«Συνταξιοδοτικές Ρυθμίσεις, Ενιαίο Μισθολόγιο – Βαθμολόγιο, Εργασιακή Εφεδρεία και άλλες Διατάξεις»

Αθήνα, 19 Οκτωβρίου 2011. «Όλοι αναγνωρίζουμε ότι η χώρα μας και ο Ελληνικός λαός βιώνουμε τη δυσκολότερη περίοδο της μεταπολεμικής περιόδου. Μόλις 18 μήνες μετά την υιοθέτηση του Μνημονίου και 3 μήνες μετά τις αποφάσεις της 21ης Ιουλίου που χαιρετίστηκαν ως ιστορικής σημασίας από την κυβέρνηση βρισκόμαστε και πάλι στο σημείο μηδέν.

Η αποτυχία στην εκπλήρωση των στόχων του Μνημονίου, η δραματική επιδείνωση όλων, σχεδόν, των οικονομικών δεικτών και η ανακοίνωση μιας νέας δέσμης μέτρων δημοσιονομικού χαρακτήρα στις παραμονές της καταβολής των δόσεων του Δανείου, που συνάψαμε με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Δ.Ν.Τ, συνθέτουν ένα ιδιαίτερα βαρύ κλίμα. Αποδεικνύεται ότι το Μνημόνιο συμφωνήθηκε χωρίς σχεδιασμό.

Προσωπικά, δεν πιστεύω στις μηδενιστικές προσεγγίσεις και δεν θεωρώ ότι στην πολιτική όλα πρέπει να κινούνται στη λογική του «άσπρο – μαύρο». Η ευθύνη όλων μας, διαχρονικά είναι να συνθέτουμε στηρίζοντας κάθε θετική πρωτοβουλία. Να μην αφήνουμε για αργότερα, αυτό που πρέπει να γίνει σήμερα.

Αυτές οι προσεγγίσεις που επικράτησαν σε όλο το διάστημα της μεταπολιτευτικής περιόδου, αποτελούν μια από τις γενεσιουργούς αιτίες για τις χρόνιες παθογένειες της Ελληνικής οικονομίας.

Θα μου επιτρέψετε, ως ένα απλό παράδειγμα, και δεδομένου ότι το παρόν νομοσχέδιο πραγματεύεται και συνταξιοδοτικά ζητήματα να υπενθυμίσω την παρέμβαση που προώθησα το 1992 ως υπουργός Κοινωνικών Ασφαλίσεων σε συνεργασία με τον τότε υπουργό Εθνικής Οικονομίας, τον κύριο Στέφανο Μάνο.

Αναφέρομαι στο ν. 2084, με τον οποίο έγινε μια καλά μελετημένη προσπάθεια για την εξυγίανση του κοινωνικοασφαλιστικού μας συστήματος και την αποφυγή της κατάρρευσης των ασφαλιστικών ταμείων.

Και έφερε σημαντικά αποτελέσματα. Αναφέρομαι στις «άσπρες τρύπες» δηλαδή τα σημαντικά πλεονάσματα.

Αν εφαρμόζονταν πλήρως αυτός ο νόμος και δεν αποδομείτο με περισσότερες από 100 τραγικές παρεμβάσεις μετά το 1994, η κοινωνική ασφάλιση δεν θα είχε απολύτως κανένα πρόβλημα. Χαρακτηριστικά το 20% της Επικουρικής Σύνταξης, η κατώτατη σύνταξη και η συμπλήρωσή της από τον κρατικό προϋπολογισμό, η κατάργηση των Διοικήσεων των Ασφαλιστικών φορέων που δεν καταθέτουν κάθε χρόνο ισολογισμό και απολογισμό χωρίς δυνατότητα επαναδιορισμού.

Αναμφισβήτητα, παρά τις επιμέρους διαφορετικές προσεγγίσεις υπάρχουν όχι μόνο σε πολιτικό επίπεδο αλλά και στη βάση της κοινωνίας, συγκλίνουσες απόψεις σε μεγάλα ζητήματα, όπως το μέγεθος και ο ρόλος του κράτους, η ανάγκη για την ενίσχυση της εξωστρέφειας της οικονομίας, η αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος κ.λπ.

Ωστόσο, οφείλω να επισημάνω ότι η κυβέρνηση δίνει όλο και πιο έντονα την εικόνα ότι δεν πολυπιστεύει την πολιτική που εφαρμόζει. Ότι προσπαθεί να πείσει δίχως να έχει πειστεί η ίδια. Ότι πορεύεται στο κενό. Ότι δεν μπορεί να βάλει πάτο στο βαρέλι.

Η ατελείωτη (και ανά τρίμηνο επαναλαμβανόμενη) μετρολογία κάτω από το βάρος της δαμόκλειας σπάθης τής μη καταβολής τής επόμενης δόσης παράγει αβεβαιότητα και μόνο αβεβαιότητα. Όμως με φοβικά σύνδρομα δεν μπορούμε να αλλάξουμε το κλίμα.

Εφαρμόζετε μια οικονομική πολιτική, επικεντρωμένη αποκλειστικά και μόνο σε μέτρα στενής δημοσιονομικής απόδοσης. Μειώσεις μισθών και συντάξεων, άτακτη αποδόμηση του κράτους πρόνοιας, επιβολή νέων τυφλών φορολογικών επιβαρύνσεων. Όμως απουσιάζει παντελώς ένα συγκεκριμένο σχέδιο για την ανάταξη της οικονομίας, για την προσέλκυση επενδύσεων, για την εφαρμογή ενός συγκροτημένου και υλοποιήσιμου σχεδίου αποκρατικοποιήσεων.

Δεν αρκούν μόνο τα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής για να μειωθεί το δημόσιο έλλειμμα και να σταθεροποιηθεί το δημόσιο χρέος.

Εάν δεν επιστρέψουμε σύντομα σε ρυθμούς βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης, η δημοσιονομική εικόνα της χώρας θα είναι μη αναστρέψιμη και η πίεση για την επιβολή και νέων μέτρων θα αυξάνεται. Η οικονομία θα ισορροπεί σε ολοένα χαμηλότερα επίπεδα, η φορολογική βάση θα συρρικνώνεται και η πίεση για περαιτέρω μείωση των δαπανών θα είναι ολοένα και μεγαλύτερη.

Έρχομαι, τώρα, στην ουσία του νομοσχεδίου.

Ας δούμε την αλήθεια κατάματα :

Και αυτή η νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης γίνεται χωρίς προετοιμασία και σχεδιασμό. Το 2010, ο τότε υπουργός Δημόσιας Διοίκησης , Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης με δημόσιες δηλώσεις του είχε επισημάνει ότι το ενιαίο μισθολόγιο θα είχε ουδέτερο δημοσιονομικά χαρακτήρα και ως μοναδικό στόχο την αποκατάσταση των μεγάλων αποκλίσεων των αποδοχών των εργαζομένων στο στενό δημόσιο τομέα. Στην πορεία, το ενιαίο μισθολόγιο εξελίχθηκε σε ένα ακόμη εγχειρίδιο δημοσιονομικής πολιτικής με αποκλειστικό στόχο τη μείωση των αποδοχών των εργαζομένων.

Και τελικά το «ενιαίο μισθολόγιο» όπως κατατέθηκε ουσιαστικά αποτελεί ένα «ελλιποβαρές μισθολόγιο» που καλύπτει ένα μέρος του στενού δημοσίου τομέα, των Ο.Τ.Α και των εργαζομένων στις μη εισηγμένες Δ.Ε.Κ.Ο.

Είμαστε όλοι σύμφωνοι ότι στο Δημόσιο θα έπρεπε να θεσπιστεί ένα γενικό μισθολόγιο – βαθμολόγιο, με βάση βεβαίως τις ιδιαιτερότητες και τα χαρακτηριστικά των επί μέρους φορέων και υπηρεσιών.

Ένα μισθολόγιο – βαθμολόγιο, με το οποίο θα παρέχονται ουσιαστικά κίνητρα για την αύξηση της παραγωγικότητας των εργαζομένων σε όφελος των πολιτών και της εθνικής οικονομίας.

Με ισοπεδωτικές λογικές και με τη δημιουργία εντυπώσεων που στρέφουν τη μια κατηγορία εργαζομένων απέναντι στην άλλη δεν μπορεί ο τόπος μας να πάει και πάλι μπροστά.

Με τη λογική «όλοι εναντίων όλων» δεν μπορούμε να αλλάξουμε σελίδα. Ούτε δίχως πίστη και ελπίδα ότι «και μπορούμε και θα τα καταφέρουμε». Η ίδια λογική και σε μεγαλύτερο βαθμό επικρατεί στο φορολογικό κεφάλαιο του παρόντος νομοσχεδίου. Μόλις 3 μήνες μετά τη θέσπιση της νέας φορολογικής κλίμακας με το ν.3986/2011, αυτή τροποποιείται εκ νέου αναδρομικά.

Και ποιοι πλήττονται περισσότερο; Οι χαμηλόμισθοι, οι συνταξιούχοι, οι τρίτεκνοι και οι πολύτεκνοι.

Όλοι αυτοί πληρώνουν την περυσινή αστοχία με τη θέσπιση του μέτρου του φορολογικού bonus (μπόνους)για τις αποδείξεις που είχε δημοσιονομική επιβάρυνση μεγαλύτερη από 1 δισεκατομμύριο ευρώ και την αδυναμία επί 2 έτη του υπουργείου Οικονομικών να εισπράξει τα έσοδα από το Ε.Τ.Α.Κ του 2009, και τον Φόρο μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας του 2010

Για άλλη μια φορά την αδυναμία της Πολιτείας να υλοποιήσει θεσμοθετημένα μέτρα και πολιτικές καλούνται να την πληρώσουν οι πλέον αδύνατες κοινωνικές ομάδες.

Οι στιγμές είναι δύσκολες.

Η χώρα βρίσκεται σε δυσχερή θέση. Καθημερινά, αμφισβητείται η αξιοπιστία μας και η δυνατότητα μας να συμμετέχουμε ισότιμα και πρωταγωνιστικά στο υπό διαμόρφωση νέο Ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.

Ίσως, αυτό να ενοχλεί τον Ελληνικό λαό περισσότερο και από τα επώδυνα μέτρα που επιβάλλονται τους τελευταίους 18 μήνες.

Δύο επισημάνσεις στο σχέδιο νόμου:

  • Οι μειώσεις να κατανεμηθούν σε διάστημα τριών ετών.
  • Το ΑΣΕΠ να περιλάβει τους θεσμούς του καταργηθέντος ΑΣΔΥ και να απεμπλακεί η κυβέρνηση από την εφαρμογή του Δημοσιουπαλληλικού Κώδικα. Η κατάρρευση της Δημόσιας Διοίκησης άρχισε από την κατάργηση του ΑΣΔΥ.

Αυτό που προέχει αυτές τις ώρες είναι να πιστέψουμε όλοι μας, ο Ελληνικός λαός και εμείς οι εκπρόσωποί του στις δυνατότητες και τις προοπτικές της χώρας.

Σήμερα, η ιστορική μας ευθύνη είναι μεγάλη.

Η πρώτη προτεραιότητα πρέπει να είναι η επιστροφή της οικονομίας σε θετικούς αναπτυξιακούς ρυθμούς.

Χρειάζεται ριζικός ανασχεδιασμός της οικονομικής πολιτικής με έμφαση σε πολιτικές προσέλκυσης επενδύσεων, ενίσχυσης της απασχόλησης και στήριξης των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας.

Κύριο βάρος θα πρέπει να δοθεί στη στήριξη κλάδων και επιχειρήσεων με εξωστρεφή προσανατολισμό και δυνατότητες δυναμικής παρουσίας στις διεθνείς αγορές.

Η δεύτερη προτεραιότητα είναι η άμεση ενίσχυση της ρευστότητας στην εγχώρια αγορά, σε συνδυασμό με τη στήριξη του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Θα πρέπει να πειστούν οι εταίροι μας ότι ο συνδυασμός βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής και πιστωτικής ασφυξίας υπονομεύουν την παραγωγική βάση της χώρας και δυναμιτίζουν τις προοπτικές ανάταξης της οικονομίας μας.

Η τρίτη προτεραιότητα είναι η ριζική αναδιάταξη του παραγωγικού μοντέλου της χώρας.

Χρειάζεται σχέδιο, νέα αρχιτεκτονική στην πολιτική, την οικονομία , τους θεσμούς. Εμπέδωση ψυχολογίας ασφάλειας και σταθερότητας στην κοινωνία, την αγορά, τις επιχειρήσεις σύγχρονος επενδυτικός νόμος και χρηματοδοτική στήριξη κλάδων και επιχειρήσεων που έχουν προοπτικές.

Τέλος ενώ η εθνική συνεννόηση και ομοψυχία είναι η διέξοδος για την ανάταξη της χώρας και ενώ την επικαλείσθε κάνετε κάθε τι για να την ακυρώσετε».