου. Μ’ έχει επηρεάσει μόνο η λογοτεχνία,  η αστυνομική και η άλλη, η λεγόμενη σοβαρή, η κλασική δηλαδή.

 

 Από το πρώτο σας αστυνομικό μυθιστόρημα «Κύκλος θανάτου», που εκδόθηκε το 1987 ξεκινήσατε το μεγάλο ταξίδι με το αστυνομικό μυθιστόρημα. Ποιες ήταν τότε οι κριτικές για το πρώτο σας έργο;

 

Τη δεκαετία του 1980 οι έλληνες εκδότες άρχισαν να εκδίδουν αστυνομικά βιβλία ξένων συγγραφέων. Επρόκειτο για προσεγμένες εκδόσεις σε καλό χαρτί, με όμορφα εξώφυλλα, εξαιρετική επιμέλεια, με εισαγωγές, επίμετρα και βιβλιογραφία. Η πιο καλή αστυνομική σειρά ήταν της Άγρας. Τότε οι εκδόσεις Λιβάνη έβγαζαν βιβλία της Άγκαθα Κρίστι, της Πατρίσια Χάισμιθ, του Κόρνελ Γούλριτς. Πρότεινα, λοιπόν στον εκδότη να γράψω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα και δέχτηκε να το εκδώσει. Τότε στρώθηκα στη δουλειά. Διάβασα πολλά βιβλία του Γιάννη Μαρή που ήταν αρκετά δημοφιλής τις δεκαετίες του 1960 και 1970, τα βιβλία του κυκλοφορούσαν σε σχήμα τσέπης από την Ατλαντίς-Πεχλιβανίδης και τα μυθιστορήματα του δημοσιεύονταν στις εφημερίδες Ακρόπολις και Απογευματινή. Ξαναδιάβασα Ρέιμοντ Τσάντλερ και Τζέιμς Τσέιζ και Ζορζ Σιμενόν που τους είχα διαβάσει στη νεότητά μου. Έτσι προέκυψε το Κύκλος θανάτου, ένα από τα πρώτα ελληνικά αστυνομικά μυθιστορήματα της μετά το Γιάννη Μαρή εποχής. Οι κριτικοί δεν ενδιαφέρθηκαν γι’ αυτό. Πέρασαν πολλά χρόνια για ν’ αρχίσουν ν’ ασχολούνται οι ελληνικές εφημερίδες με αστυνομικά βιβλία. Τότε τα θεωρούσαν παραλογοτεχνία, όπως ακριβώς και την εποχή του Μαρή, ο οποίος τον καιρό που διαβαζόταν μετά μανίας δεν αξιώθηκε μιας εμπεριστατωμένης κριτικής παρουσίασης των έργων του.

 

Έχουν περάσει σχεδόν τριάντα χρόνια από τότε. Πέρα από τα αστυνομικά  έχετε γράψει βιογραφίες κοινωνικά και ιστορικά μυθιστορήματα. Είσαστε ευχαριστημένος από αυτή την πορεία;

 

Έχω γράψει βιβλία ποικίλων ειδών, δεν έχω τυποποιηθεί. Θα μπορούσα να γράφω μόνο αστυνομικά, όπως κάνουν σήμερα πολλοί ομότεχνοί μου, χρησιμοποιώντας τον ίδιο πάντα ήρωα. Θα ήταν κουραστικό και για μένα και για τους αναγνώστες. Έγραψα λοιπόν βιβλία για το Νίκο Καββαδία, το Ντίνο Θεοτόκη, τον Καβάφη, τον Καζαντζάκη και τον Ζορμπά, τον Οδυσσέα Ελύτη και το Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Πρόκειται για προσωπικότητες που με έχουν συγκινήσει είτε εξαιτίας της ζωής τους είτε λόγω του έργου τους. Δεν θα μπορούσα να γράψω μυθιστόρημα, βιογραφία, διήγημα ή άρθρο για κάποιον που δεν με συγκινεί, ή μου είναι αδιάφορος. Αν είμαι ευχαριστημένος; Ναι, είμαι, μολονότι νομίζω πως έχω πολύ δρόμο να διανύσω ακόμα στη λογοτεχνία. Δεν είμαι όμως ευχαριστημένος από το αναγνωστικό κοινό που δεν διαβάζει γενικά ή διαβάζει λίγο ή διαβάζει βιβλία που δεν του προσφέρουν τίποτα. Αλλά για να διαβάζουν βιβλία μιας χρήσης κάτι θα εισπράττουν, κι ας μην το καταλαβαίνω εγώ.

 

Διαβάζουν οι Έλληνες αστυνομικά μυθιστορήματα; Ποιοι είναι ο εκπρόσωποι αυτού του είδους στην Ελλάδα;

 

Το ελληνικό αναγνωστικό κοινό είναι μικρό, περιορισμένο, αδιάφορο για τα βιβλία παντός είδους. Εδώ οι Έλληνες δεν διαβάζουν εφημερίδες που γράφουν για πράγματα τα οποία αφορούν τη ζωή τους, είτε σε περιόδους ευημερίας είτε σε εποχές οικονομικής κρίσης, όπως τώρα, και θα διαβάσουν βιβλία; Αυτό το κοινό αποτελείται κυρίως από γυναίκες, οι οποίες κατά πλειονότητα διαβάζουν λογοτεχνία και λίγους άντρες, οι οποίοι αρέσκονται στα ιστορικά βιβλία. Επομένως, το κοινό της αστυνομικής λογοτεχνίας είναι πολύ μικρό, και ας νομίζει ο κόσμος πως είναι μεγάλο επειδή εκδίδονται πολλά αστυνομικά βιβλία, Ελλήνων και ξένων. Κάποτε ο Μαρής διαβαζόταν από δεκάδες χιλιάδες αναγνώστες, τότε όμως δεν υπήρχε η τηλεόραση, ούτε το ίντερνετ, ούτε οι καφετέριες και τα γυμναστήρια. . Ονόματα συγγραφέων που ξεχωρίζουν δεν μπορώ να αναφέρω. Έχουμε φτιάξει οι αστυνομικοί συγγραφείς μια λέσχη, την Ελληνική Λέσχη Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας, με γύρω στα σαράντα μέλη, και είναι άδικο να μνημονεύσω ορισμένους από αυτούς. Ανάμεσά τους βρίσκονται και γυναίκες, δεν θα μπορούσαν βέβαια να λείψουν. Αναφέρω μόνο την Αθηνά Κακούρη, την «Άγκαθα Κρίστι της Ελλάδας», όπως την έχουν αποκαλέσει, και την Τιτίνα Δανέλλη, την πρώτη Ελληνίδα αστυνομική συγγραφέα που εμφανίστηκε στο προσκήνιο μετά το θάνατο του Μαρή.

 

Το νέο σας βιβλίο εκδόθηκε από τον κυπριακό εκδοτικό οίκο ΑΙΓΑΙΟΝ. Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία;

 

 Το νέο μου βιβλίο Η κόρη του εφοπλιστή εκδόθηκε από τον οίκο Αιγαίον της Λευκωσίας. Δεν είναι καθόλου παράξενο αυτό. Δέχτηκα απλώς την πρόταση του φίλου μου Κρίτωνα Σαλπιγκτή, κατοίκου Θεσσαλονίκης, υπεύθυνου της σειράς «Αστυνομική Βιβλιοθήκη», συγγραφέα του βιβλίου Τελευταίο δρομολόγιοΜια ιστορία του αστυνόμου Μπέκα». Ελπίζω να συνεχιστεί η σειρά διότι όπως γνωρίζετε στην Κύπρο έχουν οικονομικά προβλήματα, μεγαλύτερα από τα δικά μας.

 

Στο νέο σας βιβλίο , που είναι  νουβέλα, και έχει τον τίτλο «Η κόρη του εφοπλιστή», εκδόσεις ΑΙΓΑΙΟΝ εμφανίζεται πάλι ο Τηλέμαχος Λεοντάρης. Ποια είναι η περσόνα του Λεοντάρη;

 

 Ο Τηλέμαχος Λεοντάρης είναι δημοσιογράφος και εργάζεται σε εφημερίδες της Αθήνας. Κι ο Μαρής είχε ήρωα έναν δημοσιογράφο, τον Μακρή, ο οποίος ενίοτε συνεργαζόταν με τον αστυνόμο Μπέκα. Ο Λεοντάρης εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1988 στο μυθιστόρημα Το χαμόγελο της Τζοκόντας. Μετά τον είδαμε στο Αντίο, Θεσσαλονίκη του 1999 και στο Ο άντρας που αγαπούσαν οι γυναίκες το 2009. Στο βιβλίο Η κόρη του εφοπλιστή εμφανίζεται για τέταρτη φορά (υπάρχει και σε μερικά διηγήματα). Δεν είναι διώκτης του εγκλήματος, δεν κυνηγάει κανέναν δολοφόνο, απλώς λόγω της δημοσιογραφικής του δουλειάς τυχαίνει να μπλέκει σε εγκλήματα, προσπαθώντας να τα εξιχνιάσει . Στο καινούργιο βιβλίο ο Λεοντάρης βρίσκεται στο Λονδίνο, χωρίς δουλειά, εξαιτίας της κρίσης, και σε μια παμπ συναντάει έναν εφοπλιστή, ο οποίος του αναθέτει να μεταφέρει στην Αθήνα μια πολύτιμη εικόνα με αμοιβή. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ο ήρωας βρίσκεται μπροστά σ’ ένα έγκλημα που τον εμποδίζει να παραδώσει την εικόνα. Μετά γίνεται κι άλλο έγκλημα οπότε μαζί μ’ έναν αστυνόμο, παλιό του γνώριμο, προσπαθεί να λύσει το μυστήριο του διπλού φονικού.

 

 Στο αστυνομικό μυθιστόρημα οι αστυνομικοί είναι σκληροί αλλά γοητεύονται από τις όμορφες γυναίκες. Μήπως ο αναγνώστης επιζητά να θέλγεται και από την γοητεία του γυναικείου φύλλου;

 

 Στα αστυνομικά μυθιστορήματα υπάρχουν άντρες και γυναίκες, όπως συμβαίνει σε όλα τα μυθιστορήματα όλων των εποχών. Δεν γίνεται διαφορετικά: οι άντρες δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς γυναίκες. Μόνο στα πολεμικά μυθιστορήματα, και στις πολεμικές ταινίες, δεν υπάρχουν γυναίκες. Τώρα, σε πολλά αστυνομικά οι γυναίκες παίζουν βασικό ρόλο, το ρόλο της μοιραίας γυναίκας, της femmefatal. H μοιραία γυναίκα αποτελεί το κέντρο, τον πυρήνα, του μυθιστορήματος, η πλοκή δεν θα μπορούσε να προχωρήσει χωρίς αυτήν, αυτή είναι υπεύθυνη για τα εγκλήματα. Ασφαλώς, η μοιραία γυναίκα είναι όμορφη, πρέπει να είναι όμορφη, δεν γίνονται εγκλήματα για άσχημες γυναίκες, κι αν γίνονται δεν φαίνονται πιστευτά.

 

 Άλλοι λένε ότι οι συγγραφείς γεννιούνται και άλλοι ότι πλάθονται μέσα από τις εμπειρίες της ζωής. Εσάς ποια είναι η γνώμη σας;

 

Ασφαλώς, ο συγγραφέας πρέπει να έχει εμπειρίες για να γράψει λογοτεχνικά κείμενα που διεκδικούν τον χαρακτηρισμό του διηγήματος ή του μυθιστορήματος. Δεν υπάρχουν συγγραφείς που γεννιούνται, η φυσική κλίση δεν αρκεί, ο συγγραφέας πρέπει να δουλέψει σκληρά για να κατορθώσει να ξεπεράσει τα σύνορα της ανωνυμίας. Πρέπει να διαβάζει πολύ και να γράφει συνεχώς, να βελτιώνει το στυλ του. Οι εμπειρίες της ζωής του συγγραφέα, ακόμα κι αν δεν μπουν στο χαρτί, τον βοηθούν να πλάσει τους χαρακτήρες του, να επινοήσει σκηνές και επεισόδια. Η φαντασία απλώς συμπληρώνει την πραγματικότητα.

 

Ένα από τα πιο άγνωστα σημεία της ζωής σας είναι ότι ήσασταν ναυτικός . Ταξιδέψατε πολλά χρόνια με ποντοπόρα πλοία σε όλα τα μέρη της γης. Ποιες ήταν οι εμπειρίες σας;

 

 Είχα αρκετές εμπειρίες στα ταξίδια μου, γνώρισα ανθρώπους και τόπους που άλλοι γνωρίζουν μόνο από τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Δεν έτυχα όμως σε ναυάγιο, δεν κινδύνεψα πολύ, δεν έπεσα σε ακραία καιρικά φαινόμενα. Αν κινδύνεψα, αυτό έγινε στη στεριά και όχι στη θάλασσα. Τέλος πάντων, αυτό δεν είναι τίποτα το θαυμαστό, δεν σημαίνει πως όλοι όσοι ταξιδεύουν γίνονται και συγγραφείς, καλοί ή μέτριοι.

 

Γεννηθήκατε στην Κέρκυρα αλλά από μικρή ηλικία εγκατασταθήκατε στην Αθήνα. Ποια είναι τα αισθήματά σας για την γενέτειρα αλλά και για την Πόλη της Αθήνας;

 

 Τα πρώτα μου βιώματα στην Κέρκυρα, ένα απομονωμένο νησί,  καθόρισαν την πορεία μου στη ζωή, ενώ οι εμπειρίες μου στην Αθήνα, μια μεγάλη πόλη, συνέτειναν στο πλάσιμο του χαρακτήρα μου. Την Κέρκυρα τη θυμάμαι και την επισκέπτομαι συχνά, ωστόσο, δεν μπορώ να ζήσω εκεί, οι ποικίλες ανάγκες μου με αναγκάζουν να κατοικώ στην Αθήνα, μια άσχημη πόλη που την αγαπάω παρά τα ελαττώματά της.

 

 Γράφετε χρόνια σε εφημερίδες περιοδικά, αλλά και τελευταία σε ηλεκτρονικά σάιτ. Διαβάζετε , γράφετε, αρθρογραφείτε. Υπάρχει χρόνος για κάποια άλλη απασχόληση;

 

Είμαι συγγραφέας πλήρους απασχόλησης, ακόμα έχω αντοχές, διαβάζω πολύ, γράφω πολύ, αγαπώ τις τέχνες, πηγαίνω στον κινηματογράφο, αν και όχι τόσο συχνά όσο παλιά, όταν πήγαινα και σε δύο ταινίες την ημέρα. Στο θέατρο δεν πάω πια, αν και θα έπρεπε, τόσοι θίασοι κάνουν καλή δουλειά, υπάρχουν αξιόλογοι ηθοποιοί που παθιάζονται με την τέχνη τους. Αν βρω ευκαιρία, πάω και σε συναυλίες. Ταξιδεύω πολύ, τα ταξίδια βοηθούν το μυαλό, οι εικόνες που προσφέρουν είναι ανεκτίμητες. Μ’ αρέσει το κολύμπι, κολυμπάω από τον Απρίλιο έως τον Δεκέμβριο, το κολύμπι με αναζωογονεί. Με το ίντερνετ δεν ασχολούμαι πολύ, δεν έχω καλές σχέσεις με το facebook .

 

Τι θα προτείνατε στους νέους επίδοξους συγγραφείς;

 

 Τι να συστήσω; Είναι σε όλους γνωστό πως ο συγγραφέας πρέπει να γράφει και να διαβάζει, να γράφει και να διαβάζει μια ζωή, κάθε μέρα, ασταμάτητα, έστω κι αν η ζωή είναι προτιμότερη από τη λογοτεχνία.