Τι είναι ο εθνικός ύμνος και πώς καθιερώθηκε ως θεσμός στα διάφορα κράτη

Ο Εθνικός Ύμνος των Ελλήνων
Η δημιουργία, η ιστορία, η καθιέρωση και η σημασία του ελληνικού Εθνικού Ύμνου

Γράφει ο δημοσιογράφος-ερευνητής Ευθύμιος Χατζηϊωάννου.

Τα περισσότερα κράτη έχουν ύμνους, που ορίζονται ως «τραγούδια εξύμνησης, αφοσίωσης ή πατριωτισμού». Οι περισσότεροι ύμνοι είναι είτε εμβατήρια, είτε ύμνοι στο ύφος. Ένας ύμνος γίνεται εθνικός ύμνος συνταγματικά, είτε με νόμο ή απλά από παράδοση. Ο βασιλικός ύμνος είναι πατριωτικό άσμα παρόμοιο με εθνικό ύμνο, με την διαφορά ότι εξυμνεί συγκεκριμένα τον μονάρχη ή την βασιλική δυναστεία. Τέτοιοι ύμνοι συνήθως εκτελούνται σε δημόσιες εμφανίσεις του μονάρχη ή σε άλλα γεγονότα βασιλικού ενδιαφέροντος. Κάποια κράτη χρησιμοποιούν, μάλιστα, τον βασιλικό ύμνο και ως εθνικό, όπως είναι ο εθνικός ύμνος της Ιορδανίας.
Ο παλαιότερος εθνικός ύμνος είναι ο ολλανδικός εθνικός ύμνος «Χετ Βιλχέλμους», ο οποίος γράφτηκε μεταξύ 1568 και 1572. Ο ιαπωνικός ύμνος «Kimi Ga Yo» έχει στίχους από ένα ποίημα της περιόδου 794-1185, όμως μελοποιήθηκε μετά το 1880. Οι ύμνοι άρχισαν να γίνονται βαθμιαία δημοφιλείς στα ευρωπαϊκά κράτη τον 18ο αιώνα. Για παράδειγμα ο βρετανικός εθνικός ύμνος «God Save the Queen» εκτελέστηκε για πρώτη φορά, υπό τον τίτλο τότε God Save the King, το 1745. Εντούτοις, ο πρώτος εθνικός ύμνος που υιοθετήθηκε επίσημα ως τέτοιος, είναι ο ισπανικός ύμνος «Μάρτσα ρεάλ», το 1770. Η προέλευσή του παραμένει αβέβαιη, ενώ έχουν προταθεί οι απόψεις, ότι έχει βενετσιάνικη καταγωγή από τον δέκατο έκτο αιώνα, ή ότι έχει συντεθεί από τον Μέγα Φρειδερίκο, ενώ είναι ένας από τους λίγους ύμνους, που δεν είχαν ποτέ επίσημους στίχους. Ο Γαλλικός ύμνος, «Η Μασσαλιώτιδα» γράφτηκε μισό αιώνα αργότερα το 1792 και υιοθετήθηκε το 1795.
Οι εθνικοί ύμνοι είναι συνήθως γραμμένοι στην πιο κοινή γλώσσα του κράτους, την de facto ή την επίσημη γλώσσα. Για παράδειγμα ο ινδικός ύμνος «Τζάνα Γκάνα Μάνα» είναι γραμμένος σε μία σανσκριτικοποιημένη εκδοχή της γλώσσας Μπενγκάλι, που και οι δύο είναι επίσημες γλώσσες της Ινδίας. Κράτη με πολλές εθνικές γλώσσες μπορεί να έχουν διάφορες εκδοχές του εθνικού τους ύμνου. Για παράδειγμα ο εθνικός ύμνος της Ελβετίας, «Ελβετικός ψαλμός» έχει τέσσερις εκδοχές στις τέσσερις επίσημες γλώσσες του κράτους, δηλαδή στα γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά και ρομανσικά. Η πρώτη στροφή του εθνικού ύμνου της Νέας Ζηλανδίας από παράδοση τραγουδιέται στα μαορί (Aotearoa) και η δεύτερη στα αγγλικά («God Defend New Zealand»). Η μουσική και για τις δύο εκδοχές είναι ίδια, οι στίχοι όμως δεν είναι επί λέξη μετάφραση. Ο εθνικός ύμνος της Νότιας Αφρικής είναι μοναδικός από την άποψη, ότι χρησιμοποιούνται πέντε από τις έντεκα επίσημες γλώσσες του κράτους στον ίδιο ύμνο, στο οποίο κάθε στροφή είναι σε άλλη γλώσσα.
Τα πρώτα εθνικά άσματα του νεοελληνικού κράτουςsolomos01
Από την αρχή που ξέσπασε η Επανάσταση του 1821 για την απελευθέρωση του υποδουλωμένου Γένους μας, δημιουργήθηκε η ανάγκη να καθιερωθεί ένας κοινός πατριωτικός ύμνος για τους Έλληνες, με σκοπό να τους ενώνει στον αγώνα τους «υπέρ πίστεως και πατρίδος» και να τους εμψυχώνει. Έτσι οι αγωνιζόμενοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν για τον σκοπό αυτό πολλά κλέφτικα τραγούδια, αποσπάσματα από τον Θούριο του Ρήγα Φεραίου και άλλα θρησκευτικά και πατριωτικά άσματα, μερικά από τα οποία ήταν ευρύτατα διαδεδομένα. Τους ύμνους και τα άσματα αυτά τα τραγουδούσαν σε στιγμές εθνικής έπαρσης, σε μάχες, σε επινίκιους πανηγυρισμούς, αλλά και όταν τιμούσαν τους αρχηγούς και τους πεσόντες συναγωνιστές τους. Δεν ήταν, όμως, δυνατό να καθιερωθεί την εποχή εκείνη ένας ενιαίος «εθνικός ύμνος» για όλους τους αγωνιζόμενους. Παρόλα αυτά διασώζονται κάποιοι από τους ύμνους αυτούς, που ήταν εκείνη την εποχή πολύ διαδεδομένοι. Ένας από αυτούς είναι και το πατριωτικό τραγούδι, που παραθέτουμε, το οποίο βασίζεται στο ποίημα του Κωνσταντίνο Κοκκινάκη (1781 Αίγινα – 1831 Χίος), λόγιο της εποχής:

Ω, λυγηρόν και κοπτερόν σπαθί μου,
κι εσύ τουφέκι, φλογερόν πουλί μου.
Εσείς τον Τούρκον σφάξατε,
τον τύραννον σπαράξατε,
ν’ αναστηθεί η Πατρίς μου,
να ζήσει το σπαθί μου.

Για της Πατρίδος την Ελευθερίαν,
για του Χριστού την πίστιν την αγίαν,
γι’ αυτά τα δύο πολεμώ,
μ’ αυτά να ζήσω επιθυμώ
και αν δε τα αποκτήσω,
τι μ’ ωφελεί να ζήσω;

Μέχρι το 1865 δεν υπήρχε επίσημος εθνικός ύμνος, καθώς επί Καποδίστρια χρησιμοποιούνταν ως ύμνοι του νεοσύστατου κράτους μας κατά περίσταση διάφοροι θούριοι, ενώ επί βασιλείας του Όθωνα είχε καθιερωθεί ως εθνικός ύμνος ο μουσικός σκοπός του βαυαρικού εθνικού ύμνου, στον οποίο είχαν προσαρμοστεί οι ελληνικοί στίχοι «Τον Βασιλέα μας Όθωνα τον Πρώτον σώσον Θεέ. Αύξησον, κράτυνον την βασιλεία του. Τον Βασιλέα μας σώσον Θεέ» Έμελλε, όμως, λίγο αργότερα το Έθνος μας και το νεοσύστατο νεοελληνικό κράτος αποκτήσει έναν επίσημο και αναγνωρισμένο διεθνώς εθνικό ύμνο, το μελοποιημένο υπέροχο ποίημα του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού, αφιερωμένο στο υπέρτατο αγαθό των Ελλήνων, την Ελευθερία.

Ποιός ήταν ο Διονύσιος Σολωμός

Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στις 8 Απριλίου του 1798 στη solomos02Ζάκυνθο, ως εξώγαμο τέκνο του κόντε Νικόλαου Σολωμού και της υπηρέτριάς του Αγγελικής Νίκλη. Σε πολύ μικρή ηλικία έμεινε ορφανός και το 1808 έφυγε για σπουδές στην Ιταλία, με τη συνοδεία του Ιταλού δασκάλου του Ρώσση. Επτά χρόνια αργότερα πήρε το απολυτήριο από το Λύκειο της Κρεμόνας και γράφτηκε στο πανεπιστήμιο της Παβίας, απ’ όπου πήρε το πτυχίο της Νομικής. Παράλληλα με τις σπουδές στη νομική, για την οποία ουδέποτε ενδιαφέρθηκε επαγγελματικά, άρχισε να γράφει στίχους στην ιταλική γλώσσα, ενώ ήρθε σε επαφή με διαπρεπείς φιλοσόφους, φιλολόγους και αξιόλογους εκπροσώπους της λογοτεχνικής κίνησης της εποχής. Το 1818 επέστρεψε στη Ζάκυνθο, όπου παρέμεινε για δέκα χρόνια. Εκεί άρχισε να γράφει τα πρώτα του αξιόλογα στιχουργήματα στα ελληνικά. Το πρώτο εκτενές ελληνικό ποίημά του και πλέον γνωστό είναι ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν». Λίγο αργότερα, συνέθεσε το λυρικό ποίημα «Εις τον θάνατο του Λόρδου Μπάυρον» και ακολούθησαν «Η καταστροφή των Ψαρών», «Η Φαρμακωμένη», «Ο Λάμπρος», «Εις Μοναχήν», «Ο Κρητικός», «Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι», «Ο Πορφύρας». Στα τέλη του 1828 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Κέρκυρα, συνεχίζοντας την ενασχόλησή του με την ποίηση σχεδόν απομονωμένος. Δεν έκανε ούτε ένα ταξίδι στην ελευθερωμένη Ελλάδα, γιατί, όπως υποστηρίζεται, «δεν εσυνηθούσε να θεατρίζει στο εθνικό του φρόνημα αλλά μες το άγιο βήμα της ψυχής». Στις 3 Φεβρουαρίου του 1849 παρασημοφορήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος, διότι «με την ποίηση του διέγειρε τα αισθήματα του λαού στον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία». Πέθανε στις 9 Φεβρουαρίου του 1857 στην Κέρκυρα, ύστερα από αλλεπάλληλες εγκεφαλικές συμφορήσεις. Τα οστά του μεταφέρθηκαν το 1865 στη Ζάκυνθο και τοποθετήθηκαν αρχικώς σ’ ένα μικρό μαυσωλείο στον τάφο του Κάλβου.

Πότε και πως καθιερώθηκε ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» ως Εθνικός μας Ύμνος

Το ποίημα «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» γράφτηκε από τον Διονύσιο Σολωμό τον Μάιο του 1823 στην Ζάκυνθο και ένα χρόνο αργότερα τυπώθηκε στο Μεσολόγγι. Το ποίημα συνδυάζει στοιχεία από τον ρομαντισμό αλλά και τον κλασικισμό. Οι στροφές που χρησιμοποιούνται είναι τετράστιχες ενώ στους στίχους παρατηρείται εναλλαγή τροχαϊκών οκτασύλλαβων και επτασύλλαβων. Το 1828 μελοποιήθηκε από τον Κερκυραίο Νικόλαο Χαλικιόπουλο-Μάντζαρο (1795-1872, ευρύτερα γνωστό μόνο με το επίθετο Μάντζαρος) επάνω σε λαϊκά μοτίβα, για τετράφωνη ανδρική χορωδία. Η μουσική του Εθνικού Ύμνου είναι γραμμένη σε ρυθμό 3/4, στο ρυθμό του Τσάμικου, του πιό λεβέντικου Ελληνικού χορού. Από τότε ακουγόταν τακτικά σε εθνικές γιορτές, αλλά και στα σπίτια των Κερκυραίων αστών και αναγνωρίστηκε στη συνείδηση των Ιονίων ως άτυπος ύμνος της Επτανήσου. Ακολούθησαν και άλλες μελοποιήσεις από τον Μάντζαρο (2η το 1837 και 3η το 1839-1840), ο οποίος υπέβαλλε το έργο του στον βασιλιά Όθωνα (4η «αντιστικτική» μελοποίηση, Δεκέμβριος 1844).manzaros001
Παρά την τιμητική επιβράβευση του μουσικοσυνθέτη Νικόλαου Χαλικιόπουλου-Μάντζαρου με τον Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρα (Ιούνιος 1845) και του Διονυσίου Σολωμού με Χρυσό Σταυρό του ίδιου Τάγματος (1849), το έργο (και ειδικά η πρώτη μελοποίησή του) διαδόθηκε μεν ως «θούριος», αλλά δεν υιοθετήθηκε ως ύμνος από τον πρώτο βασιλιά του Νεοελληνικού Κράτους. Ο Μάντζαρος το 1861 επανεξέτασε για 5η φορά το έργο, αυτή τη φορά σε ρυθμό εμβατηρίου κατά παραγγελία του υπουργού Στρατιωτικών. Όταν ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ επισκέφθηκε την Κέρκυρα το 1865 για να παρευρεθεί στις εκδηλώσεις της ένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα, άκουσε την εκδοχή για ορχήστρα πνευστών της αρχής της πρώτης μελοποίησης, που έπαιζε η μπάντα της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κερκύρας και του έκανε εντύπωση. Ακολούθως με Βασιλικό Διάταγμα του Υπουργείου Ναυτικών της τότε Κυβέρνησης Αλ. Κουμουνδούρου (υπουργός Δ. Στ. Μπουντούρης), το χαρακτήρισε «επίσημον εθνικόν άσμα» και διατάχθηκε η εκτέλεσή του «κατά πάσας τας ναυτικάς παρατάξεις του Βασιλικού Ναυτικού». Επίσης ενημερώθηκαν οι ξένοι πρέσβεις, ώστε να παίζεται και από τα ξένα πλοία στις περιπτώσεις απόδοσης τιμών προς τον βασιλιά της Ελλάδας ή την Ελληνική Σημαία. Από τότε καθιερώθηκε και θεωρείται ως εθνικός ύμνος της Ελλάδας.
Το σύνολο της πρώτης μελοποίησης του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν» τυπώθηκε για πρώτη φορά σε 27 μέρη στο Λονδίνο το 1873, ένα χρόνο μετά το θάνατο του συνθέτη του. Ο αντισυνταγματάρχης ε.α. Μαργαρίτης Καστέλλης, πρώην διευθυντής Μουσικού Σώματος, διασκεύασε τον «Εθνικό Ύμνο» για μπάντα, κι αυτή η μεταγραφή (από την οποία απουσιάζει η σύντομη εισαγωγή) παίζεται από τις στρατιωτικές μπάντες μέχρι σήμερα. Πάντως, αξίζει να σημειωθεί, ότι στα επτανησιακά μουσικά αρχεία σώζονται διασκευές του έργου για μπάντα, χρονολογούμενες τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1840. Το ποίημα «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» αποτελείται από 158 τετράστιχες στροφές• από αυτές οι 24 πρώτες στροφές καθιερώθηκαν ως Εθνικός μας Ύμνος το 1865. Από αυτές μόνο οι δύο πρώτες είναι εκείνες, που ανακρούονται και συνοδεύουν πάντα την έπαρση και την υποστολή της σημαίας και ψάλλονται σε επίσημες στιγμές και τελετές:

Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Έτσι και παρά το γεγονός, ότι και οι 158 στροφές του ποιήματος ομοιοκαταλήγουν και μπορούν να τραγουδιστούν στην μουσική του Εθνικού Ύμνου, τελικά μόνο οι πρώτες δύο στροφές καθιερώθηκαν και αποτελούν τον Εθνικό Ύμνο της χώρας μας. Κατά τη διάρκεια της ανάκρουσής του αποδίδονται ορθίως τιμές στρατιωτικού χαιρετισμού «εν ακινησία».
Ο Εθνικός μας Ύμνος καθιερώθηκε και χρησιμοποιείται επίσης από το 1966 και ως εθνικός ύμνος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η πατριωτική διάσταση του Εθνικού μας Ύμνου
Κάθε Μάϊο η μνήμη μας στρέφεται στον ιστορικό εκείνο Μάϊο του 1823, όταν o Διονύσιος Σολωμός έγραφε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα τις 158 στροφές του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν». Βρισκόταν στην γενέτειρά του Ζάκυνθο και παρακολουθούσε από εκεί την πολιορκία του Μεσολογγίου. Ήταν εγκατεστημένος στο σπίτι του φίλου του Στράνη, στον ομώνυμο λόφο, λίγο πιό έξω από την πόλη. Λέγεται μάλιστα, ότι σε στιγμές βαθειάς συγκίνησης φώναζε: «Βάστα καημένο Μεσολόγγι»! Και έγραφε. Εμπνεόταν από τον δίκαιο αγώνα των Ελλήνων, που είχε ξεκινήσει δύο χρόνια πρίν. Ο επαναστατημένος Μωριάς απείχε μερικά μόνο μίλια από τις ακτές της Αγγλοκρατούμενης Ζακύνθου και τα νέα της Επανάστασης έφθαναν γρήγορα εκεί. Έτσι ο Σολωμός μπορούσε να μαθαίνει όλες τις εξελίξεις του Αγώνα των επαναστατημένων Ελλήνων.averof01
Όπως προαναφέραμε, η καθιέρωση του έργου του ως επίσημος Εθνικός Ύμνος της Ελλάδος έγινε το 1865, όμως ο ποιητής δεν πρόλαβε να ζήσει αυτή την χαρά, διότι είχε πεθάνει τό 1857. Τουλάχιστον πρόλαβε να δει ένα μικρό μέρος της Ελλάδος ελεύθερο. Ὁ Ύμνος του είχε επιδράσει θετικά στο ηθικό των επαναστατών, όπως είχε συμβεί και με τον Θούριο του Ρήγα Φεραίου. Είναι άραγε συμπτωματικό, ότι ὁ Σολωμός γεννήθηκε τό 1798, δηλαδή την χρονιά κατά την οποία στραγγαλίσθηκε από τους Τούρκους στο Βελιγράδι ὁ Ρήγας Βελεστινλής; Πολλά έχουν γραφεί και έχουν λεχθεί για το ποίημα αυτό, το οποίο προκαλεί ρίγη συγκίνησης σε κάθε Έλληνα, εντός ή εκτός Ελλάδος. Το ποίημα αυτό αποτέλεσε εκτός των άλλων μια υψίστης σημασίας πολιτική πράξη και «θεμέλιον ιερόν ερμηνείας και αξιοποιήσεως της Επαναστάσεως», είναι δε κατά τον λόγιο Ιάκωβο Πολυλά (1825-1896) «ο πρώτος γνήσιος καρπός της ελληνικής φαντασίας, ύστερα από είκοσι αιώνες μαρασμού της». Ο ιστορικός μας Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (1815-1891 το χαρακτηρίζει ως «εν των μάλλον υψιπετών τολμημάτων της νεωτέρας ελληνικής ποιήσεως».
Ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» ορίζει την Ελευθερία, την Ελλάδα, την Θρησκεία με νέα πλατύτατα όρια, σύμφωνα με την παράδοση, την πίστη του Έθνους και την ιστορία του παρόντος και του παρελθόντος. Δίνει νόημα στον Αγώνα, στις μάχες, στις εκδικήσεις, στις σφαγές και τις θυσίες. Εξαίρει τους ηρωϊσμούς και τα κατορθώματα σε όλη την επαναστατημένη Ελλάδα, ταυτίζει τους αρχαίους με τους νέους Έλληνες, θέτει οδηγό την Χριστιανική μας Ορθόδοξη πίστη και χωρίς να εξαίρει τα προσωπικά κατορθώματα των αγωνιστών, εξισώνει την αξία του αίματος όλων των πολεμιστών μας. Όμως, το πιο σημαντικό και διαχρονικό διδακτικό του μήνυμα είναι, ότι η διχόνοια αποτελεί ολέθριο κακό, ενώ η ομόνοια αποτελεί το αποτελεσματικότερο όπλο των Ελλήνων.

Η θρησκευτική σημασία και αξία του ελληνικού Εθνικού Ύμνου

Ας δούμε, τώρα την ιδιαίτερη Ορθόδοξη Χριστιανική διάσταση του έργου. Ο Σολωμός θεωρεί και διακηρύσσει, ότι ο Αγώνας του Γένους δεν γίνεται μόνο για την Ελευθερία της Πατρίδας μας, αλλά και για την Πίστη του Χριστού. Η θρησκευτικότητα του Σολωμου είναι διάχυτη σε πάμπολλα έργα του. Είναι δε εντυπωσιακή η σύνδεσή του με την Ορθοδοξία , αν λάβουμε υπ’ όψη, ότι έλειψε πολλά χρόνια, σπουδάζοντας στην Ιταλία με Ρωμαιοκαθολικούς δασκάλους. Ο καθηγητής Ηρακλής Καλλέργης γράφει σχετικά:
«Ας προσθέσουμε ότι, όσο ὁ Σολωμός προχωρά στη μελέτη της ελληνκής γλώσσας και όσο εμβαθύνει στο νόημα της ποίησης, τόσο η θρησκευτικότητά του συνδέεται στενότερα με τα ιδανικά της πατρίδας και της Ελευθερίας. Όσο περνούν τα χρόνια η πίστη του παίρνει ελληνικότερο χρώμα, αλλά και το ιδανικό της πατρίδας θεμελιώνεται στην θρησκευτική αυτή πίστη και από εκεί παίρνει δύναμη και βάθος. Η συνύφανση αυτή των δύο ἰδανικών, που ορίζουν ολόκληρο τό έργο του Σολωμού, εκδηλώνεται έκτυπα στον «Ὕμνον εἰς τήν Ἐλευθερίαν», όπου -καθώς παρατηρεί ο ἀείμνηστος καθηγητής Νικόλαος Τωμαδάκης-, «ἡ Ελευθερία, η Ἑλλάδα καί η Θρησκεία ορίζονται με νέα πλατύτατα όρια, σύμφωνα με την Παράδοση, την Πίστη του Έθνους και την Ιστορία του παρελθόντος και του παρόντος, ενώ μετά από τόσους αιώνες ποιητικής αδράνειας ενώθηκαν πάλι ο θαυμασμός προς την Ελλάδα και η πίστη στη δικαιοσύνη του Θεού».
Το κατ’ εξοχή σημείο του Ύμνου όπου ο ποιητής διατρανώνει την πνευματική συμπόρευση Ορθοδοξίας και Ελληνισμού είναι οι στροφές 88 -92, που αναφέρονται στην πρώτη πολιορκία τοῦ Μεσολογγίου. Τις παραθέτουμε, διότι δυστυχώς πολλοί συμπατριώτες μας γνωρίζουν μόνον τις δύο πρώτες στροφές του ύμνου:

Πῆγες εἰς τό Μεσολόγγι
Τήν ἡμέρα τοῦ Χριστοῦ,
Μέρα πού ἄνθισαν οἱ λόγγοι
Γιά τό τέκνο τοῦ Θεοῦ.

Σοὖλθε ἐμπρός λαμποκοπῶντας
Ἡ Θρησκεία μ’ ἕνα Σταυρό,
Καί τό δάκτυλο κινῶντας
Ὁπού ἀνεῖ τόν οὐρανό,

Σ’αὐτό, ἐφώναξε , τό χῶμα
Στάσου ὁλόρθη, Ἐλευθεριά·
Καί φιλῶντας σου τό στόμα
Μπαίνει μές στήν ἐκκλησιά.

Εἰς τήν Τράπεζα σιμώνει,
Καί τό σύγνεφο τό ἀχνό
Γύρω γύρω της πυκνώνει
Πού σκορπάει τό θυμιατό.

Ἀγρικάει τήν ψαλμωδία
Ὁπού ἐδίδαξεν αὐτή·
Βλέπει τή φωταγωγία
Στούς Ἁγίους ἐμπρός χυτή.

Είναι αξιοσημείωτο, ότι για να ἐξηγήσει τον στίχο «μέρα που άνθισαν οι λόγγοι» ο ίδιος ο ποιητής γράφει στις σημειώσεις του, που συνοδεύουν τον Ύμνο: «Ἀγαλλιάσθω ἔρημος καί ἀνθείτω ὡς κρίνον.Ἠσαῒας κεφ. λε’ «. Ενώ σαφή αναφορά στο κεφ. κα’ της Αποκάλυψης του Ἰωάννου κάνουν οι στροφές 97 καί 98 του Ύμνου.

Μέ φωνή πού καταπείθει
Προχωρῶντας ὁμιλεῖς·
«Σήμερ’ ἄπιστοι, ἐγεννήθη,
Ναί τοῦ κόσμου ὁ Λυτρωτής.

Αὐτός λέγει…Ἀφοκρασθῆτε.
Ἐγώ εἶμ’Ἄλφα, Ὠμέγα ἐγώ·
Πέστε ποῦ θά ἀποκρυφθῆτε
Ἐσεῖς ὅλοι ἄν ὀργισθῶ;

Η προσήλωση του Σολωμού στην Ορθόδοξη Εκκλησία γίνεται φανερή και από τον θρήνο του για τον απαγχονισμό του Εθνομάρτυρα Πατριάρχου Γρηγορίου Ε’. Ο θρήνος καταγράφεται στις στροφές 135 και 136 του Ύμνου.

Ὅλοι κλαῦστε· ἀποθαμένος
Ὁ ἀρχηγός τῆς Ἐκκλησιᾶς·
Κλαῦστε, κλαῦστε· κρεμασμένος
Ὡσάν νἄτανε φονιάς.

Ἔχει ὁλάνοικτο τό στόμα
Π’ὧρες πρῶτα εἶχε γευθεῖ
Τ’ Ἅγιον Αἷμα, τ’ Ἅγιον Σῶμα·
Λές πώς θέ νά ξαναβγεῖ….

Ποιά ήταν, λοιπόν, τα ιδανικά των αγωνιστών του 1821; Σαφώς η Χριστιανική Πίστη και η Ελευθερία της Πατρίδας. Αυτά δηλώνουν τα κείμενά τους. Κι’ όμως σήμερα κάποιοι αμφισβητούν την Ιστορία, θέλουν δε να την ξαναγράψουν, διαστρεβλώνοντάς την, για δικούς τους ιδιοτελείς σκοπούς. Όμως, μέσα στον Εθνικό Ύμνο των Ελλήνων ο Διονύσιος Σολωμός διερμηνεύει ξεκάθαρα τα αισθήματα όλων των εξεγερμένων Ρωμιών και βάζει αυτά τα λόγια στο στόμα της Ελευθερίας: (στροφές 148 καί 149).

Τέτοια ἀφήστενε φροντίδα·
Ὅλο τό αἷμα ὅπου χυθεῖ
Γιά θρησκεία καί γιά πατρίδα
ὅμοιαν ἔχει τήν τιμή.

Στό αἷμα αὐτό πού δέν πονεῖτε
Γιά πατρίδα, γιά θρησκειά,
Σᾶς ὁρκίζω ἀγκαλιασθῆτε
Σάν ἀδέλφια γκαρδιακά.

Ο «Ύμνος εἰς την Ελευθερίαν» του Διονυσίου Σολωμού μπορεί κάλλιστα νά ονομαστεί και ο «Εθνικός Ύμνος των Ορθοδόξων». Γι’ αυτό και ο γνωστός πανεπιστημιακός δάσκαλος και κληρικός π. Γεώργιος Μεταλληνός παρατηρεί χαρακτηριστικά: «Μέσα στο πλαίσιο αυτό μπορούν να θεωρηθούν ορθόδοξα οι αναφορές του στο υπερκόσμιο φως,. Στην ποίησή του κυριαρχεί η ουράνια φωτοχυσία. Η Ελευθερία -ο μόνιμος έρωτάς του- είναι λουσμένη στο φως: Φως το χέρι, φως το πόδι, κι όλα γύρω σου είναι φως». Εντελώς πασχαλινή η ατμόσφαιρά του: «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια» ( βλ. στροφή 95 του Εθνικού Ύμνου).
Το φως, όμως, αυτό δεν είναι φυσικό-κτιστό, διότι αναβλύζει από την Αγία Τράπεζα
(«γλυκοφέγγει ἀπ’ τή θυρίδα τσ’ ἅγιας Τράπεζας τό φῶς». Εἰς τόν θάνατον τοῦ Λόρδου Μπάυρον, στροφή 111) και είναι ουράνιο ( «τό φῶς πού σέ στολίζει… σάν ἡλίου φεγγοβολή καί μακρόθεν σπινθηρίζει δέν εἶναι, ὄχι, ἀπό τή γῆ». Ὕμνος εἰς τήν Ἐλευθερίαν, στροφή 94) .
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο Διονύσιος Σολωμός, που δικαιολογημένα πήρε τον τίτλο του «εθνικού» μας ποιητή δίνει με το έργο του μια ξεχωριστή και βαρυσήμαντη μαρτυρία Ορθοδοξίας και Ελληνισμού.
Η μαρτυρία αυτή αποτελεί την αποστομωτική απάντηση σε όλους όσοι αρνούνται την σύνδεση της Ορθοδοξίας με την εθνική μας ταυτότητα, είτε λόγω άγνοιας είτε από οποιαδήποτε κακόβουλη πρόθεση. Στα σημερινά χρόνια της «Νέας Εποχής» και της Παγκοσμιοποίησης, που πολλοί θέλουν να καταργήσουμε -σαν έθνος και σαν κράτος- τον Εθνικό μας Ύμνο, με τον οποίο γαλουχήθηκαν γενιές και γενιές Ελλήνων, οφείλουμε όλοι μας να συνειδητοποιήσουμε, ότι αυτός αποτελεί για τους σημερινούς και τους μελλοντικούς Έλληνες, όχι μόνο ένα θαύμα της νεοελληνικής λογοτεχνικής δημιουργίας και μια ανεκτίμητη εθνική, πολιτιστική και ιστορική παρακαταθήκη, αλλά και ένα μοναδικό «θησαυρό» πανανθρώπινων ηθικών αξιών και συμπυκνωμένης ιστορικής γνώσης, φιλοσοφίας, που συσπειρώνει και «σφραγίζει» την ανά τον κόσμο διαχρονική παρουσία του Ελληνισμού.