Στην αγορά και αποθεματοποίηση χρυσού στρέφεται η Ρωσία, ενώ το Πεκίνο δηλώνει προετοιμασμένο για έναν νομισματικό πόλεμο.

Επιμέλεια: Ευθύμιος Χατζηϊωάννου.
 
Σε κατάσταση εγρήγορσης βρίσκονται οι διεθνείς αγορές συναλλάγματος προσπαθώντας να αποφανθούν, εάν έχει εκδηλωθεί «νομισματικός πόλεμος» με αφετηρία την ανατίμηση και εκτίναξη του ευρώ έως τα 126,80 ιαπωνικά γιεν, αλλά  και την άνοδό του στο επίπεδο έως και των 1,36 δολλαρίων.
Σύμφωνα με τη σύγχρονη ιστορία των αγορών, «νομισματικός πόλεμος» έχει χαρακτηρισθεί η προσπάθεια των χωρών να αποδυναμώσουν τα νομίσματά τους, ώστε να ενισχύσουν τις εξαγωγές τους. Το φαινόμενο εμφανίσθηκε για πρώτη φορά το 2010, όταν ο τότε υπουργός Οικονομικών της Βραζιλίας υποστήριξε πως το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης QE II της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ είχε δώσει το έναυσμα για «νομισματικό πόλεμο».

Ενισχύεται το ευρώ έναντι δολλαρίου και γιέν

Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, πολλοί οίκοι θεωρούν, ότι σήμερα ενδέχεται να υφέρπει ένας ιδιότυπος πόλεμος συναλλαγματικών ισοτιμιών με αφετηρία την Ιαπωνία. Με γνώμονα την ενίσχυση των ιαπωνικών εξαγωγών, το Τόκιο επιθυμεί υποτίμηση του γιεν. Από τις αρχές του 2013 το ευρώ έχει ανατιμηθεί κατά 10,22%, φθάνοντας ορισμένες φορές και στα 126,09 γιεν. Το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα ενισχύθηκε επίσης έναντι του αμερικανικού δολλαρίου έως και κατά 3,65%, φθάνοντας πριν από λίγες ημέρες στα 1,36 δολλάρια. Έναντι του ιαπωνικού νομίσματος το δολλάριο έχει εκτιναχθεί κατά 6,4%, φθάνοντας στα 92,56 γιεν.
Με δεδομένο τον εξαγωγικό προσανατολισμό της οικονομίας της Ιαπωνίας, ο ρόλος του γιεν είναι καθοριστικός στην ανάκαμψη. Το υποτιμημένο γιεν αφορά άμεσα τις μεγαλύτερες οικονομίες της υφηλίου, την αμερικανική και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ήδη οι Γερμανοί εξαγωγείς διαμαρτύρονται για τη νομισματική πολιτική, που υιοθετεί η Ιαπωνία, καθώς είναι ήδη εμφανείς οι συνέπειες από την αποδυνάμωση του γιεν. Παράλληλα το μεγάλο ερώτημα είναι, εάν θα αντιδράσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, χαλαρώνοντας τη νομισματική της πολιτική. Από την πλευρά του το Τόκιο διατείνεται, ότι τα ληφθέντα μέτρα στοχεύουν στην αντιμετώπιση του αποπληθωρισμού. Πάντως η Γερμανίδα καγκελάριος ‘Αγκελα Μέρκελ είχε χαρακτηρίσει πρόσφατα την Ιαπωνία πηγή ανησυχίας, μετά τις πρόσφατες κινήσεις  της Ιαπωνικής Κεντρικής Τράπεζας, να τυπώσει περισσότερο χρήμα. Σε προβλήματα ιαπωνικής προέλευσης αναφέρθηκε και ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Νότιας Κορέας. Έντονες ανησυχίες έχει εκφράσει και ο Ρώσος πρωθυπουργός Ντιμίτρι Μεντβέντεφ.

Στην «επιθετική» αγορά χρυσού στρέφεται η Ρωσία
 
Μάλιστα η Ρωσία, φοβούμενη τις αρνητικές συνέπειες ενός νομισματικού πολέμου στρέφεται στην αγορά και αποθεματοποίηση σημαντικών ποσοτήτων χρυσού. «Όσο περισσότερο χρυσό έχει μια χώρα, τόσο πιο μεγάλη είναι η κυριαρχία της σε περίπτωση μιας καταστροφής του δολλαρίου, του ευρώ, της λίρας ή άλλων νομισμάτων», είπε ο Evgeny Fedorov, διακεκριμένο στέλεχος και βουλευτής του κόμματος του Πούτιν στην ρωσική Δούμα, σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής οικονομικής εφημερίδας “Handelsblatt”.
Βάσει του ιδίου δημοσιεύματος, ο  Ρώσος Πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν αντιμετωπίζει με καχυποψία την υποτίμηση του δολλαρίου κατά τα τελευταία χρόνια. Κατηγορεί τις ΗΠΑ για κατάχρηση του σχετικού μονοπωλίου τους, η οποία θέτει σε κίνδυνο, όπως θεωρεί, την παγκόσμια οικονομία. Η πρόθεσή του να επενδύσει σε χρυσό είχε ήδη εκφρασθεί από το 2005. Τότε ο χρυσός κόστιζε 495 δολάρια ανά ουγκιά. Έκτοτε η τιμή του έχει ανέβει κατά κάτι λιγότερο από 400%, αφού έφθασε να κυμαίνεται μέχρι και άνω των 1.642 δολλαρίων ανά ουγγιά.
Η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας σε μια δεκαετία έχει αγοράσει 570 τόνους χρυσού, μεγαλύτερη ποσότητα κατά 25% από αυτή που αγόρασε στο ίδιο χρονικό διάστημα επίσημα η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας.
Για την Ρωσία, όπως και για την Κίνα, το απόθεμα χρυσού αποτελεί τον «αερόσακο» σε περίπτωση κρίσης ή προβλημάτων με το δολλάριο, καθώς και μια καλή ευκαιρία για κέρδος, σημειώνει επίσης σχετικό δημοσίευμα του ρωσικού ειδησεογραφικού ομίλου «Ίντερφαξ».
Παρά την επιθετική αγορά χρυσού της Ρωσίας και της Κίνας, τα μεγαλύτερα  αποθέματα χρυσού βρίσκονται σε αναπτυγμένες χώρες.
Σύμφωνα με το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Χρυσού» (World Gold Council), το συνολικό παγκόσμιο απόθεμα χρυσού ανέρχεται σε 31.575 τόνους. Από αυτούς 8.133, 5 τόνοι βρίσκονται στις ΗΠΑ, όπου είναι και τα μεγαλύτερα αποθέματα χρυσού στον κόσμο.
Ακολουθεί η Γερμανία με 3.391,3 τόνους και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο με 2.814 τόνους.
Η Κίνα έχει 1054 τόνους και καταλαμβάνει την έκτη θέση, ενώ η Ρωσία έχει 937,8 τόνους και βρίσκεται στην όγδοη θέση, σημειώνει το δημοσίευμα. Σε 3760 ουγγιές αξίας 4,74 ευρώ ανέρχεται η συνολική ποσότητα του χρυσού της Ελλάδος

Εξάλλου, στα 3,760 εκατομμύρια ουγγιές έφθαναν τα αποθέματα φυσικού χρυσού της χώρας μας στα τέλη του 2012, σύμφωνα με έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), το οποίο διαβιβάστηκε στη Βουλή διά του αρμόδιου Υπουργού Οικονομικών κ. Ιωάννη Στουρνάρα, σε απάντηση ερώτησης της βουλευτού της «Χρυσής Αυγής» κ. Ελένης Ζαρούλια για τα αποθέματα χρυσού, που μεταφέρθηκαν εκτός Ελλάδος την περίοδο της κατοχής και για τα σημερινά αποθέματα χρυσού της χώρας μας.
Όπως ενημερώνει η ΤτΕ, «στις 31/12/2012 τα αποθέματα φυσικού χρυσού ήταν 3.760 χιλιάδες ουγγιές, αξίας 4,74 δισ. ευρώ, από τα οποία τα μισά φυλάσσονται στην ΤτΕ και τα υπόλοιπα φυλάσσονται στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Νέας Υόρκης στις ΗΠΑ, την Τράπεζα της Αγγλίας και την Ελβετία». Στο έγγραφο αναφέρεται, επίσης, ότι «το απόθεμα σε χρυσό της ΤτΕ, το οποίο πράγματι είχε μεταφερθεί κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου προς φύλαξη στην Τράπεζα της Αγγλίας, επαναπατρίσθηκε σταδιακά μεταξύ των ετών 1946 και 1956. Πληροφόρηση για το όλο θέμα περιέχεται στην Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τα έτη 1941-46, σε εκείνη για το έτος 1950 και σε μεταγενέστερες».

Πλήρως προετοιμασμένο για έναν πιθανό νομισματικό πόλεμο δηλώνει το Πεκίνο
 
Παγκόσμια αίσθηση προκαλεί η είδηση, όπως την μετέδωσαν κινεζικά κρατικά μέσα ενημέρωσης, ότι κορυφαίο στέλεχος της Κινεζικής Κεντρικής Τράπεζας δήλωσε, πως το Πεκίνο έχει «προετοιμαστεί πλήρως για τον προδιαγραφόμενο νομισματικό πόλεμο».
Η σύγκρουση αυτή θα μπορούσε πάντως να αποφευχθεί, «εάν οι σημαντικότερες χώρες τηρήσουν τις συναινετικές αποφάσεις, οι οποίες είχαν ληφθεί στην πρόσφατη σύνοδο κορυφής της Ομάδας των Είκοσι (G20) και εάν επικεντρώσουν την νομισματική πολιτική τους στην εγχώρια οικονομία της καθεμιάς», τόνισε ο Γι Γκανγκ, αντιπρόεδρος της Λαϊκής Τράπεζας της Κίνας, σύμφωνα με το επίσημο πρακτορείο ειδήσεων Νέα Κίνα.
Τα μέλη της G20 «δεν άφησαν να φανεί ουδεμία ένδειξη, ότι σταματούν την πολιτική ποσοτικής χαλάρωσης, που οδήγησε στο να προκληθεί μια πλημμύρα ρευστότητας στις παγκόσμιες αγορές», σύμφωνα με το δημοσίευμα, στο οποίο υπογραμμίζεται η υποτίμηση κατά 20% του γεν έναντι του δολλαρίου ΗΠΑ μετά την ανάδειξη του πρωθυπουργού Σίνζο Άμπε στην εξουσία στην Ιαπωνία.
«Η Κίνα έχει προετοιμαστεί πλήρως», είπε ο Γι στο Πρακτορείο «Νέα Κίνα». «Σε όρους, τόσο νομισματικών πολιτικών, όσο και άλλων μηχανισμών προσαρμογής, η Κίνα θα λάβει πλήρως υπόψη της τις πολιτικές ποσοτικής χαλάρωσης, τις οποίες εφαρμόζουν οι κεντρικές τράπεζες ξένων χωρών».
Ο ρυθμός ανάπτυξης της μεταποίησης στην Κίνα ήταν ο ασθενέστερος των τελευταίων πέντε μηνών τον Φεβρουάριο του 2013, σύμφωνα με δεδομένα, που έδωσε στην δημοσιότητα η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Κίνας και η Ένωση Εφοδιαστικής και Αγορών της Κίνας.
Ο δείκτης PMI για τον τομέα της μεταποίησης υποχώρησε το 50,10 τον Φεβρουάριο του 2013 από 50,40 τον προηγούμενο μήνα, κάτι που κατέδειξε, ότι η ανάκαμψη της δραστηριότητας της κινεζικής βιομηχανίας εξασθένισε στον πιο βραδύ ρυθμό από τον Σεπτέμβριο του 2012.