Το ελληνικό μέλι είναι πλουσιότερο σε αρωματικές ουσίες και σε θρεπτικά συστατικά

Μιλά σήμερα στην THRASIVOULOU  για την μελισσοκομία και τους νέους ανθρώπους ο κ.  Ανδρέας Θρασυβούλου, καθηγητής της Γεωπονικής Σχολής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Του  Αποστόλη Ζώη.

«Οι μελισσοκόμοι θεωρούνται και είναι από τους πλέον ενημερωμένους αγρότες. Συμμετέχουν σε διαρκή σεμινάρια, ημερίδες, διαβάζουν βιβλία και κλαδικά περιοδικά, είναι σε διαρκή επαφή με τους ειδικούς του κλάδου και πάνω απ’ όλα έχουν μεράκι και αγαπούν αυτό με το οποίο ασχολούνται».

Αυτά ανάμεσα σε άλλα δηλώνει σήμερα στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ, ο κ. Ανδρέας Θρασυβούλου, καθηγητής και διευθυντής του Εργαστηρίου Μελισσοκομίας-Σηροτροφίας, της Γεωπονικής Σχολής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

O καθηγητής Ανδρέας Θρασυβούλου γεννήθηκε στη Λευκωσία Κύπρου.

Είναι πτυχιούχος της Γεωπονοδασολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. και κάτοχος διδακτορικού διπλώματος από το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Πενσυλβανίας των Η.Π.Α. (Penn State Univ.) στην Εντομολογία με εξειδίκευση στη Μελισσοκομία.

-Ποιες επιστημονικές λύσεις θεωρείτε αναγκαίες για την αντιμετώπιση προβλημάτων, όπως η εξαπάτηση του καταναλωτή, η αισχροκέρδεια, ο αθέμιτος ανταγωνισμός, η αύξηση των κρουσμάτων νοθείας και η αποθάρρυνση του μελισσοκόμου παραγωγού, που προκύπτουν από κενά της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για τη διακίνηση των αμιγών κατηγοριών μελιού;

«Τα παραπάνω προβλήματα δημιουργούνται από την ανεξέλεγκτη διακίνηση του εισαγόμενου μελιού ως ελληνικού, από τη σκόπιμα λανθασμένη βοτανική προέλευση του μελιού και την απόκρυψη της χώρας προέλευσης του προϊόντος.

Α) H ανεξέλεγκτη διακίνηση του εισαγόμενου μελιού αποτελεί και το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η ελληνική μελισσοκομία και ασφαλώς η αγορά. Για να ελεγχθεί θα πρέπει:

Η επιστημονική κοινότητα να αναπτύξει μεθόδους διαφοροποίησης του εγχώριου από τα εισαγόμενα μέλια και τα μίγματά τους. Οι μέθοδοι αυτοί να στηρίζονται στα φυσικοχημικά, μικροσκοπικά και οργανοληπτικά χαρακτηριστικά των εγχώριων και των εισαγόμενων μελιών.

Το έργο αυτό να ολοκληρωθεί με τη συνεργασία των ειδικών επιστημόνων της Ευρώπης που ασχολούνται ερευνητικά με τον ποιοτικό έλεγχο του μελιού και διαθέτουν πληροφορίες για τα μέλια που παράγονται τόσο στις χώρες τους όσο και τα εισαγόμενα. Στη συνάντηση της Θεσσαλονίκης αποφασίστηκε η συνεργασία των επιστημόνων αυτών και η δημιουργία άτλαντας γυρεομορφολογίας των ευρωπαϊκών και εισαγόμενων μελιών καθώς επίσης και η ανταλλαγή πληροφοριών.

Για να μπορούν να εφαρμοστούν οι μέθοδοι διάκρισης του εγχώριου από το εισαγόμενο μέλι, θα πρέπει να νομοθετηθούν σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης. Χωρίς τη νομοθέτηση αυτή το πρόβλημα θα διαιωνίζεται και θα περιοριστεί στη απλή δημοσίευση επιστημονικών εργασιών σε έγκριτα επιστημονικά περιοδικά.

Παράλληλα η πολιτεία θα πρέπει να βοηθήσει ώστε να ελεγχθεί η διακίνηση του εισαγόμενου μελιού με έλεγχο της αποθήκης των εμπόρων-εισαγωγέων και εφαρμογή μεθόδων οι οποίες θα εντοπίσουν τη διακίνηση και του τελευταίου κιλού μελιού που εισάγεται. Για κάθε παρτίδα μελιού που εισάγεται να λαμβάνεται αντιδείγμα το οποίο θα στέλνεται στο φορέα ελέγχου για πλήρη ανάλυση των μικροσκοπικών, φυσικοχημικών και οργανοληπτικών χαρακτηριστικών. Το εργαστήριο αυτό θα δημιουργήσει βάση δεδομένων με τα χαρακτηριστικά των εισαγόμενων μελιών. Έτσι, θα μπορεί οποιανδήποτε στιγμή ο έλεγχος να προσδιορίσει τη γεωγραφική προέλευση του δείγματος

Β) Αναγραφή της βοτανικής προέλευσης του μελιού (π.χ. πευκόμελο, ελάτης, θυμαρίσιο, πορτοκαλιάς κ.λ.π.). Η οδηγία της Ε.Ε. 2001/110ΕΕ δεν καθορίζει τα χαρακτηριστικά των αμιγών κατηγοριών μελιού. Η Ελλάδα με την απόφαση 127/2004 του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων καθόρισε τα μικροσκοπικά χαρακτηριστικά 8 αμιγών κατηγοριών ελληνικού μελιού.

Η απόφαση αυτή βοήθησε σημαντικά ώστε να περιοριστεί η εξαπάτηση του καταναλωτή όσο αφορά την βοτανική προέλευση του προϊόντος. Απαιτείται όμως περαιτέρω: α) Ο καθορισμός των οργανοληπτικών και φυσικοχημικών χαρακτηριστικών των αμιγών κατηγοριών μελιού και β) Η εναρμόνιση των μεθόδων ανάλυσης των εξειδικευμένων εργαστηρίων όσο αφορά τα μικροσκοπικά χαρακτηριστικά. Απαιτείται κοινό πρωτόκολλο ελέγχου του μελιού ώστε για το ίδιο μέλι να δίνονται ίδια αποτελέσματα. Θα πρέπει να αποφασιστεί σε ποια ποσοστά θα αφαιρούνται οι υπεράριθμοι γυρεόκοκκοι (over-represented) της καστανιάς, ευκαλύπτου και άλλων φυτών, σε ποια ποσοστά θα δίνεται ο αμιγής χαρακτηρισμός σε 81 φυτά που οι γυρεόκοκκοι εμφανίζονται σε ιδιαίτερα μικρές συγκεντρώσεις (under-represented), μέχρι σε ποιο επίπεδο θα προχωρά η μικροσκοπική αναγνώριση των φυτών (τύπος, οικογένεια, είδος) και άλλα ανοικτά θέματα της μελισσοπαλυνολογικής ανάλυσης.

Γ)Αναγραφή της γεωγραφικής προέλευσης του μελιού. Η οδηγία της ΕΕ 2001/110ΕΕ επιτρέπει να αναγράφεται στην ετικέτα, αντί της χώρας προέλευσης η ένδειξη «ΜΙΓΜΑ ΕΚ και ΕΚΤΟΣ ΕΚ» όταν το προϊόν προέρχεται από δύο ή περισσότερες χώρες. Τό «παραθυράκι» αυτό του νόμου επέτρεψε στους εισαγωγείς να αποκρύπτουν κατά κανόνα την προέλευση του μελιού και να αναγράφουν με πολύ μικρά γράμματα την ένδειξη ΜΙΓΜΑ σε θέση της ετικέτας που δύσκολα πέφτει στην αντίληψη του καταναλωτή. Έτσι, ο καταναλωτής ποτέ δεν γνώριζε την γεωγραφική προέλευση του προϊόντος. Η Ελλάδα και η Ιταλία είναι οι μοναδικές χώρες της Ευρώπης οι οποίες αποφάσισαν την υποχρεωτική αναγραφή της χώρας προέλευσης (Απόφαση ΑΧΣ 183/2001, ΦΕΚ 19/Β/13-01-2011). Η απόφαση όμως αυτή μέχρι σήμερα δεν έχει πλήρως εφαρμοστεί και αρκετές συσκευασίες εισαγόμενου μελιού συνεχίζουν να μην αναγράφουν τη χώρα προέλευση. Η απόφαση αυτή θα πρέπει να επιβληθεί και να εφαρμοστεί άμεσα. Παράλληλα, το μέτρο αυτό θα πρέπει να προωθηθεί (εάν δεν έγινε) σε ευρωπαϊκό επίπεδο για να έχει νομικά αναμφισβήτητη αξία».

-Εκτιμάτε ότι η μελισσοκομία μπορεί να αποτελέσει μια σημαντική λύση στο οικονομικό αδιέξοδο της χώρας; Τι πρέπει όμως να γίνει;

«Η μελισσοκομία μπορεί να προσφέρει οικονομικό διέξοδο σε νέους ανθρώπους φτάνει να αγαπήσουν τις μέλισσες, να διαβάσουν και να ασχοληθούν με το αντικείμενο και να μην βιαστούν. Η μελισσοκομία εύκολα μαθαίνεται αλλά δύσκολα εξασκείται σε επαγγελματική βάση. Υπολογίζεται ότι απαιτούνται 4-5 χρόνια εμπειρίας για να ασχοληθεί κάποιος επαγγελματικά με τις μέλισσες. Η πολιτεία μπορεί να βοηθήσει τον κλάδο δημιουργώντας υποδομές ανάπτυξης και να λάβει μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος. Βασική προϋπόθεση επιτυχίας ενός μελλοντικού μελισσοκόμου είναι η αρχική του εκπαίδευση

Η εκπαίδευση των μελισσοκόμων είναι αρμοδιότητα των εκπαιδευτικών και ερευνητικών ιδρυμάτων και Οργανισμών όπως είναι τα Πανεπιστήμια, ΤΕΙ, ΕΘΙΑΓΕ, OΓΕΕΚΑ –ΔΗΜΗΤΡΑ κ.ά. Οι εκπαιδευτές είναι άτομα με μεταπτυχιακές σπουδές, διδακτορικά διπλώματα, ερευνητική δραστηριότητα και εμπειρία στην μελισσοκομία. Οι εκπαιδευόμενοι άτομα τα οποία πρωτίστως αγαπούν τη μέλισσα, έχουν μεράκι για τη μελισσοκομία, ξεκινούν με λίγα μελίσσια και καταλήγουν σε επαγγελματίες του χώρου μετά από αρκετά χρόνια απασχόλησης με τις μέλισσες. Πρόσφατα όμως εμφανίστηκαν ιδιώτες, μελισσοκόμοι, έμποροι, άσχετοι και σχετικοί με αμφίβολες υποδομές και γνώσεις, να ανακοινώσουν πρόγραμμα εκπαίδευσης μελισσοκόμων, να ιδρύουν Μελισσοκομικές Σχολές, να παραδίδουν μαθήματα Μελισσοκομίας σε επίδοξους νέους μελισσοκόμους με το αντίστοιχο αντίτιμο. Οι εκπαιδευόμενοι είναι συνήθως άνεργοι τους οποίους τα ΜΜΕ από υπερβάλλοντα ζήλο τους έστρεψαν στην μελισσοκομία ως το επάγγελμα του μέλλοντος στο οποίο χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια θα τους δώσει διέξοδο στο βιοποριστικό τους πρόβλημα.

Η εξέλιξη αυτή στην μελισσοκομία πέραν από την εκμετάλλευση της αγωνίας για τον αγώνα επιβίωσης νέων ατόμων και ανέργων, για τον ίδιο τον κλάδο, εγκυμονεί πολλαπλούς κινδύνους».

-Δηλαδή;

«Μελισσοκόμος ο οποίος ξεκινά το επάγγελμα υπό την πίεση της οικονομικής κρίσης και όχι από το μεράκι και την αγάπη για την μέλισσα, στερούμενος ταυτόχρονα της απαραίτητης θεωρητικής και πρακτικής κατάρτισης, πιθανό να οδηγηθεί σε αποτυχίες και αργότερα σε εγκαταλελειμμένα άρρωστα μελίσσια. Η αύξηση των κρουσμάτων ελληνοποίησης εισαγόμενων προϊόντων κυψέλης, η παραπληροφόρηση του καταναλωτή και η παραγωγή υποβαθμισμένων προϊόντων κυψέλης είναι επίσης πιθανά σενάρια μιας τέτοιας κατάστασης. Σ΄αυτά ασφαλώς θα πρέπει να υπολογιστεί και η απόγνωση στην οποία θα οδηγηθούν νέα άτομα τα οποία επένδυσαν ελπίδες και χρήμα σε επάγγελμα στο οποίο εκ των υστέρων δεν θα μπορούν να ανταποκριθούν.

Οι μελισσοκόμοι θεωρούνται και είναι από τους πλέον ενημερωμένους αγρότες. Συμμετέχουν σε διαρκή σεμινάρια, ημερίδες, διαβάζουν βιβλία και κλαδικά περιοδικά, είναι σε διαρκή επαφή με τους ειδικούς του κλάδου και πάνω απ’ όλα έχουν μεράκι και αγαπούν αυτό με το οποίο ασχολούνται. Η ημιμάθεια στην μελισσοκομία συνοδευμένη με μειωμένο ενδιαφέρον για το ίδιο το έντομο θα οδηγήσει σε λανθασμένα αποτελέσματα και πιθανό τον κλάδο σε περιπέτειες».

-Ποια είναι η ποιότητα του ελληνικού μελιού σε παγκόσμιο επίπεδο;

«α) Λόγω του ξηροθερμικού κλίματος η απόδοση των φυτών σε νέκταρ στην Ελλάδα είναι μικρή με αποτέλεσμα οι μέλισσες δύσκολα συλλέγουν το νέκταρ. Όσο πιο δύσκολα και αργά οι μέλισσες συλλέγουν το νέκταρ τόσο περισσότερο το συμπυκνώνουν και το εμπλουτίζουν με αρωματικές ουσίες, ένζυμα και άλλα συστατικά. Γι’ αυτό και το ελληνικό μέλι είναι πλουσιότερο σε αρωματικές ουσίες, σε θρεπτικά συστατικά και είναι πολύ πιο πυκνό (λιγότερη υγρασία) από εισαγόμενα μέλια χωρών με πυκνή και συνεχή βλάστηση.
β) Το ελληνικό μέλι δέχεται μικρότερη επεξεργασία από άλλα μέλια και διατηρεί την θρεπτική του αξία.
γ) Οι γεύσεις των ελληνικών μελιών είναι περισσότερο οικείες στους έλληνες καταναλωτές.
δ) Είναι ένα καλά μελετημένο προϊόν με ταυτοποιημένα χαρακτηριστικά που μπορούν να ελεγχθούν.
ε) Οι έλληνες μελισσοκόμοι χαρακτηρίζονται ως οι πλέον ενημερωμένοι αγρότες, είναι ιδιαίτερα σχολαστικοί στην ποιότητα του προϊόντος που διαθέτουν και εφαρμόζουν κανόνες ορθής μελισσοκομικής πρακτικής».

-Κατά καιρούς έχετε δώσει στη δημοσιότητα διάφορες δικές σας επιστημονικές έρευνες για την διατροφική αξία του μελιού. Μπορείτε να αναφερθείτε σε αυτή; Γιατί πρέπει να καταναλώνουμε μέλι;

«Το μέλι είναι βιολογικό προϊόν, που παρασκευάζουν οι μέλισσες από τους χυμούς των φυτών μέσω του νέκταρος των ανθέων ή των μελιτοεκκρίσεων. Είναι μια φυσική τροφή που δεν δέχεται καμιά επεξεργασία και αποτελείται από πολλά συστατικά που στο σύνολό τους ξεπερνούν τα 180. Τα απλά και σύνθετα ζάχαρα του μελιού, τα μεταλλικά στοιχεία, τα λιπαρά και οργανικά οξέα, τα αμινοξέα, οι αρωματικές ουσίες, τα αντιβιοτικά, οι βιταμίνες, τα ένζυμα και τα άλλα συστατικά που συνυπάρχουν στο μέλι και η οργανική τους διασύνδεση του προσδίδουν μοναδικές ιδιότητες.

Ο ανθρώπινος οργανισμός παρομοιάζεται με μηχανή που ενέργειά της είναι η ζάχαρη. Το μέλι είναι εκλεκτή καύσιμη ύλη της ανθρώπινης μηχανής και κατώτερη η βιομηχανική ζάχαρη. Το μόνο κοινό γνώρισμα της ζάχαρης και του μελιού είναι η προέλευσή τους, που και για τα δύο είναι κατά βάση ο φυτικός χυμός. Το μέλι ωστόσο παραμένει ένα αγνό, φυσικό, ανεπεξέργαστο προϊόν ενώ η ζάχαρη ένα προϊόν βιομηχανικής και χημικής επεξεργασίας. Η ραφιναρισμένη ζάχαρη αποτελείται αποκλειστικά από σουκρόζη, ενώ αυτή περιέχεται στο μέλι συνήθως σε πολύ μικρές αναλογίες που δεν ξεπερνούν το 10%.

Η συχνή κατανάλωση ζάχαρης οδηγεί σε διαβήτη, έλκη του στομάχου, σε πυώδη αμυγδαλίτιδα, στη συντόμευση της νεότητας και γενικά στην κατάρρευση της υγείας. Η συχνή χρησιμοποίηση μελιού δίνει δύναμη και ευεξία στον οργανισμό. Βοηθά την λειτουργία των ενδοκρινών αδένων του οργανισμού και τον ελαττωματικό μεταβολισμό, ρυθμίζει τη λειτουργία του εντέρου και βοηθά στο να αντιμετωπιστεί η δυσκοιλιότητα. Είναι δυναμωτικό και καταπραϋντικό.

Είναι εύκολο να πειστεί ο άνθρωπος ότι η ζάχαρη είναι κατώτερη από το μέλι, αλλά αρκετά δύσκολο να απομακρυνθεί από την προτίμησή του στη ζάχαρη. Η προτίμηση αυτή είναι περισσότερο συνήθεια παρά συνειδητή επιλογή και μόνο η εισαγωγή μελιού στη καθημερινή διατροφή και η από αυτή ωφέλεια μπορεί να πείσει στην αναγκαία και επιβαλλόμενη από την υγεία αυτή αλλαγή».