«Τα Αρχαία δεν έχουν Φωνή. Εσύ Έχεις»

gia 15 selida defteri«Να γίνουν όλοι οι πολίτες συμμέτοχοι στη διατήρηση του υλικού μας Πολιτισμού».

«Ό,τι δεν στηρίζει πια η Πολιτεία, δεν σημαίνει ότι πρέπει να καταρρεύσει. Ο καθένας μπορεί και οφείλει να αναλάβει ευθύνη και να λάβει θέση».

Συνέντευξη με τον Κωνσταντίνο Πασχαλίδη, Αρχαιολόγο, Επιμελητή Αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.

Επιμέλεια: Δρ. Νικόλαος Β. Παππάς.

kat_nikpap@yahoo.gr

Ο Κωνσταντίνος Πασχαλίδης γεννήθηκε το 1973 στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Από το 1992 και έως σήμερα συμμετέχει σε δεκάδες αρχαιολογικά προγράμματα ανασκαφών και τεκμηρίωσης ευρημάτων σε Κρήτη, Κέα, Κύθνο, Αχαΐα, Αργολίδα, Κεφαλονιά, Ιθάκη, Κέρκυρα, Χαλκιδική κ.α., καθώς και στις θέσεις Ghor as Safi και Tell Kafrein της Ιορδανίας. Από τον Σεπτέμβριο του 2002 εργάζεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο ως Επιμελητής των Προϊστορικών, Αιγυπτιακών και Ανατολικών Αρχαιοτήτων. Έχει μελετήσει και δημοσιεύσει τα ευρήματα του μινωικού νεκροταφείου στη θέση Τουρλωτή Σητείας και έχει γράψει επιστημονικά άρθρα, που πραγματεύονται θέματα ταφικών εθίμων, αρχιτεκτονικής, κεραμικής και χαλκοτεχνίας του Κρητομυκηναϊκού Κόσμου. Έχει καταθέσει τη διδακτορική του Διατριβή με θέμα το Μυκηναϊκό Νεκροταφείο του Κλάους Πατρών στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και αναμένει την ημερομηνία της κρίσης της.
Κύριε Πασχαλίδη, εργάζεστε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, του οποίου η πορεία είναι κοινή με τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Τι αντίκτυπο είχε η ταυτόχρονη αυτή διαδρομή στην ονομασία και στην εξέλιξή του;

Κύριε Παππά, χαίρομαι πολύ για την ευκαιρία που μου δίνετε να μιλήσω για την εμπειρία pasxalidis-325x183της εργασίας μου στο μεγάλο μας Μουσείο. Πρέπει ξεκινώντας να αποσαφηνίσω, τόσο σε εσάς όσο και στους αναγνώστες, ότι δεν μιλώ ως επίσημος εκπρόσωπός του αλλά ως ένας απλός εργαζόμενος και κάπως ανήσυχος Επιμελητής Αρχαιοτήτων της Προϊστορικής Συλλογής. Ανήσυχος, με την καλή έννοια!

Αν πρέπει να συνοψίσει κανείς την ιστορία της ίδρυσης του μεγαλύτερου και αρχαιότερου Μουσείου, μπορεί να πει ότι αυτό προέκυψε από την ανάγκη της συγκέντρωσης, φύλαξης και έκθεσης των αρχαιοτήτων της επικράτειας· μεταφέρθηκε ακολουθώντας τις μετακινήσεις της πρωτεύουσας (Αίγινα, Αθήνα)· στεγάστηκε κατά τις επιταγές της εποχής σε ιδρύματα και σε αρχαία μνημεία («Αέρηδες», στοά της Βιβλιοθήκης του Αδριανού, «Θησείο»)· εμπλουτίστηκε με την προσάρτηση των νέων εδαφών (προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Άρτας -1881)· προβλημάτισε και δίχασε την ηγεσία της χώρας ως προς τον τόπο ίδρυσής του [λόφος Αγίου Αθανασίου στον Κεραμεικό -σχέδια του Γερμανού αρχιτέκτονα Leon von Klenze (1836), οικόπεδο επί της οδού Πατησίων -σχέδια του Γερμανού αρχιτέκτονα Ludwig Lange (1860), νότια της Ακρόπολης -σχέδια του Θεόφιλου Χάνσεν (1868)], τον τίτλο και τον χαρακτήρα του· συνάντησε τεράστια οικονομικά προβλήματα στα οποία έδωσαν λύση οι εθνικοί ευεργέτες (Δημήτριος Μπερναρδάκης, Ελένη Τοσίτσα)· προβλημάτισε και δίχασε αρχιτέκτονες και μέλη των Επιτροπών που είχαν αναλάβει την εκπόνησή του και ολοκληρώθηκε περίπου εν μια νυκτί (από τον Ερνέστο Τσίλλερ που τροποποίησε τα σχέδια του Lange), χάρη στην πολιτική πρωτοβουλία (του βασιλιά Γεωργίου -1888), που προέκυψε με τρόπο κάπως συγκυριακό (βασιλικοί γάμοι του διαδόχου Κωνσταντίνου με τη Σοφία). Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι με πρωτοβουλία του Χαρίλαου Τρικούπη είχε εκδοθεί οκτώ χρόνια νωρίτερα το Βασιλικό Διάταγμα της 19ης Απριλίου 1881, που όριζε ότι το Κεντρικόν Μουσείον μετονομάζεται σε Εθνικόν Αρχαιολογικόν Μουσείον, μια απόφαση που ενδεχομένως να ήλθε για να αποτρέψει οποιαδήποτε σκέψη να μετονομαστεί σε Βασιλικόν, κάτι που συνέβη με το Βασιλικόν Θέατρον, τον Βασιλικό Κήπο και άλλα ιδρύματα της εποχής. Το βασιλικό διάταγμα του 1893 όριζε τον διοργανισμό του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, που αρθρώθηκε διοικητικά σε έξι Συλλογές (Προϊστορική, Γλυπτών, Αγγείων και Μικροτεχνίας, Χαλκών, Αιγυπτιακών και Επιγραφική), που εν πολλοίς διατηρούνται έως σήμερα, παρόλο που το νέο «Οργανόγραμμα» της Γενικής Γραμματείας Πολιτισμού (2012), προβλέπει τη συρρίκνωσή τους σε τρεις, για πρώτη φορά μετά από 120 χρόνια! Χαρακτηριστικά λοιπόν και επεισόδια, που δεν μας είναι καθόλου ξένα στη σύγχρονη πραγματικότητα. Αν συνεχίσει δε κανείς την εξιστόρηση των περιπετειών του, που δεν σταμάτησαν από την έναρξη της λειτουργίας του τη δεκαετία του 1880 έως σήμερα, θα νομίζει ότι μιλά για τις στροφές, τις συμφορές και τις συγκινήσεις της ίδιας της σύγχρονης ιστορίας του ελληνικού κράτους. Μικρασιατική Καταστροφή, Κατοχή, Δεκεμβριανά, Χούντα, Αττίλας, σεισμοί, ολυμπιακή προετοιμασία, οικονομική Κρίση, όλα τους άφησαν πληγές, επεκτάσεις και πληροφορίες στους τοίχους και στα αρχεία του.

Σήμερα, οι κοινωνίες έχουν ανάγκη τα εθνικά μουσεία;

Αν με ρωτάτε για την ανάγκη των Εθνικών Μουσείων στη δική μας κοινωνία, θα σας πω ότι είναι σαν να με ρωτάτε για τη σημασία της διατήρησης της μνήμης της ίδιας μας της Πολιτείας. Η ιστορία του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου αποτελεί μια αλληγορική αφήγηση της ιστορίας της χώρας, το Μουσείο είναι το ίδιο ένα έκθεμα ανάμεσα στον σύγχρονο ιστό της πόλης. Μπορεί με την αποστολή του ως χώρου έκθεσης των αριστουργημάτων της ελληνικής τέχνης να μην αφηγείται στοιχεία των αρχαίων κοινωνιών όπως κάνουν τα τοπικά αρχαιολογικά μουσεία, ωστόσο αποτελεί από μόνο του έναν καθρέφτη της νεότερης και της σύγχρονης κοινωνίας μας.

Παρόλο που είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς μέσα σε λίγες αράδες για το λεγόμενο «Έπος της Απόκρυψης» των ευρημάτων του Μουσείου πριν από την έλευση των γερμανικών στρατευμάτων, θα θέλαμε να μας πείτε λίγα λόγια για τους αναγνώστες που δεν το γνωρίζουν…

Σας λέω λοιπόν ότι μέσα σε έξι μήνες ολοκληρώθηκε ένα θαύμα κόπου και συντονισμού από ανθρώπους που δεν είχαν ιδέα ότι θα αντεπεξέρχονταν στις απαιτήσεις της Ιστορίας. Εργαζόμενοι του Μουσείου, αρχαιολόγοι, συντηρητές, εργατοτεχνίτες και φύλακες, δηλαδή όλοι αυτοί που λέγονται έως σήμερα Δημόσιοι Υπάλληλοι και ακούν τα εξ αμάξης, έβαλαν ένα στοίχημα. Να θάψουν ξανά στο χώμα τα εκατοντάδες αγάλματα και γλυπτά των εκθέσεων του Μουσείου και να εγκιβωτίσουν στα υπόγεια και σε άλλα ασφαλή σημεία της Αθήνας έναν τεράστιο αριθμό κινητών ευρημάτων από τις προθήκες. Και όλο αυτό από τον φόβο των βομβαρδισμών. Στην επιτυχία της απόκρυψης συνέβαλε ο έγκαιρος σχεδιασμός του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και βέβαια της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, που είχαν εκπονήσει σχέδια και οδηγίες σταλμένα εγκαίρως στις κατά τόπους Διευθύνσεις. Όταν οι Γερμανοί αξιωματικοί δρασκέλισαν τα μαρμάρινα σκαλοπάτια του Μουσείου το πρωί της Δευτέρας, 28 Απριλίου 1941, αντίκρισαν τις αίθουσες άδειες. Κάτι που συνέβη και στα υπόλοιπα μεγάλα μουσεία της χώρας, όπως μας πληροφορούν οι πηγές. Τα αρχαία έμειναν ασφαλή στις κρυψώνες τους ως την Απελευθέρωση και ακόμη αργότερα, κάτι που τα έσωσε από τους βομβαρδισμούς του Μουσείου στα Δεκεμβριανά. Με κόπο και διπλωματικές μάχες, ο αείμνηστος Χρήστος Καρούζος, Διευθυντής του Μουσείου, πέτυχε να ανακατασκευάσει το κτίριο και να ανοίξει σταδιακά τις εκθέσεις του από το 1947 ως το 1964, κάτι που δεν ήταν καθόλου εύκολο, τόσο λόγω έλλειψης πιστώσεων, όσο και λόγω των βλέψεων της πολιτικής ηγεσίας που είχε άλλα σχέδια για το λαβωμένο κτίριο: να το μετατρέψει σε Δικαστικό Μέγαρο και να παραχωρήσει την πτέρυγα της οδού Μπουμπουλίνας στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Οι περιπέτειες δεν είχαν τέλος.

Υπήρξαν και άλλες στιγμές στην Ελληνική Ιστορία που οι αρχαιότητες διαφυλάχτηκαν ως κόρην οφθαλμού αλλά υπήρξαν και στιγμές που πολύτιμα ευρήματα δόθηκαν σε ξένα χέρια, αντίφαση που αξίζει -θαρρώ- να σχολιάσετε…

Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για την παράνομη διακίνηση αρχαιοτήτων σε μια συζήτηση. Πρόκειται για μια πληγή για την οποία μεγάλη ευθύνη φέρουμε και εμείς. Και εννοώ όσοι ασχολούμαστε με την προβολή του παρελθόντος και της κληρονομιάς του και με την Παιδεία με την ευρεία έννοια. Οι λαθρανασκαφές και η διακίνηση ευρημάτων γίνεται σε μεγάλο βαθμό από πολίτες της χώρας αυτής. Δεν γίνεται από εξωγήινους. Αν είχαν συναίσθηση της βλάβης, της πληγής που ανοίγουν, αν είχαν δηλαδή την παιδεία να το γνωρίζουν, δεν θα το έκαναν. Η πρόσφατη καμπάνια του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων για τη συρρίκνωση του προσωπικού και της δύναμης της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας λόγω της οικονομικής Κρίσης με τον τίτλο «Τα Αρχαία δεν έχουν Φωνή. Εσύ Έχεις» στοχεύει σε αυτό ακριβώς. Να γίνουν όλοι οι πολίτες συμμέτοχοι στη διατήρηση του υλικού μας Πολιτισμού. Με την αντίστασή τους στη συρρίκνωση των δομών του Πολιτισμού και με την αφύπνιση της συνείδησης του καθενός. Ό,τι δεν στηρίζει πια η Πολιτεία, δεν σημαίνει ότι πρέπει να καταρρεύσει. Ο καθένας μπορεί και οφείλει να αναλάβει ευθύνη και να λάβει θέση. Μας αφορά όλους!

Τι μας διδάσκει το παράδειγμα του Χρήστου και της  Σέμνης Καρούζου; Υπάρχουν σήμερα μιμητές του έργου τους;

Οι σπουδαίοι αυτοί άνθρωποι που στήριξαν και έσωσαν το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο με κάθε τρόπο και για πολλά χρόνια είναι οπωσδήποτε υψηλά παραδείγματα προς μίμηση. Δεν μπορώ ωστόσο να μιλήσω για έλλειψη ήθους και πάθους των μεταγενέστερων αρχαιολόγων και των άλλων υπαλλήλων της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Έχω υπόψη μου πολλά παραδείγματα συναδέλφων -άλλων που αφυπηρέτησαν και άλλων εν ενεργεία- που έδωσαν και δίνουν την ψυχή τους καθημερινά.  Κοντά στα κριτήρια που κατά καιρούς ακούγονται ως εμβληματικά για τις κρίσεις υπαλλήλων σε θέσεις ευθύνης, θα ήθελα κάποια στιγμή να ακούσω και άλλο ένα. Τον βαθμό της αφοσίωσης και του δέους για ό,τι δεν έχει φωνή και σε υπερβαίνει. Σέβομαι τους ανθρώπους που αποδεικνύουν την αγάπη τους σε αυτό που τάχθηκαν να υπηρετούν. Οι σπουδαιότεροι διευθυντές που γνώρισα ήσαν και είναι αθόρυβοι.

Πολλές από τις συλλογές του Μουσείου παραχωρήθηκαν από δωρητές προς όφελος τόσο του ίδιου του Μουσείου όσο και της ενίσχυσης του Ελληνικού Κράτους. Παρατηρείται σήμερα κάτι ανάλογο; Ποια η γνώμη σας για τον θεσμό της δωρεάς;

Σε όλη τη διάρκεια του 19ου και του 20ου αιώνα το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο δέχτηκε, φύλαξε και ανέδειξε τεράστιας σημασίας συλλογές που δωρήθηκαν από μεγάλες προσωπικότητες της εποχής τους, με σκοπό την ενίσχυσή του. Πολλές μάλιστα δωρεές έγιναν με αφορμή τους εορτασμούς της επέκτασης της εθνικής μας επικράτειας. Δωρεές και παραχωρήσεις μεμονωμένων αρχαιοτήτων και συλλογών γίνονται ακόμη και σήμερα που μιλάμε. Δεν έπαψαν ποτέ. Με τις συνέπειες μάλιστα της οικονομικής Κρίσης, κάτοχοι τέτοιων αντικειμένων έρχονται να τα αφήσουν σε ασφαλέστερα από τα δικά τους χέρια. Και είναι και αυτή οπωσδήποτε μια κίνηση σεβαστή, ενδεικτική της ωριμότητας των πολιτών με συναίσθηση και Παιδεία.

Συμμετείχατε στην τελευταία αναμόρφωση του μεγαλύτερου Μουσείου της Ελλάδας. Πόσο δύσκολο είναι και τι απαιτείται για να περατωθεί ένα τέτοιας έκτασης εγχείρημα;

Δεν έχω ιδέα τι τράβηξε ο σπουδαίος Διευθυντής του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείο, Δρ. Νικόλαος Καλτσάς, που είχε την ευθύνη και τον συντονισμό αυτού του τεράστιου έργου. Κι έχω την εντύπωση, ότι όποιος δεν έχει βρεθεί στη θέση του, δεν μπορεί να απαντήσει στο ερώτημα. Να πω μόνο ότι θυμάμαι τον άψογο συντονισμό, την υποδειγματική συνεργασία και την ησυχία που επικρατούσε σε όλη τη διάρκεια της εκκένωσης των αιθουσών, της συρρίκνωσης των αποθηκών, της καθαίρεσης τοίχων, της ενίσχυσης του κτιρίου, της εγκατάστασης πολύ σπουδαίων υποδομών, της τοποθέτησης των εκατοντάδων χιλιάδων εκθεμάτων και της υπερηφάνειας των εγκαινίων. Με μια ησυχία, που προσωπικά την αποδίδω στους εξαιρετικούς συναδέλφους που είχαν την ευθύνη και που δυστυχώς δεν βρίσκονται πια εν ενεργεία, άλλοι λόγω συνταξιοδότησης και άλλοι λόγω… Εφεδρείας. Φανταστείτε ότι όλο αυτό το τιτάνιο έργο έγινε με συνέπεια και χωρίς εντάσεις. Και εμάς, τους νεότερους να έχουμε την τύχη να αγγίζουμε «τα άγια των αγίων» και να μαθαίνουμε τους τρόπους εργασίας από τους καλύτερους. Μεγάλη τύχη!

Υπήρξαν αναπάντεχα ευρήματα κατά τη διάρκεια της ανάπλασης του Μουσείου;

Βεβαίως. Πολλά θαύματα που ήλθαν στο φως, επειδή τους ταράξαμε τον ύπνο. Θυμάμαι τα σιδερένια πέταλα των αλόγων που ανακαλύψαμε κάτω ακριβώς από το τελευταίο σκαλοπάτι της κεντρικής εισόδου του Μουσείου. Και που τα είχαν σφηνώσει εκεί, μεταξύ των μαρμάρων και της θεμελίωσης, οι κτίστες του Ερνέστου Τσίλλερ, για να πατά το Μουσείο γερά εις τον αιώνα, μια πρακτική που όπως μάθαμε ήταν διαδεδομένη πριν από 130 χρόνια. Ο Διευθυντής μού ζήτησε τότε να βρω ένα σύγχρονο ανάλογο αντικείμενο και να το προσθέσουμε στην ίδια θέση, μαζί με ένα κέρμα κοπής του 2004. Για να στεριώσει και το δικό μας έργο.
Θυμάμαι ένα πρωί που μας φώναξαν οι φύλακες της εισόδου να παραλάβουμε δυο μαρμάρινα ανάγλυφα που άγνωστοι είχαν αποθέσει νύχτα στα σκαλιά του Μουσείου. Σαν να είχαν εκθέσει ορφανά που δεν μπορούσαν να αναθρέψουν. Άνθρωποι που θα μπορούσαν -όπως άλλοι- να τα έχουν «ξεφορτωθεί» οπουδήποτε. Αποφεύγοντας να τα παραδώσουν στην Αστυνομία, για να μην δώσουν προφανώς εξηγήσεις, τα απέθεσαν στα σκαλοπάτια του Μουσείου. Σαν μωρά.
Θυμάμαι τα ανέλπιστα ευρήματα στις «αχαρτογράφητες» αποθήκες αρχαιοτήτων του Μουσείου, που έπρεπε να εκκενώσουμε το 2003. Κοντά σε πολλά αναπάντεχα, τα οποία δεν θέλω να σας αποκαλύψω (!), βρέθηκαν και άλλα με την ένδειξη «Αντικυθήρων». Και ήταν τότε που ο Δρ. Νικόλαος Καλτσάς συνέλαβε την ιδέα της περίφημης και ομώνυμης περιοδικής έκθεσης που φιλοξενείται αυτήν την περίοδο στο Μουσείο με τεράστια επιτυχία.
Θυμάμαι την αποκάλυψη των θεμελίων του βόρειου προστώου του κτιρίου, όπως το είχε σχεδιάσει ο Ludwig Lange και που ο Τσίλλερ αποφάσισε να το καταχώσει και να τροποποιήσει την όλη κατασκευή. Και άλλα πολλά, πάρα πολλά, που τα ζήσαμε όσοι ήμασταν εκεί. Η εμπειρία του έργου της ανάπλασης του Μουσείου ήταν τεράστια και δεν εξιστορείται με συντομία.

Συγκριτικά με τις παλαιότερες εκθέσεις, το κοινό σήμερα αντικρίζει τα ίδια ή διαφορετικά εκθεσιακά σύνολα; Ποιες αρχές έχουν εφαρμοστεί, ώστε αυτά να είναι πιο εύληπτα από τον επισκέπτη;

Η αποστολή του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου είναι να παρουσιάσει πλήρως και ολοκληρωμένα την εξέλιξη της αρχαίας ελληνικής τέχνης μέσα από τα αριστουργήματά της. Και το πετυχαίνει, με την παράθεση χιλιάδων έργων που έχουν συνοχή, συμπληρώνονται και κατευθύνουν χρονολογικά και θεματικά τον επισκέπτη. Νομίζω ότι η επιμέλεια της νέας έκθεσης έχει αποφύγει τη «φλυαρία» ορισμένων αιθουσών, όπως τις θυμάμαι παλαιότερα και έχει επιτύχει την οργάνωση των εκθεμάτων με τον πιο εύληπτο δυνατό τρόπο. Πάρτε για παράδειγμα την έκθεση των γλυπτών της ρωμαϊκής περιόδου· είναι η πληρέστερη και εναργέστερη όσων έχω δει ανά τον κόσμο.
Δεν λέω ότι είναι εύκολο για τον αμύητο επισκέπτη να συλλάβει όλες τις έννοιες και τις διαδρομές της διδασκαλίας. Ούτε και ότι δεν θα μπορούσαν να γίνουν μικρές βελτιώσεις. Ωστόσο, παραδέχομαι ότι αυτός ο πλούτος των αρχαιοτήτων που στεγάζονται στο Μουσείο και αυτή η αποστολή δεν θα μπορούσε να γίνει πολύ διαφορετικά. Μια ματιά σε ανάλογα μουσεία του κόσμου μπορεί να μας πείσει. Δεν είμαι υποστηρικτής του εύκολου, του αφαιρετικού και του εντυπωσιακού σκηνογραφικά όσον αφορά αυτό το Μουσείο. Η αποστολή του δεν είναι ούτε εύκολη, ούτε αφαιρετική, ενώ πετυχαίνει μέσα στην πληθώρα των ερεθισμάτων του να είναι λιτή.

Πώς υποδέχεται το Μουσείο η κοινωνία; Το έχει ανάγκη; Υπάρχουν παραδείγματα που το αποδεικνύουν;

Να ξεκινήσω με μια αντιστροφή. Το Μουσείο υποδέχεται την κοινωνία με τον πιο γενναιόδωρο τρόπο. Παρουσιάζει τα πλουσιότερα σύνολα των αρχαίων θαυμάτων με το μικρότερο αντίτιμο που μπορεί κανείς να φανταστεί. Προσφέρει εξαιρετικά ενδιαφέροντα εκπαιδευτικά προγράμματα σε χιλιάδες μαθητές σχολείων κάθε χρόνο. Παρουσιάζει με κάθε αφορμή διοργανώσεις σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας, όπως εκθέσεις εικαστικών έργων, συναυλίες και θεατρικές παραστάσεις. Και κάτι που δεν είναι ευρέως γνωστό είναι ότι συμβάλλει τα μέγιστα στην αρχαιολογική έρευνα. Στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο κάθε χρόνο εκπονούνται περί τα 100 διαφορετικά ερευνητικά προγράμματα μικρής και μεγάλης κλίμακας. Ερευνητές και ειδικοί από όλον τον κόσμο εξυπηρετούνται από τους επιμελητές αρχαιοτήτων που εντοπίζουν και ανασύρουν από τις αίθουσες και τις αποθήκες αναρίθμητα αντικείμενα προς μελέτη και δημοσίευση. Σας πληροφορώ ότι ένα μεγάλο μέρος της διεθνούς έρευνας της ελληνικής αρχαιότητας γίνεται χάρη στη συμβολή του πρώτου Μουσείου της χώρας. Κάτι που δεν γνωρίζουν οι περισσότεροι και που συμβαίνει εδώ και 130 χρόνια.
Και τώρα στο ερώτημά σας. Η κοινωνία έχει αγκαλιάσει το Μουσείο με τρόπο απρόσμενο τα τελευταία χρόνια. Τόσο οι σπουδαίες και επάλληλες περιοδικές του εκθέσεις από το 2004 που άνοιξε ξανά, όσο και η διάχυτη ανασφάλεια της κοινωνίας εδώ και καιρό, έχουν ωθήσει τους πολίτες να επιστρέψουν εκεί που νιώθουν καλά, σε ό,τι τους κάνει υπερήφανους. Ενδεικτικά σας αναφέρω, ότι στον τελευταίο εορτασμό της αυγουστιάτικης πανσελήνου το 2012, μέσα σε πέντε ώρες ελεύθερης εισόδου εισήλθαν στο Μουσείο περί τους 5.000 επισκέπτες. Αριθμός πολλαπλάσιος από τις προηγούμενες χρονιές. Το ίδιο και με τον πρόσφατο εορτασμό της Διεθνούς Ημέρας Μουσείων τον Μάιο του 2013, που υπολογίζεται ότι μπήκαν στο Μουσείο πολλές χιλιάδες κόσμου. Έχει υπολογιστεί ότι με την έναρξη της λειτουργίας της έκθεσης του Ναυαγίου των Αντικυθήρων οι επισκέψεις στο Μουσείο έχουν αυξηθεί κατά 50%.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι χρειαζόμαστε τα μουσεία μόνο και μόνο για να φέρνουν χρήματα στον κρατικό κορβανά κι ότι οι αρχαιολόγοι που εργάζονται σε αυτά πρέπει να σκέφτονται και να ενεργούν όπως οι καλοί υπάλληλοι των επιχειρήσεων. Εσείς, τι πιστεύετε;

Θα πρότεινα σε όποιον πιστεύει αυτά τα πράγματα να έρθει και να παρακολουθήσει μια εβδομάδα εργασίας ενός οποιουδήποτε αρχαιολόγου της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Για να αποτυπώσει μια και καλή την εικόνα ενός υψηλότατα καταρτισμένου κλάδου επαγγελματιών, που προφέρει χωρίς να του ζητηθεί. Χωρίς να αμείβεται ανάλογα. Χωρίς να τον πιέζει ή να τον παρακολουθεί κανείς επόπτης παραγωγικότητας. Και αυτό συνέβαινε πάντοτε. Μια ματιά στα αρχεία και στις απεγνωσμένες επιστολές για την προστασία των αρχαιοτήτων, που φυλάσσονται στα Αρχεία της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, το αποδεικνύουν. Είμαστε και υπερήφανοι και δεν σηκώνουμε μύγα στο σπαθί μας.

Αφού σας ευχαριστήσω, θα ήθελα να κλείσουμε με το πώς φαντάζεστε το Μουσείο τα επόμενα χρόνια…

Δεν ξέρω αν θα είμαι εκεί για πολύ ή για λίγο. Έζησα τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου μέσα στις αίθουσες και στις αποθήκες του. Και η εμπειρία του ήταν παραπάνω από φιλόξενη και γενναιόδωρη για εμένα. Μπορώ να πω ότι έγινα καλύτερος άνθρωπος ζώντας μαζί του. Το Μουσείο πορεύτηκε πλάι στη χώρα για 132 χρόνια. Και θα συνεχίσει με και χωρίς εμάς. Είμαι σίγουρος ότι τα καλύτερα δεν έχουν ακόμη πραγματοποιηθεί. Έχει τεράστιες δυνατότητες και εξαιρετικό ανθρώπινο δυναμικό. Το Μουσείο μας υπερβαίνει. Και είναι τιμή μας που υπήρξαμε ένα μικρότατο μέρος της ιστορίας του. Σας ευχαριστώ πολύ για την υπομονή σας.