«Τα μουσεία πρέπει να λειτουργούν ως χώροι παραγωγής και όχι αποθήκευσης πολιτισμού»

Συνέντευξη με τον Γεώργιο Ρήγινο, Αρχαιολόγο, Αναπληρωτή Διευθυντή  της ΛΒ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.

Επιμέλεια: Δρ. Νικόλαος Β. Παππάς.

kat_nikpap@yahoo.gr

Ο Γεώργιος Ρήγινος γεννήθηκε στην Ξάνθη. Σπούδασε στο Τμήμα Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ινστιτούτο Κλασικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου του Μονάχου. Από  το 1984 εργάζεται ως Αρχαιολόγος στο νυν Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού (πρώην Υπουργείο Πολιτισμού), αρχικά στη ΙΘ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (Ε.Π.Κ.Α.) Θράκης και στη συνέχεια στην Η΄ Ε.Π.Κ.Α. Κέρκυρας – Θεσπρωτίας. Από το 2006 μέχρι το 2010 οργάνωσε και διηύθυνε τη νεοσύστατη ΛΓ΄ Ε.Π.Κ.Α. Πρέβεζας – Άρτας, ενώ τώρα είναι Αναπληρωτής Διευθυντής της ΛΒ΄ Ε.Π.Κ.Α. Ηγουμενίτσας.  Έχει συμμετάσχει σε ανασκαφές στη Μακεδονία και στη Θράκη, ενώ έχει διευθύνει ερευνητικές και σωστικές ανασκαφές στην Κέρκυρα, Θεσπρωτία, Πρέβεζα και Άρτα και εργασίες ανάδειξης σε αρχαιολογικούς χώρους της Θεσπρωτίας. Παράλληλα είχε την ευθύνη-συντονισμό για τη σύνταξη των μελετών ανάδειξης για πλειάδα μνημείων και αρχαιολογικών χώρων της Ηπείρου και για τη σύνταξη των μουσειολογικών-μουσειογραφικών μελετών για τα Μουσεία Ηγουμενίτσας, Νικόπολης και Άρτας, καθώς και για την έκθεση των αρχαιοτήτων στα Μουσεία Άρτας και Νικόπολης, ενώ έχει δημοσιεύσει πολυάριθμα άρθρα αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.

Κύριε Ρήγινε, μετά τον αείμνηστο Σωτήριο Δάκαρη, τον ακούραστο αρχαιολόγο της Ηπείρου, έλαχε σε σας ο κλήρος να συνεχίσετε, χρόνια μετά, το έργο του. Αλήθεια, πόσο βαρύ είναι ένα τέτοιο φορτίο;

Επιστήμονες σαν τον Καθηγητή Σωτήρη Δάκαρη αλλά και τον Άγγλο Ιστορικό Nicholas Hammond, με την εργασία τους σε εποχές δύσκολες, που συχνά -σε ό,τι αφορά την αρχαιολογική έρευνα- περιγράφονται και ως ηρωικές, έβαλαν στην ουσία την περιοχή της Ηπείρου στον αρχαιολογικό χάρτη. Το πλούσιο επιστημονικό τους έργο, αποτέλεσε και σε μεγάλο βαθμό αποτελεί τη στερεή βάση, πάνω στην οποία στηρίζονται όλες οι νέες ερευνητικές προσπάθειες στην περιοχή. Για όλους εμάς λοιπόν, που ασχολούμαστε με την αρχαιολογία της Ηπείρου, αποτελεί μεγάλη ευθύνη και ταυτόχρονα πρόκληση η συνέχιση του έργου αυτών των ανθρώπων, προς την κατεύθυνση της προώθησης της αρχαιολογικής έρευνας αλλά και της προστασίας και ανάδειξης των μνημείων της περιοχής. Ευτυχώς εμείς σήμερα διαθέτουμε περισσότερα μέσα, γεγονός που μας δίνει τη δυνατότητα να επιτελούμε το έργο μας με μεγαλύτερη, πιστεύω, αποτελεσματικότητα.

Έως τώρα έχετε διενεργήσει αρκετές ανασκαφές στη Θεσπρωτία. Μιλήστε μας σύντομα για τις έρευνές σας αυτές. Ποια καινούργια στοιχεία έφεραν στο φως;

Θα ήταν αδύνατον να αναφερθώ στο σύνολο των ερευνών, που πραγματοποιήθηκαν από εμένα τον ίδιο ή τους συνεργάτες μου μέσα σε 25 περίπου χρόνια, κατά τα οποία υπηρέτησα ως αρχαιολόγος στον πρώην Νομό (νυν Περιφερειακή Ενότητα) Θεσπρωτίας. Συνολικά θα έλεγα, ότι τα χρόνια αυτά χαρακτηρίστηκαν από μία αύξηση της αρχαιολογικής δραστηριότητας στον Νομό, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την αποκάλυψη και διερεύνηση σημαντικών νέων στοιχείων, τα οποία σε μεγάλο βαθμό συμπλήρωσαν την εικόνα που είχαμε για την ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή από την Παλαιολιθική περίοδο έως την Ύστερη Αρχαιότητα ανατρέποντας συχνά τα μέχρι τότε γνωστά δεδομένα.  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θεωρώ ιδιαίτερης σημασίας τις εργασίες ανάδειξης που πραγματοποιήθηκαν με χρηματοδότηση από το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης στους τέσσερις σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της Περιφερειακής Ενότητας. Χάρη στην επάρκεια πιστώσεων κατέστη δυνατή η πραγματοποίηση  εργασιών στους αρχαιολογικούς χώρους της Ελέας, της Φανωτής (Ντόλιανη), της Ελίνας (Δυμόκαστρο) και της Γιτάνης, οι οποίες όχι μόνον τους κατέστησαν επισκέψιμους και προσιτούς για το ευρύ κοινό αλλά και συνέβαλαν στην αποκάλυψη άγνωστων τοπογραφικών στοιχείων των τεσσάρων αυτών πόλεων της Θεσπρωτίας όπως για παράδειγμα οι κατόψεις των δημόσιων κτιρίων, που περιέβαλαν την Αγορά της Ελέας και η ακριβής μορφή των οχυρώσεων της Φανωτής που της επέτρεψαν να αντισταθεί με επιτυχία στις ρωμαϊκές λεγεώνες.

Πολλές θέσεις στη Θεσπρωτία ανασκάφηκαν εξαιτίας της χάραξης της νέας Εγνατίας οδού. Τελικά, η κατασκευή μεγάλων δημόσιων έργων μπορεί να θεωρηθεί ευχή ή κατάρα για την αρχαιολογία;

Η εμπειρία των μεγάλων αλλά και μικρότερων δημόσιων έργων, που εκτελούνται τις τελευταίες δύο και πλέον δεκαετίες στην Ελλάδα και ειδικότερα στην περιοχή της Ηπείρου, έδειξε ότι όταν εφαρμόζεται η νομοθεσία για την προστασία των αρχαιοτήτων, η εκτέλεσή τους τελικά δεν αποβαίνει σε βάρος της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς μας αλλά αντιθέτως στις περισσότερες περιπτώσεις προάγει την αρχαιολογική έρευνα. Χάρη στην παρακολούθηση των εκτεταμένων εκσκαφικών εργασιών που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο δημόσιων έργων, είτε πρόκειται για την κατασκευή της Εγνατίας οδού είτε για μικρότερα έργα όπως η ανέγερση δημόσιων κτιρίων ή αναδασμοί γης και η δημιουργία αρδευτικών δικτύων, είχαμε τη δυνατότητα να εντοπίσουμε και ανασκάψουμε δεκάδες νέες αρχαιολογικές θέσεις. Σε μικρότερο βαθμό κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με μικρότερα ιδιωτικά έργα, από την κεραία κινητής τηλεφωνίας έως την ανέγερση ιδιωτικών οικοδομών. Επομένως η πραγματοποίηση των δημόσιων και ιδιωτικών έργων, με την προϋπόθεση ότι εφαρμόζεται η νομοθεσία για την προστασία των αρχαιοτήτων και της πολιτιστικής κληρονομιάς, σε καμία περίπτωση δεν βλάπτει το έργο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας.

Τα τελευταία χρόνια στον χώρο της Θεσπρωτίας διεξάγει ανασκαφική έρευνα και το Φινλανδικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο. Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία; Πώς κρίνετε γενικά το έργο των ξένων αρχαιολογικών σχολών και ινστιτούτων στην Ελλάδα;

Οι ξένες αρχαιολογικές σχολές και ινστιτούτα δραστηριοποιούνται στη χώρα μας από την ίδρυση του Ελληνικού κράτους. Με τις πολύχρονες έρευνές τους σε όλα σχεδόν τα σημεία της ελληνικής επικράτειας έχουν αποκαλύψει σημαντικές πτυχές του ελληνικού πολιτισμού, συμβάλλοντας θετικά στην έρευνα αλλά και στην προβολή και ανάδειξη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Στην περιοχή της Θεσπρωτίας μέχρι το 2004 δεν είχε εκδηλωθεί ενδιαφέρον από κάποιο ξένο ινστιτούτο να δραστηριοποιηθεί ερευνητικά στην περιοχή. Οι Φινλανδοί ήταν οι πρώτοι που έστρεψαν την προσοχή τους στην περιοχή, προτείνοντας μάλιστα ένα πρόγραμμα που εξαρχής φάνηκε ότι θα λειτουργούσε συμπληρωματικά προς το έργο της τότε αρμόδιας για τον Νομό Θεσπρωτίας Η΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (Ε.Π.Κ.Α.). Πρόκειται για ένα διεπιστημονικό πρόγραμμα που στόχο έχει την ανασύσταση της διαχρονικής ιστορίας της κοιλάδας του Κωκυτού από την Παλαιολιθική περίοδο μέχρι τους Νεώτερους χρόνους μέσω της αρχαιολογικής και γεωλογικής έρευνας καθώς και της συλλογής Βυζαντινών, Ενετικών και Οθωμανικών γραπτών πηγών. Το πρόγραμμα με τη συμμετοχή και την επίβλεψη αρχαιολόγων της τοπικής Εφορείας έχει ήδη αποδώσει τους πρώτους καρπούς διευρύνοντας τις γνώσεις μας για άγνωστες περιόδους του θεσπρωτικού παρελθόντος, όπως η περίοδος από την Ύστερη Νεολιθική έως τη Μέση εποχή του Χαλκού.

Απ’ όσο γνωρίζουμε, τα τελευταία χρόνια ασχοληθήκατε εντατικά με την έκθεση των ευρημάτων στα δύο νεόδμητα Αρχαιολογικά Μουσεία Άρτας και Πρέβεζας. Πόσο δύσκολο τελικά είναι το στήσιμο ενός καινούργιου μουσείου;

Οι εργασίες για τη διαμόρφωση της έκθεσης και τον εξοπλισμό των Αρχαιολογικών Μουσείων Άρτας και Νικόπολης ξεκίνησαν το 2006. Η ΛΓ΄ Ε.Π.Κ.Α. ενεπλάκη στην εκτέλεση των εργασιών από την πρώτη ημέρα της ίδρυσής της, αρχικά σε συνεργασία με τη ΙΒ΄ Ε.Π.Κ.Α. και από την 1η Ιανουαρίου του 2007 ως μοναδικός φορέας υλοποίησης των δύο έργων.  Οι εργασίες διαμόρφωσης της έκθεσης των αρχαιοτήτων στα δύο Μουσεία ήταν μία δουλειά ιδιαίτερα απαιτητική, με την οποία και εγώ για πρώτη φορά ασχολήθηκα. Κύριο μέλημα τόσο δικό μου όσο και του συνόλου του προσωπικού της Εφορείας, το οποίο απασχολήθηκε στα δύο Μουσεία, ήταν η έκθεση των αρχαιοτήτων να οργανωθεί έτσι ώστε να προβάλει και να αναδεικνύει κατά τον καλύτερο τρόπο την ιστορία των δύο σπουδαίων αρχαίων πόλεων του Αμβρακικού, της Αμβρακίας και της Νικόπολης.

Οι νέες τεχνολογίες, αναπόσπαστο πια κομμάτι της σύγχρονης ζωής, κατά πόσο μπορούν να χρησιμοποιηθούν και σ’ ένα μουσείο του παρελθόντος, όπου παρουσιάζονται αρχαιολογικοί χώροι και ευρήματα;

Οι πολιτισμικές πληροφορίες, που τελικά δίνουν νόημα στα αντικείμενα, χαρακτηρίζονται από πολυμορφία και σχετίζονται με ένα ιδιαίτερο σύνθετο πλέγμα διασυνδέσεων. Όταν λείπουν αυτού του είδους οι πληροφορίες, η αξία, στην προκειμένη περίπτωση, των αρχαιολογικών ευρημάτων, μειώνεται δραματικά, καθώς αυτά υποβιβάζονται σε απλώς ωραία ή μυστηριώδη αντικείμενα, για τα οποία είναι γνωστές μόνον οι αισθητικές τους ιδιότητες. Με αυτή τη λογική λοιπόν οι νέες τεχνολογίες αποδεικνύονται ιδιαίτερα χρήσιμες. Στην περίπτωση των Αρχαιολογικών Μουσείων της ΆρτΡΗΓΙΝΟΣας και της Νικόπολης, προκειμένου να βοηθήσουμε τους επισκέπτες να κατανοήσουν τα ευρήματα, έχει προβλεφθεί, με γνώμονα πάντα την ανάδειξη των φυσικών αντικειμένων, η διακριτική και υποβοηθητική χρήση σύγχρονων οπτικοακουστικών μέσων όπως video, οθόνη αφής, ηλεκτρονικοί οδηγοί χειρός κ.ά.. Ωστόσο, οι νέες τεχνολογίες είναι ιδιαίτερα χρήσιμες και στον τομέα διαχείρισης και της τεκμηρίωσης των αρχαιολογικών συλλογών. Εμείς επιλέξαμε να χρησιμοποιήσουμε ένα κατάλληλα σχεδιασμένο κι ενημερωμένο σύστημα βάσης δεδομένων, όπου τα ψηφιοποιημένα πλέον ευρήματα καταγράφονται, τεκμηριώνονται και ταξινομούνται, γεγονός που έχει συνεισφέρει στην εύκολη αναζήτηση και ανάκτηση πληροφοριών. Παράλληλα ξεκίνησε και η ψηφιοποίηση και της βιβλιοθήκης των Μουσείων, προκειμένου να είναι προσβάσιμη τόσο σε νέους ερευνητές όσο και στο κοινό. Τέλος, και στον τομέα της συντήρησης των αρχαιοτήτων γίνεται εκτεταμένη χρήση σύγχρονων τεχνολογικών μέσων, προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή προστασία και ανάδειξη των ευρημάτων.

Σκεφθήκατε να δημιουργήσετε στο Μουσείο της Νικόπολης έναν χώρο εικονικής πραγματικότητας, όπου οι επισκέπτες θα είχαν τη δυνατότητα να βιώσουν μια 3D αναπαράσταση της Ναυμαχίας του Ακτίου, του κοσμοϊστορικού αυτού γεγονότος που έλαβε χώρα στην περιοχή μεταβάλλοντας το ρου της ιστορίας της αρχαιότητας;

Η νίκη του Οκταβιανού Αυγούστου στη Ναυμαχία του Ακτίου το 31 π.Χ. υπήρξε το έναυσμα τόσο για τη δημιουργία της ίδιας της Νικόπολης, όσο και για μια σειρά από γεγονότα που άλλαξαν τον τότε γνωστό κόσμο. Επομένως, η Ναυμαχία αποτελεί εξαιρετικά σημαντικό κομμάτι της κεντρικής ιδέας της έκθεσης του Μουσείου και την αφετηρία της μουσειολογικής διήγησης για την παρουσίαση της αρχαίας πόλης και της πορείας της μέσα στον χρόνο. Όπως είναι φυσικό μας είχε απασχολήσει ιδιαιτέρως ο τρόπος και τα μέσα που επρόκειτο να χρησιμοποιήσουμε προκειμένου ο επισκέπτης να αντιληφθεί τη σπουδαιότητα του ιστορικού αυτού γεγονότος. Ένας χώρος εικονικής πραγματικότητας θα ήταν ίσως ιδανικός, ωστόσο για τη δημιουργία μιας τέτοιας κατασκευής απαιτείται ειδικά διαμορφωμένος χώρος, τον οποίο οι ειδικοί αποκαλούν cave, που δυστυχώς δεν υπάρχει στο κτίριο του Μουσείου. Επιπλέον, αναγκαία είναι η ύπαρξη μιας εξειδικευμένης ομάδας προσωπικού που θα αναλάβει τη δημιουργία των πολύπλοκων γραφικών καθώς και το ειδικό λογισμικό και υπολογιστικό σύστημα που απαιτείται για την εφαρμογή αυτού του είδους τεχνολογίας. Γίνεται λοιπόν κατανοητό ότι σε αυτήν τη φάση δεν ήταν δυνατόν να υλοποιηθεί κάτι τέτοιο. Ωστόσο, ως Υπηρεσία είμαστε πάντα διαθέσιμοι και ανοιχτοί σε συνεργασίες με φορείς που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στην επίτευξη ενός τόσο ενδιαφέροντος εγχειρήματος.

Η πρώτη επαφή του κοινού με το Μουσείο της Νικόπολης, πολύ πριν αυτό ανοίξει και επίσημα τις πύλες του, ήταν η έκθεση που διοργανώσατε για το έργο του Πικάσο, «Γκερνίκα. Η ιστορία ενός πίνακα». Τι σας έκανε τότε να επιλέξετε ειδικά τον συγκεκριμένο πίνακα;

Η έκθεση «Γκερνίκα. Η ιστορία ενός πίνακα», η οποία οργανώθηκε αρχικά από το Ινστιτούτο Θερβάντες, είχε ως στόχο να παρουσιάσει μέσα από κείμενα μεγάλων Ισπανών καλλιτεχνών την ιστορία αυτού του οικουμενικού πίνακα από την ώρα που η Δημοκρατική Κυβέρνηση τον παράγγειλε στον διάσημο ζωγράφο, το 1937, έως τη στιγμή της επιστροφής του στην Ισπανία το 1981. Με ιδιαίτερη χαρά λοιπόν αποδεχθήκαμε την πρόταση της Πολιτιστικής Αντένας Πρέβεζας να φιλοξενηθεί η συγκεκριμένη έκθεση στους χώρους του Αρχαιολογικού Μουσείου Νικόπολης, βλέποντας σε αυτήν την εκδήλωση μία καλή ευκαιρία προκειμένου να έχουν οι πολίτες της Πρέβεζας μία πρώτη επαφή με τον χώρο του Μουσείου και κυρίως οι μαθητές των σχολείων που τελικά συμμετείχαν σε δύο εκπαιδευτικά προγράμματα, τα οποία οργανώθηκαν κατά τη διάρκεια της έκθεσης.

Αλήθεια, πώς οραματίζεστε τον ρόλο των νέων μουσείων στην τοπική κοινωνία;

Νομίζω ότι η περίπτωση της έκθεσης για την Γκερνίκα περιγράφει και τη λογική με την οποία πιστεύουμε ότι πρέπει να εκμεταλλευτούμε τα Μουσεία και στο μέλλον. Για αυτόν τον λόγο έχουν ήδη πραγματοποιηθεί σε αυτά μία σειρά εκδηλώσεων όπως ημερίδες, εκπαιδευτικά προγράμματα, διαλέξεις και εκθέσεις σύγχρονης τέχνης αλλά και μουσικές συναυλίες που σκοπό έχουν να τα εντάξουν στη ζωή των τοπικών κοινωνιών. Πάνω από όλα όμως τα δύο Μουσεία είναι κτίρια που φιλοξενούν αρχαιότητες. Για αυτό και πρωτίστως φροντίσαμε οι εκθέσεις των δύο Μουσείων να είναι με τέτοιο τρόπο διαμορφωμένες, ώστε να μπορούν να απευθύνονται σε όλες τις πιθανές ομάδες επισκεπτών, από τον εξειδικευμένο επιστήμονα έως τον απλό πολίτη που ενδιαφέρεται για την ιστορία και τα μνημεία του τόπου του. Κυρίως όμως θελήσαμε να δημιουργήσουμε Μουσεία που θα αρέσουν στα παιδιά, διότι πιστεύουμε ότι στο μεγαλύτερο ποσοστό τους οι επισκέπτες τους θα είναι οι μαθητές των σχολείων. Τέλος, συγχρόνως και παράλληλα με όλα τα Μουσεία θα πρέπει να λειτουργήσουν και ίσως αυτό για τα ελληνικά δεδομένα να είναι και το πιο δύσκολο, ως ερευνητικά κέντρα, τα οποία θα προάγουν την πρωτογενή ιστορική γνώση μέσα από τη μελέτη των αρχαιολογικών ευρημάτων που έχουν προκύψει και θα συνεχίσουν να προκύπτουν στο μέλλον από τους πολυάριθμους αρχαιολογικούς χώρους και θέσεις των δύο Περιφερειακών Ενοτήτων.

Εν κατακλείδι, ποια είναι κατά τη γνώμη σας η καλύτερη μέθοδος για να αρχίσει το κοινό και ειδικά τα παιδιά να βλέπουν το μουσείο σαν έναν χώρο οικείο και φιλικό και όχι ξένο και απόμακρο;

Συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω, θα έλεγα ότι η διαμόρφωση της έκθεσης των αρχαιοτήτων έτσι ώστε να απευθύνεται στον επισκέπτη με τρόπο ευχάριστο και συγχρόνως επιστημονικά τεκμηριωμένο είναι το πρώτο κρίσιμο βήμα στην κατεύθυνση της γνωριμίας του κοινού με το μουσείο. Από μόνη της ωστόσο η έκθεση δεν επαρκεί για να προσελκύσει το ενδιαφέρον του κοινού και ειδικά των παιδιών, τα οποία είναι μία ιδιαίτερη απαιτητική ομάδα επισκεπτών. Για τον λόγο αυτό είναι στην πρόθεσή μας ο σχεδιασμός και η υλοποίηση ανά τακτά διαστήματα εκπαιδευτικών προγραμμάτων, τα οποία θα απευθύνονται στα σχολεία της περιοχής. Τα πρώτα εκπαιδευτικά προγράμματα πραγματοποιήθηκαν πριν ανοίξουν τις πύλες τους τα Μουσεία και στόχο είχαν να γνωρίσουν τα παιδιά τους χώρους των Μουσείων, τους ανθρώπους που εργάζονται σε αυτά και κυρίως τη δουλειά που πραγματοποιείται προκειμένου να ολοκληρωθεί η έκθεση των αρχαιοτήτων σε αυτά. Τα αποτελέσματα και κυρίως η ανταπόκριση που είχαμε από την εκπαιδευτική κοινότητα και κυρίως από τους ίδιους τους μαθητές μάς ενθαρρύνουν ακόμα πιο οργανωμένα προς την ίδια κατεύθυνση. Σε συνδυασμό και με την πρόθεσή μας να συνεχιστεί η χρήση των δύο κτιρίων για την πραγματοποίηση ποικίλων πολιτιστικών εκδηλώσεων, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ελπίζω ότι θα προσεγγίσουμε σε μεγάλο βαθμό τον στόχο που έχουμε θέσει για μουσεία ενταγμένα στη ζωή των τοπικών κοινωνιών, τα οποία θα λειτουργούν ως χώροι παραγωγής και όχι αποθήκευσης πολιτισμού.