Συναρπαστική εκδήλωση

 Στουτγκάρδη

Γράφει ο Γιάννης Δελόγλου

Στην αίθουσα εκδηλώσεων του Πνευματικού Κέντρου του Ιερού Ναού των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου της Στουτγάρδης διοργάνωσε ημερίδα με θέμα: «Ο Καζαντζάκης και η Ελληνική Ταυτότητα» ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδος στη Στουτγάρδη κ. Παναγιώτης Πάρτσος, με ομιλητή τον Πρόεδρο της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Καζαντζάκη και Πρεσβευτή Ελληνισμού κ. Γεώργιο Στασινάκη.

Την εκδήλωση τίμησε με την παρουσία του και απηύθυνε πατρικές ευχές ο Αρχιεπίσκοπος Γερμανίας και Έξαρχος Κεντρώας Ευρώπης κκ. Αυγουστίνος, ο ιερός κλήρος της περιοχής, εκπρόσωποι της Ακαδημαικής Κοινότητας διαφόρων φορέων, ο ευπατρίδης επιχειρηματίας κ. Αμανάτης Ταγκαλίδης, πλήθος κόσμου και μαθητές.

Στην φιλοσοφική του πλευρά να οδηγηθεί ο Καζαντζάκης στην εκκλησία και αυτή να αγκαλιάσει τον θρυλικό συγγραφέα του «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» ήταν ότι καλύτερο και αυτό γιατί λανθασμένα είναι τα όσα νομίζει ο κόσμος για τον διάσημο συγγραφέα, γιατί ούτε άθεος ήταν, ούτε και αφορίστηκε ποτέ.

Έψαξε να βρει μέσα του τον Θεό, και διήλθε διάφορες φάσεις στο ψάξιμο του. Και κατάλαβε. Κατάλαβε ότι τον Θεό τον σκοτώνει ο άνθρωπος μέσα του. Όπως το έργο του ο Χριστός ξανασταυρώνεται. Γιατί έξω από τον εαυτό του δεν μπορεί να Τον πειράξει . Είναι πολύ λίγος γι΄αυτό. Εκεί όπου ο Καζαντζάκης δεν διήλθε καμία φάση ήταν η Ελλάδα, ο Ελληνισμός μέσα του. Σε αυτό ήταν εξαρχής σταθερός. Γι ΄αυτό το λόγο αυτή η διοργάνωση από τον Μακεδόνα διπλωμάτη κ. Π.Πάρτσο κρίθηκε απαραίτητη. Γιατί σε αυτή τη συγκυρία έχουμε μεγάλη ανάγκη να διαφυλάξουμε το ηθικό μας σας Έλληνες. Προυπόθεση όμως είναι να καταλάβουμε ποιοι είμαστε. Και στο θέμα της ελληνικής ταυτότητας ο Καζαντζάκης ήταν ποταμός. Ο ασκητής ταξιδιώτης Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957), μιμούμενος έναν ήρωα του, που κυκλωμένος από τους Τούρκους , τους είχε φωνάξει «Ελευθερία ΚΑΙ Θάνατος!», είπε να χαράξουν στον τάφο του, στο Ηράκλειο, λίγες λέξεις που συνόψιζαν το πιστεύω του: «Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι ελεύθερος!». Γι αυτόν τον μεγάλο λογοτέχνη ο επικεφαλής της Ελληνικής Διπλωματίας στη Στουτγάρδη κ. Παναγιώτης Πάρτσος τόνισε :

Κατά κοινή ομολογία, βιώνουμε την πιο δύσκολη περίοδο μετά από τον β΄ ΠΠ.  Μία περίοδο, η οποία, πέρα από τα γνωστά δημοσιονομικά προβλήματα για την πατρίδα μας, χαρακτηρίζεται διεθνώς από αμφισβήτηση, ανατροπές, απαξίωση συστημάτων, πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών, και αβεβαιότητα και ανασφάλεια για το μέλλον.  Μέσα σε αυτό το κλίμα, η χώρα μας αντιμετωπίζεται αρνητικά, ενίοτε σκωπτικά και χλευαστικά.  Αυτό αγγίζει όλους του Έλληνες, όχι μόνον τους εντός της Ελλάδας, αλλά, και άνευ εξαιρέσεως, τους Έλληνες σε κάθε γωνιά της γης.  Ίσως πολύ περισσότερο εμάς που βρισκόμαστε εδώ.  Αυτός ο τρόπος αντιμετώπισής μας δίνει λαβή σε έναν λανθασμένο τρόπο προσέγγισης της κρίσης, ο οποίος είναι τόσο απλοϊκός, που καταντά επικίνδυνος.  Είναι ο τρόπος που θέλει τους Γερμανούς «καλούς» και τους Έλληνες «κακούς», ή αντιστρόφως, τους ΄Ελληνες εν δικαίω και τους Γερμανούς εν αδίκω.  Αντιμέτωπος με αυτές τις απλοποιήσεις, θα έλεγε κανείς μακάρι τα πράγματα στην ζωή να ήταν τόσο απλά, όσο και το δίπολο μεταξύ καλού και κακού.  Το ξέρουμε όλοι μας ότι δεν είναι έτσι.

 Επειδή, επομένως, δεν έχουν έτσι τα πράγματα, γι αυτόν τον λόγο δεν χρειάζεται να ασχοληθούμε με το ερώτημα ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός.  Αυτό θα ήταν λάθος, διότι θα μας απομάκρυνε από έναν πιο σωστό τρόπο εξέτασης των συναφών με την κρίση ζητημάτων, καθώς και των σχετικών ερωτημάτων που έχουν έλθει στο προσκήνιο.  Τα περισσότερα από αυτά τα ερωτήματα δεν είναι καινούργια.  Ενδεικτικώς αναφέρω μερικά:  Ήταν σωστό να ενταχθεί η Ελλάδα στην Ε.Ε. και στο Ευρώ;  Ανήκουμε στην Δύση, στην Ανατολή, ή κάπου αλλού;  Είμαστε οι σημερινοί Έλληνες απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων;  Είμαστε τεμπέληδες ή εργατικοί; Διεφθαρμένοι ως μέλη της κοινωνίας ή όχι;  Όλα τα σχετικά ερωτήματα, για να το πούμε συνοπτικώς, αφορούν στην ταυτότητα του λαού μας.  Και όταν μιλάμε για ταυτότητα, μιλάμε για τον πολιτισμό μας.  Ναι, αυτόν που λέμε νεοελληνικό και, κατά συνέπεια, τους εαυτούς μας Νεοέλληνες.

 Πού πρέπει, λοιπόν, να στραφούμε, για να απαντήσουμε αυτά τα ερωτήματα, τα οποία ενδεικτικώς ανέφερα, διότι υπάρχουν πολλά άλλα παρόμοια.  Επαναδιατυπώνω το ερώτημα, το κύριο και το ουσιαστικό:  Πού πρέπει να στραφούμε;

 Η απάντησή μου είναι απλή:  στους εαυτούς μας.  Αλλοίμονο εάν πρέπει να επιφορτίσουμε άλλους με την απάντηση αυτού του ερωτήματος.  Ο κάθε τρίτος μπορεί να πει ό,τι θέλει.  Όμως, πρωταρχική σημασία έχει το τι απαντούμε εμείς.  Πως εμείς καταλαβαίνουμε τους εαυτούς μας και την θέση μας έναντι των άλλων κοινωνιών.

 Στους εαυτούς μας, λοιπόν.  Όχι για να ομφαλοσκοπήσουμε, αλλά γιατί εάν αυτή η κρίση έχει κάτι καλό να μας δώσει, είναι για να ξαναποκτήσουμε την επαφή με τους εαυτούς μας, να ενισχύσουμε την αυτογνωσία μας, σύμφωνα και με το δελφικό «γνώθι σαυτόν».  Αυτό συνεπάγεται μία διαδικασία επίπονη, αλλά παράλληλα και αναγκαία.  Τι δεν είναι αυτή η διαδικασία;  Θα σας πω τι νομίζω ότι δεν είναι:

 

  • Δεν είναι μία ατέρμονη ομφαλοσκόπηση, διότι εκεί υποβόσκει ο κίνδυνος του μη λυσιτελούς.  Επίσης, εκεί ελλοχεύουν και πολλοί άλλοι κίνδυνοι, όπως έχει ήδη, δυστυχώς, καταγράψει η ιστορία μας, και ένας από αυτούς είναι  ο διχασμός.
  • Δεν είναι μία περιχαράκωση από την κοινωνία των άλλων εθνών και πολιτισμών, κοινωνία στην οποία ο ελληνισμός έχει την δική ξεχωριστή θέση, κατάκτηση ιστορική.  Ο ελληνισμός ποτέ δεν έχει ζήσει εμπειρίες απομονωτισμού, ανάλογες της Αλβανίας επί Εμβέρ Χότζα, ή της Μαοϊκής Κίνας.  Ήταν πάντα μία κοινωνία ανοικτή, έτοιμη να δώσει και να δεχθεί.  Γι αυτό και ο οικουμενισμός του είναι από τα σημαντικώτερα χαρακτηριστικά του, και ο ρατσισμός κάτι ξένο προς αυτόν.
  • Δεν είναι εκτόξευση κατηγοριών κατά παντός τρίτου, στο γνωστό μοτίβο ότι ευθύνεται κάθε τρίτος για ό,τι μας συμβαίνει.  Σαφώς και υπάρχουν ευθύνες και ενοχές και άλλων.  Όμως, σ’ αυτό, και εδώ θα προσθέσω, ΔΥΣΤΥΧΩΣ, δεν έχουν την αποκλειστικότητα.

 

Ο ορισμός της ταυτότητας ενός λαού και της κοινωνίας του δεν αποτελεί ούτε ανάγκη, ούτε προνόμιο, εάν θέλετε, των Ελλήνων.  Και συνήθως γίνεται μέσα από την συνθετική προσέγγιση πολλών και ποικίλλων παραγόντων, όπως είναι η γλώσσα, η θρησκεία, η γεωγραφία κτλ.  Και οι προσεγγίσεις διαφέρουν.  Υπάρχουν λαοί, π.χ., που ορίζουν την ταυτότητά τους με την επίκληση του θείου.  Ανάγουν, δηλαδή, την προέλευσή τους στην όποια θεϊκή παρέμβαση και εντολή ως προς τον προορισμό τους.  Άλλοι μετέρχονται ακόμη και αποκρυφιστικές μεθόδους, οι οποίες εδράζονται σε αντίστοιχες αντιλήψεις.  Εκείνο που έχουν κοινό όλες αυτές οι παρόμοιες προσεγγίσεις είναι η εμπλοκή, κατά τον έναν ή άλλον τρόπο, υπερφυσικών στοιχείων.  Όμως, στην υπερτρισχιλιετή καταγεγραμμένη ιστορία του ο ελληνισμός δεν έχει ποτέ καταδείξει τίποτα παρόμοιο.  Δεν υπήρξε ποτέ βασιλικός οίκος αντίστοιχος του ιαπωνικού προπολεμικού αυτοκρατορικού μοντέλλου, που ταύτιζε τον αυτοκράτορα με θεό.  Ούτε και την καταγωγή τους απέδωσαν ποτέ οι Έλληνες στην όποια θεϊκή παρέμβαση, επικαλούμενοι και την αντίστοιχη θέση στην κοινωνία των εθνών.  Αντιθέτως, οι θεοί των αρχαίων Ελλήνων, εκτός από τις θεϊκές τους δυνάμεις, ήταν τόσο ανθρώπινοι, π.χ. με τις αδυναμίες τους, όσο και οι…άνθρωποι. Ο πολιτισμός τους είχε σαν κέντρο τον άνθρωπο. Γι αυτό και η ανακάλυψη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας από την δυτική Ευρώπη οδήγησε στις λεγόμενες ανθρωπιστικές σπουδές, μέσα από το κύμα του Ουμανισμού της Αναγέννησης.  Αυτή η προσέγγιση της σχέσης θεϊκού στοιχείου και ανθρώπου της αρχαίας εποχής μπόλιασε τόσο τον αρχαίο κόσμο, ο οποίος, αφού διήλθε μέσα από την Ελληνιστική εποχή μετά από τον Μέγα Αλέξανδρο, ήταν έτοιμος να δεχθεί πλέον το αντίθετο, δηλαδή την ανύψωση του ανθρώπου.  Για να το πούμε αλλιώς, αντί οι θεοί να συνεχίσουν να κατεβαίνουν στον άνθρωπο και, αφού επέμβουν στην ζωή του, να επιστρέφουν στην ουράνια κατοικία τους,  κατέβηκε ο ένας και μοναδικός Θεός επί γης, ενεδύθη και την ανθρώπινη ιδιότητα, για να επιστρέψει στην θεϊκή του φύση, αφού πρώτα θανατώθηκε και αναστήθηκε.  Το μαρτύριο του Θεανθρώπου είναι αυτό που ανύψωσε τον άνθρωπο, μέσα από την Ανάστασή του που θα γιορτάσουμε σε έναν μήνα.  Βλέπουμε, λοιπόν, να ολοκληρώνεται ένας κύκλος μέσα από αυτές τις δύο ιστορικές περιόδους, κύκλος ο οποίος έχει άμεση σχέση με το θέμα της ταυτότητας που είναι και το αντικείμενο της σημερινής μας εκδήλωσης.  Θα αναρωτηθήτε:  Πώς;  Μα είναι ο ρόλος που επιφυλάσσει για τον άνθρωπο, την ζωή του και την κοινωνία του μία πολιτισμική αντίληψη, η ελληνική.  Και η ολοκλήρωση του κύκλου δεν μπορεί παρά να εύστοχα να περιγραφεί με μία λέξη:  την σύνθεση.  Αυτές οι περίοδοι που ανέφερα συνέθεσαν τις δύο αντιλήψεις, για να φθάσουμε στην σημερινή περί Θεού και ανθρώπου, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στους Χριστιανούς.

Ορίζοντας, λοιπόν, την ελληνική ταυτότητα, αυτό κάνει και ο Καζαντζάκης.  Συνθέτει, και αυτό θα μας το αναπτύξει ο Πρόεδρος της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Καζαντζάκη, ο κος Γεώργιος Στασινάκης, τον οποίον θέλω θερμώς να ευχαριστήσω και δημόσια, για την άμεση ανταπόκρισή του να αποδεχθεί την πρόσκλησή μου.  Για να απαντήσω, λοιπόν, στο κύριο ερώτημα που έθεσα πριν από λίγο, σε αυτόν τον μεγάλο Έλληνα θα στραφούμε σήμερα, για να απαντήσουμε τα άλλα, σχετικά με την νεοελληνική ταυτότητα, ερωτήματα.  Γιατί αυτός, όπως και άλλοι μεγάλοι Έλληνες της σύγχρονης εποχής, είτε πρόκειται για μουσικούς, όπως τον Θεοδωράκη και τον Χατζιδάκι, είτε για ηθοποιούς, όπως την Μελίνα Μερκούρη και την Ειρήνη Παπά, είτε για λογοτέχνες, όπως τον Σεφέρη και τον Ελύτη, έχουν τοποθετήσει την χώρα τους, την χώρα μας, στον παγκόσμιο χάρτη, προσφέροντας πρώτα στο πανανθρώπινο σύνολο.  Αναδείχθηκαν , με άλλα λόγια, οι ίδιοι ως ονόματα, αλλά ταυτόχρονα και ως Έλληνες, γιατί, όπως και οι ίδιοι έχουν πει, είναι ο γενέθλιος τόπος τους που αποτέλεσε την πηγή της έμπνευσης, της δημιουργίας και της σύνθεσής τους.  Όπως ακριβώς και όλοι εσείς, οι οποίοι έχετε αναδείξει το όνομα της χώρας μας προσφέροντας στην χώρα που ζείτε τον εαυτό σας, την εργατικότητα και την προκοπή σας, βάζοντας ο κάθε ένας από σας την Ελλάδα στον χάρτη της Στουτγάρδης και της Βάδης-Βυρτεμβέργης.  Είστε και σεις, λοιπόν, θα μου επιτρέψεις να πω αγαπητέ Γιώργο, πρεσβευτές του Ελληνισμού, και αυτό δεν πρέπει να το λησμονήτε.  Και προτού στραφούμε στον Ελληνισμό κατά Νίκο Καζαντζάκη, σας παρακαλώ να στραφούμε στον λόγο του Σεβασμιωτάτου, τον οποίον επίσης θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμώς για την επίσης άμεση ανταπόκρισή του στην παράκλησή μου να απευθύνει έναν χαιρετισμό στην σημερινή εκδήλωσή μας.  

 

Η ημερίδα έκλεισε με την εισήγηση του κ. Γεωργίου Στασινάκη για την ζωή και το έργο του διακεκριμένου δημιουργού, πεζογράφου συγγραφέα και λογοτέχνη Νίκου Καζαντζάκη.