Γράφει ο δημοσιογράφος Ευθύμιος Χατζηϊωάννου.

Η μετανάστευση βυζαντινών λογίων στην Δύση μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης και η πολύτιμη συμβολή τους στην Ευρωπαϊκή Αναγέννηση.

 

 

 xatzi1111

Από την ιστορία γνωρίζουμε, ότι μετά την άλωση της Πόλης το 1453 και την τελική διάλυση και υποδούλωση της πάλαι ποτέ  λαμπρής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στους Οθωμανούς Τούρκους, οι Έλληνες λόγιοι που διασώθηκαν και αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην Δύση, υπήρξαν οι ύστατοι πνευματικοί φορείς του βυζαντινού κόσμου που έσβηνε, αλλά και οι εκπρόσωποι του νεώτερου ελληνισμού, καθώς είχαν συναίσθηση της ελληνικής τους καταγωγής και παιδείας αλλά και του ένδοξου ελληνικού κλασσικού παρελθόντος. Αυτοί, λοιπόν, οι Έλληνες λόγιοι του Βυζαντίου, που μετά την Άλωση διασκορπίσθηκαν στις χώρες της Ευρώπης,  με το επιστημονικό, φιλολογικό και εκδοτικό τους έργο βοήθησαν σε σημαντικό βαθμό την Δύση να ανακαλύψει την πολιτιστική της ταυτότητα στην κληρονομιά και τις αξίες του αρχαίου κλασσικού ανθρωπισμού και να προχωρήσει με ταχύτερους ρυθμούς στην Αναγέννηση των Γραμμάτων και των Τεχνών, αφήνοντας πίσω της τα σκοτεινά χρόνια του Μεσαίωνα . Αναζητώντας καταφύγιο, ελευθερία, ασφάλεια, πνευματική και επαγγελματική αναγνώριση, αλλά και τις κατάλληλες συνθήκες να συνεχίσουν και να μεταλαμπαδεύσουν το πνευματικό τους έργο και τις αξίες τους, εκατοντάδες διακεκριμένοι στα Γράμματα και στις Τέχνες Έλληνες μετανάστευσαν οικογενειακώς και εγκαταστάθηκαν σε διάφορες χώρες της Ευρώπης. Ως πρώτο τους σταθμό επέλεγαν την Ιταλία, ως χώρο πιο κοντινό και οικείο, κατάλληλο για τα πνευματικά τους ενδιαφέροντα. Το κλίμα που επικρατούσε στην Ιταλία τα χρόνια εκείνα ήταν ευνοϊκό για την καλλιέργεια των Γραμμάτων και  κάποιοι Έλληνες λόγιοι φυγάδες, που είχαν εγκατασταθεί εκεί πριν από την Άλωση, είχαν ανοίξει ήδη τον δρόμο για όσους λογίους του Βυζαντίου μετά το 1453 κατέφευγαν στην Δύση. Κέντρα που συγκέντρωναν την προτίμησή τους ήσαν η Φλωρεντία, η Βενετία και η Ρώμη, πνευματικά κέντρα των  Γραμμάτων και των Επιστημών, πόλεις πρωτοπόρες στο κίνημα της Αναγέννησης. Η Φλωρεντία, υπό την οικογένεια των Μεδίκων, είχε καταστεί σπουδαίο παιδευτικό και πολιτιστικό κέντρο. Ο Κόζιμο (Κοσμάς) Μέδικος (1434-1464), ένθερμος προστάτης των ανθρωπιστικών ιδεωδών και των καλλιτεχνών, είχε εντυπωσιασθεί από την διετή παραμονή και την πνευματική παρουσία του Έλληνα φιλοσόφου Γεωργίου Γεμιστού – Πλήθωνα στην πόλη του, το 1437-1439, όταν συνόδευσε ως σύμβουλος τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Ιωάννη Η στην Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίαςκαι θέλησε να ιδρύσει στην Φλωρεντία την «Πλατωνική Ακαδημία» για την διάδοση της πλατωνικής σκέψης. 

 

Ο Γεώργιος Γεμιστός – Πλήθων και το φιλοσοφικό του έργο

 

Ο Γεώργιος Γεμιστός (13551452), που επέλεξε για τον εαυτό του το παρώνυμο Πλήθων, ώστε να θυμίζει το όνομα Πλάτων, ήταν Έλληναςφιλόσοφος. Γεννήθηκε στη Κωνσταντινούπολη και το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε εκεί, αποκτώντας τεράστια μόρφωση. Το 1400εγκαταστάθηκε στον Μυστρά, την πρωτεύουσα του Δεσποτάτου του Μορέως, όπου ίδρυσε φιλοσοφική σχολή. Μεταξύ των μαθητών του συγκαταλέγονται οι Βησσαρίων, Γεννάδιος Σχολάριος, Ιωάννης Αργυρόπουλος, Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, Γεώργιος Ερμητιανός και πολλοί άλλοι. Ο Γεώργιος Γεμιστός υπήρξε ένθερμος υπερασπιστής της φυσικής και πολιτισμικής συνέχειας του Ελληνισμού («εσμέν Έλληνες το γένος, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί»), βαθύς γνώστης του πλατωνισμού, συνέθεσε πολλούς ύμνους προς τους Έλληνες θεούς, συγκρότησε τον φιλοσοφικο-λατρευτικό «κύκλο» του Μυστρά, και συνέγραψε τα έργα «Περί ων Αριστοτέλης προς Πλάτωνα διαφέρεται» και «Περί νόμων». Επί του τελευταίου έργου του ξεκίνησε μια έντονη φιλοσοφική διαμάχη  με τον πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο, ο οποίος υποστήριζε αριστοτελικές απόψεις. Ο Πλήθων αντίθετα συνέρραψε πλατωνικές απόψεις μαζί με άλλες των στωικών, του Ζωροάστρη και δικές του, καταλήγοντας σε μια πολιτική και κοινωνική αναδιοργάνωση, από την οποία θα προέκυπτε μια πολιτεία βασισμένη σε μεταρρυθμισμένη εκδοχή του αρχαιοελληνικού πολυθεϊσμού, και στην οποία οι άνθρωποι «κάλλιστα τε και άριστα βιώεν, και εις όσον οίον τε ευδαιμονέστατα».

Ο Πλήθων διετέλεσε σύμβουλος των ηγεμόνων του Δεσποτάτου του Μυστρά αλλά και των τελευταίων αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, κατείχε δε ανώτερο διοικητικό αξίωμα (magistratura).Στη διάρκεια της παραμονής του στη Φλωρεντία η προσωπικότητα, η μόρφωση και η ευγλωττία του Πλήθωνα εντυπωσίασε ιδιαιτέρως τους Ιταλούς ανθρωπιστές.Ο Πλήθων πέθανε υπέργηρος από φυσικά αίτια στην Λακεδαίμονα το 1452. Λόγω της καθόδου των Οθωμανών που ακολούθησε μετά από λίγα χρόνια, οι περισσότεροι μαθητές του, ανάμεσα στους οποίους και ο μετέπειτα καρδινάλιος Βησσαρίων, έφυγαν στην Ιταλία, ενώ το 1466 Ιταλοί θαυμαστές του με επικεφαλής τον Σιγισμούνδο  Μαλατέστα εισέβαλαν στην Λακεδαίμονα, πήραν τα οστά του και τα μετέφεραν στο Ναό των Μαλατέστα (Tempio Malatestiano) στο Ρίμινι της ιταλίας, όπου βρίσκονται μέχρι σήμερα, «για να βρίσκεται ο μεγάλος διδάσκαλος μεταξύ ελευθέρων ανθρώπων».

 

Η ίδρυση της «Πλατωνικής Ακαδημίας» στην Φλωρεντία και οι σπουδαιότεροι Έλληνες δάσκαλοί της  

 

Όταν, λοιπόν, ο Κοσμάς (Κόζιμο) Μέδικος αποφάσισε να ιδρύσει την «Πλατωνική Ακαδημία» στην Φλωρεντία ως  διδάσκαλος της αρχαίας ελληνικής γλώσσας εκλήθη ο μαθητής του Πλήθωνα Ιωάννης Αργυρόπουλος, ο οποίος για δεκατέσσερα χρόνια (1456-1470) δίδαξε στους μαθητές του στην Ακαδημία και το πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας την αρχαία ελληνική γραμματεία, γλώσσα και φιλοσοφία. Για κάποιο διάστημα ο Αργυρόπουλος δίδαξε στην Ρώμη προσκεκλημένος από τον Βησσαρίωνα και τον Πάπα Σίξτο Δ’. Το 1477 επέστρεψε στην Φλωρεντία, για να πεθάνει εν τέλει το 1487 στην Ρώμη. Ο Αργυρόπουλος έγινε γνωστός ως σπουδαίος δάσκαλος, για τις πανεπιστημιακές του παραδόσεις, τις μεταφράσεις αρχαίων συγγραφέων, ιδίως του Αριστοτέλη, και για τα συγγράμματά του, που αποτελούσαν ένα είδος πανεπιστημιακών σημειώσεων και διδακτικών εγχειριδίων. 

Μια άλλη σημαντική λογία μορφή είναι αυτή του Δημητρίου Χαλκοκονδύλη (1423-1511), ο οποίος καταγόταν από την Αθήνα και υπήρξε συγγενής του ιστορικού Λαονίκου Χαλκοκονδύλη, νεοπλατωνικού μαθητή του Πλήθωνα. Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης -και ο ίδιος μαθητής του Πλήθωνα- μετά την Άλωση πήγε στην Ιταλία, όπου ως καθηγητής δίδαξε στο πανεπιστήμιο της  Πάδοβας (για εννέα έτη), κατόπιν στην Φλωρεντία (για δεκαέξι έτη), και αργότερα βρέθηκε στο Μιλάνο, προστατευόμενος του Λουδοβίκου Sforza, όπου και δίδαξε για μίαν εικοσαετία περίπου. Την περίοδο εκείνη, η πόλη του Μιλάνου υπό την ηγεμονία των Sforza είχε καταστεί ισχυρό κέντρο οικονομικό και πνευματικό. Μεγάλες μορφές της Αναγέννησης, καλλιτέχνες ,ζωγράφοι, επιστήμονες είχαν συρρεύσει στο Μιλάνο, ανάμεσά τους και ο περίφημος LeonardodaVinci. Αξίζει να σημειωθεί, πως του Χαλκοκονδύλη είχαν προηγηθεί στο Μιλάνο ως πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, με σύντομη χρονική παρουσία, και οι Μανουήλ Χρυσολωράς, Ανδρόνικος Κάλλιστος και Κωνσταντίνος Λάσκαρις.

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης διακρίθηκε, όχι μόνον ως δάσκαλος, αλλά και ως εκδότης αρχαίων συγγραφέων. Ανάμεσα στις εκδόσεις του περιλαμβάνονται τα έργα του Ομήρου, του Ισοκράτη και το περίφημο λεξικό του Σουίδα.  Ο Κωνσταντίνος Λάσκαρις, κινούμενος μεταξύ Νάπολης, Ρώμης και Μεσσήνης, δίδαξε ελληνικά και συνεργάστηκε με τον Βησσαρίωνα για την πνευματική ανύψωση των ελληνόρρυθμων μοναχών της Κάτω Ιταλίας. Για πολλά χρόνια ο Κωνσταντίνος Λάσκαρις δίδαξε στην Μεσσήνη και στο μοναστήρι του SanSalvatore, έχοντας πολλούς μαθητές (1468-1501).

 

Η Βενετία ως κέντρο των Ελλήνων λογίων της Δύσης

 

Ένα άλλο σημαντικό κέντρο, που προσήλκυε τους Έλληνες λογίους της Δύσης, ήταν η Βενετία. Από τους προηγουμένους αιώνες οι σχέσεις της Βενετίας, εμπορικές, οικονομικές, πολιτιστικές, διπλωματικές, και ενίοτε πολεμικές, με τον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου και της βυζαντινής επικράτειας υπήρξαν στενές, ήδη από τον 6ο αιώνα, αλλά είχαν ενταθεί τους 12ο-13ο αιώνα με την μεγάλη εξάπλωση της Βενετίας προς την Ανατολή. Ο χώρος της Βενετίας υπήρξε οικείος και γνώριμος στους Έλληνες, οι οποίοι, διωκόμενοι από την προέλαση των Οθωμανών, κατέφευγαν στις βενετικές κτήσεις (Κρήτη, Επτάνησα) και κατέληγαν στην Βενετία. Έτσι, κατά την εποχή της Άλωσης και μετέπειτα είχε σχηματισθεί μια ισχυρή ελληνική παροικία εμπόρων, στρατιωτικών, ναυτικών, καλλιτεχνών και λογίων με σημαντική παρουσία στην ζωή της «Γαληνοτάτης  Δημοκρατίας», που αριθμούσε περί τους  5.000 στον συνολικό πληθυσμό των 110.000 κατοίκων της Βενετίας. Το ανοιχτό, ελεύθερο, εμπορικό πνεύμα της Βενετίας, το πνευματικό και ουμανιστικό (ανθρωπιστικό) πνεύμα, τα οικονομικά κίνητρα και η ενεργός ανάμειξη της Βενετίας και των κτήσεών της σε πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Οθωμανών αποτελούσαν ικανούς λόγους για να προσελκύσουν πλήθος Ελλήνων.

Μεταξύ των λογίων φυγάδων μετά την Άλωση που έζησαν στην Βενετία είναι οι Μιχαήλ και Αρσένιος Αποστόλης, Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, Δημήτριος Δούκας, Μάρκος Μουσούρος, οι οποίοι την τελευταία δεκαετία του 14ου αιώνα και στις αρχές του 15ου αιώνα σχημάτισαν  γύρω από τον Βενετό εκδότη και τυπογράφο Άλδο  Μανούτιο έναν κύκλο συνεργατών, που ασχολήθηκε με την συλλογή αρχαίων χειρογράφων, την διόρθωση, και την κυκλοφορία υπό την μορφή τυπωμένων βιβλίων πολλών έργων της κλασσικής γραμματείας, δηλαδή έργων των Ομήρου, Ησίοδου, Πλάτωνα, Πλούταρχου, τραγικών ποιητών και ρητόρων της αρχαιότητας  κ.α. (Οι γνωστές σήμερα «Αλδίνες» του Άλδου Μανούτιου) .

Από τον κύκλο των συνεργατών του Άλδου Μανούτιου ξεχωρίζει ο Μάρκος Μουσούρος (1470-1517) από την Κρήτη, ο οποίος, εκτός από άριστος φιλόλογος – ελληνιστής και εκδότης – διορθωτής κειμένων των αρχαίων συγγραφέων, διακρίθηκε ως δάσκαλος στα Πανεπιστήμια της Πάδοβα και της Βενετίας (1512), -με πολλούς και διακεκριμένους μαθητές, όπως ο Έρασμος-, και ως οργανωτής της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας, που τότε (1515) ιδρυόταν με την δωρεά της συλλογής χειρογράφων του ‘Έλληνα καρδιναλίου Βησσαρίωνα. Το ενδιαφέρον των ουμανιστών (ανθρωπιστών) της Αναγέννησης για την γνώση της αρχαιότητας συνδέεται άμεσα με την συλλογή αρχαίων χειρογράφων, την μετάφραση των Ελλήνων συγγραφέων στην λατινική και ιταλική γλώσσα και σε άλλες βασικές ευρωπαϊκές γλώσσες. Αυτοκράτορες, ηγεμόνες, ευγενείς, διπλωμάτες, Πάπες, καρδινάλιοι, ανθρωπιστές επιδόθηκαν σε μία συνεχή αναζήτηση χειρογράφων και καλλιτεχνικών κωδίκων με έργα αρχαίων Ελλήνων και βυζαντινών συγγραφέων, Πατέρων της Εκκλησίας, και συχνά οργανώνονταν ταξίδια στην Ανατολή, στις μεγάλες πόλεις και τα μοναστήρια της Ανατολής. Πολλές φορές τα σπάνια αυτά χειρόγραφα πωλούνταν σε υψηλές τιμές, για να καταλήξουν στις βιβλιοθήκες αυτοκρατόρων, ηγεμόνων και Παπών.

 

Η διάσωση και η μεταφορά πολύτιμων αρχαιοελληνικών και βυζαντινών χειρογράφων στην Δύση

 

Στην συλλογή και διάσωση των ελληνικών χειρογράφων σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι λόγιοι πρόσφυγες από τις βυζαντινές περιοχές, οι οποίοι καταφεύγοντας στην Δύση, μετέφεραν μαζί τους πολλά από τα χειρόγραφα αυτά, διασώζοντας ένα πολύτιμο θησαυρό της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, αυτόν της αρχαίας κλασσικής και ελληνοβυζαντινής γραμματείας. Έλληνες λόγιοι σε συνεργασία με τους ουμανιστικούς κύκλους της Δύσης συμμετείχαν ενεργά και πρωταγωνιστικά στην προσπάθεια εύρεσης χειρογράφων. Ο Ιανός Λάσκαρις, εργαζόμενος ως βιβλιοθηκάριος του Λαυρεντίου των Μεδίκων της Φλωρεντίας, κατ’ εντολή του τελευταίου ταξίδευσε στην Κωνσταντινούπολη,

στην Κρήτη, στο Άγιο  Όρος, και σε μεγάλα αστικά κέντρα του ελλαδικού χώρου για να συλλέξει χειρόγραφα (1489-1492). Γνωστός επίσης αναζητητής χειρογράφων υπήρξε ο Αντώνιος Έπαρχος, από την Κέρκυρα, που εγκαταστάθηκε στην Βενετία (1537), ίδρυσε ελληνικό σχολείο και επιδόθηκε επικερδώς στο εμπόριο χειρογράφων.

Με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν οι μεγάλες συλλογές ελληνικών χειρογράφων στις βιβλιοθήκες του Βατικανού, της Φλωρεντίας, του Παρισιού, της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας κ.ά. Πολλοί Έλληνες λόγιοι φυγάδες δεν περιορίσθηκαν μόνον στην συλλογή και διάσωση των χειρογράφων, αλλά εργάσθηκαν και ως αντιγραφείς, καλλιγράφοι, κωδικογράφοι, βιβλιοθηκάριοι (π.χ. ο Ιανός Λάσκαρις στην βιβλιοθήκη των Μεδίκων και μετά των Γάλλων βασιλέων, ο Μάρκος Μουσούρος στην Μαρκιανή Βιβλιοθήκη, ο Λέων Αλλάτιος στην βιβλιοθήκη του Βατικανού), είτε ως διορθωτές και φιλολογικοί σχολιαστές χειρογράφων που επρόκειτο να τυπωθούν, όπως λ.χ. στην εκδοτική ομάδα του Άλδου Μανούτιου. Οι Έλληνες λόγιοι αντιγραφείς χειρογράφων ήσαν περιζήτητοι στην Δύση για την αρχαιογνωσία τους, την φιλολογική τους κατάρτιση και την καλλιτεχνική δεξιοτεχνία και καλλιγραφία, συνεχίζοντας έτσι στην Δύση την παράδοση των φημισμένων βυζαντινών «σκριπτορίων» (scriptoria). Μερικοί από τους γνωστότερους αντιγραφείς χειρογράφων και καλλιγράφων ήταν ο Κύπριος ευγενής Ιωάννης Αγιομαύρας, που εργάσθηκε στην Ιταλία,ο Γεώργιος  Ερμώνυμος από την Σπάρτη, μαθητής του Πλήθωνος, που εργάσθηκε στο Παρίσι ως γραφέας και δάσκαλος  των ελληνικών και συνεργάσθηκε με τον ανθρωπιστή GuillaumeBude‘, ο Ματθαίος  Δεβάρης, Κερκυραίος, στην Βιβλιοθήκη του Βατικανού κ.ά.. Χειρόγραφοι κώδικές τους σώζονται μέχρι σήμερα στις μεγαλύτερες βιβλιοθήκες του Βατικανού, της Φλωρεντίας, της Βενετίας, του Παρισιού. Σε μια εποχή που υπήρχε μία έντονη αναζήτηση ελληνικών χειρογράφων και ξεκινούσαν οι πρώτες εκδόσεις και εκτυπώσεις της κλασσικής αρχαίας γραμματείας, μπορούμε να κατανοήσουμε πόσο σημαντική ήταν η συνεισφορά των λογίων αυτών που εργάσθηκαν ως συλλογείς, διορθωτές και μεταφραστές των αρχαίων χειρογράφων.

 

Οι ελπίδες και οι προσπάθειες των Ελλήνων λογίων της Δύσης για την πνευματική αναγέννηση του υπόδουλου Γένους

 

Οι Έλληνες αυτοί λόγιοι, αν και φυγάδες στην Δύση, δεν έπαυσαν ούτε στιγμή να ενδιαφέρονται για τους σκλαβωμένους συμπατριώτες τους. Ενδιαφέρονταν να καταστήσουν την κλασσική γραμματεία κτήμα, όχι μόνον των δυτικών, αλλά και των υπόδουλων Ελλήνων, με την βεβαιότητα, ότι έτσι θα ερχόταν η πνευματική αναγέννηση και η απελευθέρωση. Για τον σκοπό αυτόν οι Έλληνες λόγιοι εργάζονταν στις εκδόσεις των αρχαίων συγγραφέων και τα τυπωμένα βιβλία διοχετεύονταν στην Δυτική Ευρώπη και στις υπόδουλες ελληνικές περιοχές της Ανατολής. Μεγάλη ζήτηση και κυκλοφορία είχαν τα θρησκευτικά βιβλία (Ωρολόγιο, Ψαλτήρι, Ευαγγέλια, λειτουργικά βιβλία), οι γραμματικές, τα λεξικά., λογοτεχνικά και ποιητικά έργα. Η Βενετία, με την ισχυρή ελληνική παροικία, πόλη – λιμάνι και σημαντικό κέντρο εμπορικό, είχε όλες τις προϋποθέσεις για να καταστεί το επίκεντρο όλης αυτής της εκδοτικής δραστηριότητας. Παράλληλα με τα τυπογραφεία που διατηρούσαν οι Βενετοί, από νωρίς οι Έλληνες φρόντισαν να δημιουργήσουν τα δικά τους ελληνικά τυπογραφεία. Γνωστοί  Έλληνες εκδότες της Βενετίας όπως οι Κρητικοί Ζαχαρίας Καλλέργης και Νικόλαος Βλαστός (αρχές 16ου αιώνα), και ο Χιώτης Εμμανουήλ Γλυτζούνης (β’ μισό 16ου αιώνα), με τις εκδόσεις και επανεκδόσεις θρησκευτικών βιβλίων και λεξικών που κυκλοφορούσαν ευρέως στον ελληνόφωνο κόσμο συνέβαλαν στην πολιτισμική αναγέννηση του υπόδουλου ελληνισμού. Αλλά και εκτός Βενετίας, σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, (Παρίσι, Βιέννη, Άμστερνταμ κ.α.), ιδρύθηκαν  τυπογραφεία, που εξέδιδαν ελληνικά κείμενα, εκκλησιαστικά και  έργα από παλαιά χειρόγραφα, συνοδευόμενα από υπομνήματα, σχόλια φιλολογικά και ερμηνευτικά. Σε όλα αυτά τα τυπογραφεία εργάσθηκαν πολλοί Έλληνες λόγιοι της Δύσης ως εκδότες, διορθωτές κειμένων και σχολιαστές.

 

Η ελληνική γλώσσα και γραμματεία ως βάση του ουμανισμού της Δύσης

 

Για να εξηγήσουμε αυτήν την φροντίδα και την επιθυμία των μορφωμένων ανθρώπων της Δύσης του 15ου-16ου αιώνα για την ελληνική γλώσσα και γραμματεία, υπογραμμίζουμε, ότι  η γνώση των ελληνικών ήταν απαραίτητη, γιατί επέτρεπε στους ανθρωπιστές της Αναγέννησης  να έχουν άμεση πρόσβαση στα κείμενα των αρχαίων, ώστε και ακριβή γνώση αυτών να αποκτούν (καθώς οι μεσαιωνικές μεταφράσεις που ως τότε κυκλοφορούσαν, είχαν λάθη και ανακρίβειες), και το ύφος της γραφής τους να μιμούνται και τις ιδέες τους να μελετούν και να αναπαράγουν. Το ουμανιστικό πρότυπο του μορφωμένου ανθρώπου της Αναγέννησης απαιτούσε παιδεία της κλασσικής αρχαιότητας. Έτσι μπορούμε να εξηγήσουμε το γεγονός, ότι στα πανεπιστήμια των μεγάλων πόλεων της Ιταλίας και της Δυτικής  Ευρώπης ιδρύονται σχολές  και πανεπιστημιακές έδρες ελληνικών σπουδών, με σκοπό την καλλιέργεια των γραμμάτων, της εκμάθησης της ελληνικής γραμματείας, που περιελάμβανε στοιχεία γραμματικής και φιλολογικής επεξεργασίας των κειμένων, μελέτη και ερμηνεία των ιδεών των αρχαίων συγγραφέων. Έτσι ο Όμηρος, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, οι μεγάλοι ρήτορες και ποιητές της κλασσικής αρχαιότητας μελετώνται υπό αυτό το πρίσμα, συλλέγονται τα αρχαία χειρόγραφα, διαβάζονται, αντιγράφονται, διαδίδονται, τυπώνονται και κυκλοφορούν σε όλη την Ευρώπη μαζί με τις ανθρωπιστικές αντιλήψεις.

Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, ότι για την διάδοση αυτών των ιδεών σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν οι Έλληνες λόγιοι από το Βυζάντιο, οι οποίοι, όντες ζωντανοί φορείς της ελληνικής γλώσσας και του ελληνοβυζαντινού πολιτισμού, λειτουργούν  ως »γέφυρες πολιτισμού», που μεταλαμπαδεύουν τον βυζαντινό ανθρωπισμό στην Δύση και την βοηθούν να ανακαλύψουν τις κλασσικές της πολιτισμικές καταβολές. Οι Έλληνες λόγιοι πρόσφυγες από το Βυζάντιο, που δίδαξαν στα πανεπιστήμια της Ιταλίας και των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης. Στα μαθήματά τους συνέρρεαν ως φοιτητές και ακροατές τα εκλεκτότερα πνεύματα της εποχής, πολιτικοί, ευγενείς, κρατικοί αξιωματούχοι, διανοούμενοι. Κάτω από την προστασία και οικονομική ενίσχυση  ηγεμόνων, Παπών και βασιλέων ιδρύονται Πλατωνικές Ακαδημίες και έδρες ελληνικών σπουδών. Τα πανεπιστήμια στα οποία δίδασκαν, γίνονταν πνευματικοί πόλοι έλξης, όχι μόνον των κατοίκων των συγκεκριμένων πόλεων, αλλά και γειτονικών πόλεων και χωρών, έτσι ώστε οι ανθρωπιστικές ιδέες και τα έργα των κλασσικών συγγραφέων να διαδίδονται  ταχύτατα. Κεντρικές μορφές της ευρωπαϊκής Αναγέννησης των Γραμμάτων και των Τεχνών, όπως ο Ολλανδός Desiderius, που εξελλήνισε το όνομά σε Έρασμος, και ο Γάλλος GuillaumeBude‘, υπήρξαν μαθητές των Ελλήνων αυτών λογίων.

 

Η εξάπλωση  των ελληνικών Γραμμάτων από την Ιταλία σε ολόκληρη την Ευρώπη

 

Ένα γενικό χαρακτηριστικό των βυζαντινών λογίων προσφύγων είναι η συνεχής τους μετακίνηση στις διάφορες πόλεις της Ιταλίας και κατόπιν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, κάτι το οποίο φανερώνει την διαρκή τους αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης και επαγγελματικής αποκατάστασης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι βυζαντινοί λόγιοι και η επίδρασή τους να εξαπλωθούν σε όλη σχεδόν την Ευρώπη. Για παράδειγμα, ο Ανδρόνικος Κάλλιστος φεύγοντας από την Κωνσταντινούπολη διήλθε από αρκετές πόλεις διδάσκοντας μαθήματα φιλολογικά και φιλοσοφικά. Τον συναντούμε στην Πάδοβα, την Μπολόνια, την Ρώμη, την Φλωρεντία, το Μιλάνο, το Παρίσι, για να καταλήξει στο Λονδίνο, όπου και πέθανε το 1476. Ένας άλλος Έλληνας, ο Γεώργιος  Ερμώνυμος, μαθητής του Πλήθωνος από την Σπάρτη, πέρασε και αυτός από διάφορες πόλεις και χώρες διδάσκοντας τα ελληνικά γράμματα, αρχικά έζησε στην Ρώμη, στην υπηρεσία του Πάπα Σίξτου Δ’, και στην συνέχεια, μαζί με τον Ανδρόνικο Κάλλιστο βρέθηκε να διδάσκει στα πανεπιστήμια του Παρισίου και του Λονδίνου. Η επίδραση του Ερμώνυμου υπήρξε μεγάλη και είχε απήχηση σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς, ευρισκόμενος στο Παρίσι από το 1476 ως καθηγητής των ελληνικών στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης, είχε την ευκαιρία να διδάξει ορισμένους από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ευρωπαϊκού ουμανισμού, όπως ο Γάλλος Bude‘, οι Γερμανοί Reuchlin και Schwarzerd, που εξελλήνισαν κατά την συνήθεια της εποχής τα ονόματά τους σε Καπνίωνα και Μελάγχθωνα αντιστοίχως, ο Ολλανδός Έρασμος κ.ά., οι οποίοι επιστρέφοντας στις χώρες τους, ανεδείχθησαν σε διακεκριμένους ελληνιστές και ανθρωπιστές. Για τον Μελάγχθωνα αξίζει, μάλιστα, να σημειωθεί, ότι υπήρξε στενός συνεργάτης στην θρησκευτική Μεταρρύθμιση του Λουθήρου, και πως είχε την δυνατότητα να κατανοεί το κείμενο της Αγίας Γραφής από το ελληνικό κείμενο, και μάλιστα ως ερμηνευτής των Γραφών εμφανίζει γνώση των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας, των οποίων αποσπάσματα από τα ερμηνευτικά τους υπομνήματα χρησιμοποιεί και ο ίδιος.

Μεγάλη επίσης μορφή Έλληνα λογίου με πανευρωπαϊκή εμβέλεια και δράση είναι ο Ιανός Λάσκαρις  (1445-1535). Υπήρξε μαθητής του Δημητρίου Χαλκοκονδύλη  στο πανεπιστήμιο της Πάδοβας, και κατόπιν στην Φλωρεντία, όπου διορίσθηκε βιβλιοθηκάριος του Λαυρεντίου των Μεδίκων. Με εντολή του τελευταίου ταξίδευσε στον ελλαδικό χώρο, την Μακεδονία, το Άγιο Όρος, την Κωνσταντινούπολη, μέχρι και την Κρήτη για να συλλέξει πολύτιμα χειρόγραφα με σκοπό να τα διασώσει και να τα μεταφέρει στην Φλωρεντία. Ο Λάσκαρις διαδέχθηκε τον δάσκαλο Δημήτριο Χαλκοκονδύλη στην έδρα ελληνικών σπουδών του πανεπιστημίου της Φλωρεντίας. Το 1494 γνωρίσθηκε με τον Γάλλο βασιλέα Κάρολο Η’ , όταν ο τελευταίος είχε εισβάλλει στην Ιταλία, και τον ακολούθησε κατά την αποχώρησή του στην Γαλλία. Έκτοτε συνδέθηκε στενά με την γαλλική βασιλική αυλή, και ανέλαβε υψηλές θέσεις (βασιλικός σύμβουλος,  βιβλιοθηκάριος της προσωπικής βασιλικής βιβλιοθήκης στο Παρίσι), και διπλωματικές αποστολές στις αρχές του 16ου αιώνα, εξυπηρετώντας τα γαλλικά συμφέροντα. Τοποθετήθηκε ως πρεσβευτής της Γαλλίας στην Βενετία και κατόπιν στην Ρώμη, όπου με το κύρος που του παρείχε η διπλωματική του ιδιότητα, ανέλαβε πρωτοβουλίες για την διάδοση των ελληνικών γραμμάτων και για την υποστήριξη, οικονομική και πνευματική, των Ελλήνων που βρίσκονταν στην Ρώμη. Μάλιστα, με δική του πρόταση προς τον Πάπα Λέοντα Ι’, ένθερμο ελληνιστή, κατέστη δυνατή η ίδρυση του «Ελληνικού Γυμνασίου» στην Ρώμη (1514-1521), στο οποίο σπούδαζαν νέοι από διάφορα μέρη του βενετοκρατούμενου και οθωμανοκρατούμενου Ελληνισμού.

  

Το «Ελληνικό Γυμνάσιο» και το «Ελληνικό Κολλέγιο του Αγίου Αθανασίου» της Ρώμης, τα πρώτα σημαντικά εκπαιδευτήρια των Ελλήνων της Διασποράς

 

Η ίδρυση του «Ελληνικού Γυμνασίου» της Ρώμης, παρά την ολιγόχρονη ζωή του, υπήρξε καρπός της αγωνίας των λόγιων προσφύγων, όχι μόνον να διαδώσουν τα ελληνικά γράμματα, αλλά και να μορφώσουν τα ελληνόπουλα της διασποράς στην γλώσσα και την ιστορία τους. Σε μία σειρά ελληνικών σχολείων που ιδρύθηκαν από Έλληνες λογίους (όπου οι ίδιοι ήσαν συχνά και δάσκαλοι) και με την συμπαράσταση φιλελλήνων Δυτικών, σε διάφορες πόλεις της Δύσης, όπου υπήρχε ελληνική διασπορά, με την προοπτική, ότι μέσα από αυτά θα προερχόταν μία νέα γενιά μορφωμένων Ελλήνων, που θα μπορούσαν να επιστρέψουν στις υπόδουλες περιοχές και να συμβάλουν στην πνευματική και μορφωτική ανύψωση του υπόδουλου ελληνισμού και παράλληλα να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για την απελευθέρωση, το «Ελληνικό Γυμνάσιο» της Ρώμης, που ιδρύθηκε με  πρωτοβουλία του Ιανού Λασκάρεως  υπήρξε το πρώτο σημαντικό ελληνικό εκπαιδευτικό ίδρυμα της Διασποράς, και απετέλεσε το πρότυπο και για ανάλογα σχολεία, που ιδρύθηκαν αργότερα. Σαν συνέχεια του «Ελληνικού Γυμνασίου», που εμπνεύστηκε, λειτούργησε και διηύθυνε ο Ιανός Λάσκαρις, θα μπορούσε να θεωρηθεί η μετά μια πεντηκονταετία ίδρυση στην Ρώμη το 1577 από τον Πάπα Γρηγόριο ΙΓ’ του «Ελληνικού Κολλεγίου του Αγίου Αθανασίου» ( «CollegioGrecodiSanAthanasio»),το οποίο αναδείχθηκε σημαντικό πνευματικό ίδρυμα ,από το οποίο κατά τους δύσκολους αιώνες της οθωμανοκρατίας  προήλθε η πνευματική ηγεσία του Ελληνισμού. Σε αυτό φοίτησαν Έλληνες από τις βενετικές κτήσεις (Κρήτη, Κύπρο, Επτάνησα, Πελοπόννησο) και από τον κυρίως οθωμανοκρατούμενο ελλαδικό χώρο. Από το Κολλέγιο απεφοίτησαν πολλοί λόγιοι, διδάσκαλοι του γένους, φιλόσοφοι, κληρικοί, ιεράρχες και Πατριάρχες.

Στο «Ελληνικό Κολλέγιο» της Ρώμης οι μαθητές διδάσκονταν την αρχαία ελληνική γλώσσα και τους κλασσικούς συγγραφείς, και εξασκούνταν στην φιλολογική, γραμματολογική και εννοιολογική ερμηνεία των κλασσικών κειμένων. Οφείλουμε βεβαίως να ομολογήσουμε, ότι η Δυτική Εκκλησία με την ίδρυση του Κολλεγίου ήθελε να επιτύχει την δημιουργία μίας σειράς πεπαιδευμένων Ελλήνων, οι οποίοι επιστρέφονταν στις υπόδουλες περιοχές να εργασθούν για την πνευματική ανύψωση των συμπατριωτών τους, αλλά και παράλληλα να προέλθει μέσα από το Κολλέγιο η νέα πνευματική ηγεσία των Ελλήνων, που θα ήταν φίλα προσκείμενη στην Ρωμαϊκή Εκκλησία και θα εργαζόταν προπαγανδιστικά μέσα στις περιοχές του Ελληνισμού, προωθώντας  την προσέγγιση των Εκκλησιών και ενισχύοντας τα φιλοκαθολικά και φιλενωτικά στοιχεία. Παρά ταύτα, το «Ελληνικό Κολλέγιο» συνέβαλε θετικά και ουσιαστικά στην πνευματική καλλιέργεια και μόρφωση των Ελλήνων και έως σήμερα εξακολουθεί την λειτουργία του στην Ρώμη ως μία πνευματική εστία των ελληνικών σπουδών, πάντοτε υπό την εποπτεία της  Δυτικής Εκκλησίας, αν και έχει χάσει τον αρχικό του κυρίαρχο και πρωταρχικό ρόλο.

Ανάμεσα στις πρώιμες λογίες μορφές που απεφοίτησαν από το «Ελληνικό Κολλέγιο» συγκαταλέγεται ο κερκυραϊκής καταγωγής Νικόλαος Σοφιανός (16ος αιώνας), που συνέταξε Γραμματική της κοινής , καθομιλουμένης, δημοτικής γλώσσας και ασχολήθηκε με την μετάφραση αρχαίων συγγραφέων στην απλή γλώσσα της εποχής της. Ο Νικόλαος Σοφιανός πίστευε, πως μέσα από την χρήση της δημοτικής γλώσσας στην παιδεία θα μπορούσε ο πλούτος των ελληνικών γραμμάτων να καταστεί προσιτός και κατανοητός στον υπόδουλο Ελληνισμό και έτσι να επιτευχθεί η πνευματική του αναγέννηση. Ένας άλλος, κάπως μεταγενέστερος του Σοφιανού, αλλά εξίσου σημαντικός απόφοιτος του «Ελληνικού Κολλεγίου» της Ρώμης υπήρξε ο Λέων Αλλάτιος (1586-1669), που εργάσθηκε ως βιβλιοθηκάριος στο Βατικανό, και επιμελήθηκε της εκδόσεως ελληνικών εκκλησιαστικών και πατερικών κειμένων και συγγραφέων.

 

Το μεγάλο πνευματικό κενό στον υπόδουλο Ελληνισμό και οι επιπτώσεις του

 

Ας επιστρέψουμε, όμως, στον Ιανό Λάσκαρι για να εξετάσουμε μιαν άλλη πλευρά της πολυσχιδούς δράσης του. Ο μεγάλος αυτός λόγιος και πατριώτης, αξιοποιώντας τις γνωριμίες του, απηύθυνε θερμές και συγκινητικές εκκλήσεις σε όλους τους ισχυρούς ηγεμόνες της Ευρώπης με σκοπό να τους παρακινήσει σε ανάληψη απελευθερωτικού αγώνος κατά των άπιστων Οθωμανών. Ο Λάσκαρις δεν φείσθηκε κόπων και ταλαιπωριών, μακρινών ταξιδιών και γραπτών υπομνημάτων προκειμένου να επιτύχει την απελευθέρωση της πατρίδας του. Απευθύνθηκε στον Κάρολο Η’ της Γαλλίας, τον Μαξιμιλιανό Α’ της Γερμανίας, τους Πάπες Ιούλιο Β’ και Λέοντα Ι’ ,τον Κάρολο Ε’ της Ισπανίας και αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειές του και τις διπλωματικές του ενέργειες, δεν κατόρθωσε τίποτε και έτσι ο Ιανός Λάσκαρις πέθανε το 1535 απογοητευμένος. Το μεγάλο κύμα φυγής βυζαντινών λογίων στην Δύση μετά την Άλωση προκάλεσε ένα μεγάλο πνευματικό κενό στις υπόδουλες περιοχές, κάτι που έγινε αντιληπτό ήδη από τους ανθρώπους της εποχής εκείνης (15ος-16ος αιώνας )ώστε όσοι πεπαιδευμένοι άνδρες είχαν παραμείνει στην Ανατολή, κυρίως εκκλησιαστικοί άνδρες, να επισημαίνουν με απογοήτευση την έλλειψη λογίων που θα αναλάμβαναν την πνευματική καθοδήγηση του υπόδουλου ελληνισμού (κάτι, που εκ των περιστάσεων ανέλαβε η Ορθόδοξη Εκκλησία να πράξει, καλύπτοντας το κενό αυτό, ιδρύοντας σχολές και καλλιεργώντας την παιδεία κάτω από ιδιαίτερα δύσκολες  συνθήκες).

Υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες της περιόδου αυτής, που αναφέρουν, ότι σε ολόκληρες επαρχίες και μεγάλα αστικά κέντρα δεν υπήρχαν άνδρες λόγιοι, μορφωμένοι, ή σπουδαίοι καλλιτέχνες. Αυτό οδήγησε, μάλιστα, τον μεγάλο Έλληνα ιστορικό του 19ου αιώνα Κωνσταντίνο  Παπαρρηγόπουλο να κατηγορήσει τους λόγιους φυγάδες στην Δύση, ότι -κατά κάποιον τρόπο- εγκατέλειψαν τον Ελληνισμό στην μοίρα του και άφησαν πνευματικά ακέφαλο το υπόδουλο γένος.

Μια τέτοια κατηγορία είναι, όμως, αβάσιμη και άδικη, καθώς οι Έλληνες λόγιοι της διασποράς δεν σταμάτησαν να νοσταλγούν την πατρίδα τους και να ονειρεύονται την στιγμή της απελευθέρωσής τους από τους Οθωμανούς.  Άλλωστε στην Δύση βρήκαν τις κατάλληλες συνθήκες για να συνεχίσουν την πνευματική τους προσφορά στον Ελληνισμό, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην διάσωση της αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής χειρόγραφης κληρονομίας, και με τις αλλεπάλληλες εκδόσεις έργων της ελληνικής γραμματείας, τις μεταφράσεις, την διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, την καλλιέργεια των ελληνικών σπουδών στα πανεπιστήμια της Δύσης, κατέστησαν τις ελληνικές και ανθρωπιστικές σπουδές κτήμα όλης της Ευρώπης, συμμετέχοντας αποφασιστικά στην έκρηξη του Ουμανισμού και της Αναγέννησης, αλλά και ενός πανευρωπαϊκού κύματος συμπαθείας προς τους σκλαβωμένους Έλληνες. Όλη αυτή η πνευματική δραστηριότητα επέστρεφε στον ελλαδικό χώρο, είτε μέσω των εκδόσεων τυπωμένων βιβλίων, είτε μέσω των ελληνοπαίδων που σπούδαζαν στην Δύση και γύριζαν στην πατρίδα τους. Οι Έλληνες λόγιοι στην Δύση με συνεχείς και αλλεπάλληλες ενέργειες προς τους ισχυρούς ηγεμόνες και Πάπες προσπαθούσαν να αξιοποιήσουν το προσωπικό τους κύρος, τις πολιτικές και διπλωματικές τους γνωριμίες, και να τους παρακινήσουν στην ανάληψη πολεμικής δράσης κατά των Οθωμανών.

 

 

 

Ο Βησσαρίων (καταγόμενος από την Τραπεζούντα του Πόντου), με το κύρος και την άνεση που του παρείχε το αξίωμα του καρδιναλίου, εργάσθηκε προς την κατεύθυνση της οργάνωσης μίας »σταυροφορίας» της χριστιανικής Δύσης ενάντια στον αλλόθρησκο Οθωμανό, που κρατούσε υπόδουλους τους  χριστιανούς της Ανατολής και απειλούσε την Δύση. Ο Βησσαρίων με συνεχείς επιστολές και γραπτά υπομνήματα, αλλά και με τις φλογερές του ομιλίες, που διακρίνονταν για τον πατριωτισμό και την πολιτική ανάλυση των νέων δεδομένων που δημιουργούσε η οθωμανική προέλαση, στα διάφορα διπλωματικά συνέδρια των ευρωπαίων ηγεμόνων. Ο Βησσαρίων πίστευε ότι μία πανευρωπαϊκή σταυροφορία των ηγεμόνων της Δύσης υπό την ευλογία του Πάπα θα μπορούσε να αναχαιτίσει την οθωμανική επέκταση προς την Δύση (είχαν ήδη σημειωθεί επιδρομές των Οθωμανών στην Αδριατική και την Ιταλική χερσόνησο). Ο Βησσαρίων επέμενε να καταδείξει ότι ο αλλόθρησκος αντίπαλος δεν ήταν ακατανίκητος, αλλά είχε πολλές στρατιωτικές, οικονομικές και οργανωτικές αδυναμίες, και μία συντονισμένη δράση εκ μέρους της Δύσης θα έφερε θετικά αποτελέσματα. Εκείνο το οποίο έλειπε, σημείωνε ο Βησσαρίων ήταν να ομονοήσουν οι δυτικοί ηγεμόνες, να αφήσουν τις επιμέρους διαφορές και διενέξεις, και συνεργαζόμενοι να αντιμετωπίσουν τους Οθωμανούς. Ο Βησσαρίων, όπως και ο άλλος Έλληνας καρδινάλιος Ισίδωρος, που είχε πολεμήσει ως υπερασπιστής της Κωνσταντινούπολης και είχε κατορθώσει με δυσκολία να διασωθεί και να διαφύγει μετά την Άλωση, προσπάθησαν με συντονισμένες προσπάθειες να πείσουν τους Πάπες να ηγηθούν μιας σταυροφορίας, στην οποία, όπως πίστευαν, θα συνέπρατταν η Βενετία, που είχε συμφέροντα και κτήσεις απειλούμενες στην Ανατολική Μεσόγειο, οι ηγεμόνες της Ουγγαρίας και της Βοημίας, που ήδη ένοιωθαν την απειλή από την οθωμανική προέλαση προς την Κεντρική Ευρώπη, ο Γάλλος Βασιλέας, ή και ο Ισπανός αυτοκράτορας Κάρολος Ε’. Ο Βησσαρίων και ο Ισίδωρος  προσπαθούσαν με διπλωματικά και πολιτικά επιχειρήματα και επικαλούμενοι τα χριστιανικά αισθήματα συμπαθείας και αλληλεγγύης προς τον υπόδουλο χριστιανικό ελληνισμό, να πείσουν τους Ευρωπαίους να ενεργήσουν, οι εκκλήσεις τους όμως δεν είχαν επιτυχία. Άλλοι λόγιοι, λιγότερο πολιτικοί πραγματιστές, και μάλλον εμφορούμενοι από ιδεαλιστικές και ρομαντικές αντιλήψεις απηύθυναν συγκινητικές πράγματι εκκλήσεις ποιήματα και λόγους προς τους ισχυρούς της Δύσης  χωρίς αποτέλεσμα. Μπορούμε να αναφέρουμε ενδεικτικώς τον Μάρκο Μουσούρο, ο οποίος στην έκδοση των έργων του Πλάτωνος που επιμελήθηκε το 1513 δημοσίευσε μαζί και ένα στιχουργικό κείμενο στο οποίο εμφάνιζε τον Πλάτωνα να εκλιπαρεί τον Πάπα Λέοντα Ι’ και τους λοιπούς Ευρωπαίους ηγεμόνες να μεριμνήσουν για την απελευθέρωση των Ελλήνων. Αντιστοίχως, ο Ιωάννης Γεμιστός (απόγονος του Πλήθωνα Γεμιστού) απηύθυνε ανάλογη έκκληση στον Πάπα Λέοντα Ι’ , ένα μεγάλο ποιητικό κείμενο γραμμένα στα λατινικά.

Και υπάρχουν άπειρα ανάλογα παραδείγματα. Σχεδόν όλοι οι λόγιοι πρόσφυγες του Βυζαντίου έχουν συγγράψει κείμενα ή ποιήματα προς τους δυτικούς ηγέτες. Οι εκκλήσεις τους ήσαν συνεχείς προς τους Πάπες, τους ηγεμόνες και τα μέλη των ευρωπαϊκών αυλών, προς τους λογίους ουμανιστές της Δύσης.  

Τα κυριότερα επιχειρήματά τους ήταν η αναφορά στο υπόδουλο ελληνικό έθνος, που κινδύνευε να χαθεί κάτω από τον ζυγό των άπιστων Οθωμανών και την αδιαφορία της  χριστιανικής Ευρώπης, ο παραλληλισμός του ένδοξου παρελθόντος του ελληνισμού σε σχέση με την τραγική και θλιβερή κατάσταση δουλείας του παρόντος, η επίκληση του κινδύνου για την Ευρώπη από την οθωμανική επέκταση και η υπενθύμιση του θεάρεστου και χριστιανικού καθήκοντος των ευρωπαίων ηγεμόνων να ομονοήσουν και υπό την ευλογία του Πάπα να αναλάβουν μια νέα σταυροφορία απελευθέρωσης των χριστιανών αδελφών τους στην Ανατολή. Με τέτοια επιχειρήματα οι Έλληνες λόγιοι της διασποράς προσπαθούσαν να συγκινήσουν, να παρακινήσουν, να πείσουν, να κρατήσουν ανοιχτό για την Ευρώπη το ελληνικό ζήτημα. Ωστόσο, παρά τον ένθερμο πατριωτικό τους ζήλο και τις συνεχείς εκκλήσεις τους, οι Έλληνες λόγιοι δεν κατόρθωσαν κάτι ουσιαστικό, όχι γιατί τα διαβήματά τους δεν είχαν απήχηση, αλλά κυρίως  διότι οι πολιτικές και διπλωματικές συγκυρίες δεν επέτρεψαν στους Δυτικούς να αναλάβουν έναν κοινό και συντονισμένο αγώνα κατά των Οθωμανών. Για να αντιληφθούμε τους κυριότερους λόγους της απραξίας των Δυτικών για το τότε ελληνικό ζήτημα, ας δούμε συνοπτικά την κατάσταση που επικρατούσε τότε στην Ευρώπη:

Οι Πάπες του 15ου-16ου αιώνα, παρά το ενδιαφέρον τους και τις συνεχείς εκκλήσεις τους προς τους άλλους ευρωπαίους ηγεμόνες για την ανάληψη σταυροφορίας κατά των Οθωμανών, δεν διέθεταν ούτε τα μέσα ούτε και την επιρροή του παρελθόντος, καθώς τον 15ο-16ο αιώνα η Ευρώπη ζούσε την άνοδο των εθνικών κρατών και οι βασιλείς της Ευρώπης άρχισαν να αποστασιοποιούνται από την κηδεμονία του εκάστοτε Πάπα. Η Ευρώπη σπαρασσόταν από πολέμους και διενέξεις, καθώς οι αυτοκράτορες της Αυστρίας και της Ισπανίας, του οίκου των Αψβούργων, Μαξιμιλιανός Α’ και Κάρολος Ε’ βρίσκονταν σε συνεχή αντιπαλότητα με την Γαλλία, σε έναν αγώνα να κυριαρχήσουν σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Επιπλέον η Ευρώπη είχε διαιρεθεί σε αντίπαλα θρησκευτικά στρατόπεδα, καθώς ήταν η εποχή της Μεταρρύθμισης του Λουθήρου και της Καθολικής Αντιμεταρρύθμισης, που οδήγησε την Ευρώπη σε πολυχρόνιους και πολύνεκρους θρησκευτικούς πολέμους. Από την άλλη η Ιταλική χερσόνησος πολιτικά ήταν διασπασμένη σε μικρά βασίλεια και πόλεις-κράτη, εμπορικές και ναυτικές δυνάμεις, που, λόγω της ανακάλυψης της Αμερικής, είχαν αρχίσει να χάνουν την οικονομική τους κυρίαρχη θέση στο εμπόριο της Ευρώπης και της ανατολικής Μεσογείου, ενώ η Βενετία, που είχε άμεσα απειλούμενα συμφέροντα και εδαφικές κτήσεις απειλούμενες από τους Οθωμανούς, τηρούσε διφορούμενη πολιτική, άλλοτε σύγκρουσης (βενετοτουρκικοί πόλεμοι) και άλλοτε συνεργασίας (σύναψη εμπορικών συμφωνιών με τον σουλτάνο). Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα, το μεγαλύτερο κομμάτι του Ελληνισμού να παραμείνει αβοήθητο και υπόδουλο για αιώνες, με τις γνωστές, δραματικές επιπτώσεις για το πνευματικό και πολιτιστικό επίπεδο των Ελλήνων.