Γράφει ο Σωτήρης Οικονόμου, εκπαιδευτικός-συγγραφέας.

Κάποτε, όταν ο γιος μου, ο Ερμής, διήνυε το τέταρτο έτος της ηλικίας του, μου είπε: Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι; Φυσικά, του απάντησα. « Γιατί ζούμε»; Εγώ ξαφνιάστηκα, διότι δεν περίμενα να μου κάνει μια τόσο δύσκολη και ασύλληπτη για την ηλικία του ερώτηση.

Γιατί ρωτάς; Του είπα. Έτσι, για να μάθω, μου απάντησε. Ε, τότε, αφού επιθυμείς να μάθεις, σου λέω ότι δεν γνωρίζω. Η απάντησή μου φαίνεται πως δεν τον ικανοποίησε και με ξαναρώτησε. Γιατί δεν γνωρίζεις; Γιατί, ως άνθρωποι που είμαστε, δεν μπορούμε να το καταλάβουμε με το μυαλό που διαθέτουμε, του ανέφερα και συνέχισε το παιχνίδι του, μη δίνοντας άλλη διάσταση στην συζήτηση.

Την στιγμή εκείνη μου ήρθε στον νου μια παρόμοια περίπτωση, η οποία είναι καταγεγραμμένη στην Επετηρίδα Δημοτικής Εκπαιδεύσεως (τ. Α. 1932) από τον τότε επιθεωρητή Δημ. Σχολείων Λακεδαίμονος κ. Χρίστο Μπούκουρα και που του την είχε διηγηθεί κάποιος δάσκαλος, όπως παρουσιάζεται κατωτέρω.

«Ήταν χειμώνας του 1917-1918. Τότε είχα 4 παιδιά. Το μεγαλύτερο, κορίτσι, ήταν 7 ετών και πήγαινε στο σχολείο, το δεύτερο, αγόρι, 5 ετών και τα άλλα δύο μικρότερα.

Τα δύο μεγαλύτερα ήθελαν να τα λέω κάθε βράδυ παραμύθια. Αφού, λοιπόν , εξάντλησα 3-4 που ήξερα, άρχισα να τα διηγούμαι θέματα από την Ιστορία του 21 και την Μυθολογία και μάλιστα πολλές φορές διεξοδικά ως τα μεσάνυχτα, ώσπου να τα πάρει ο ύπνος.

Κάποια βραδιά, ενώ διηγούμουν τον Τρωικό πόλεμο και περιέγραφα τον Αχιλλέα με την πανοπλία του, όπου η μάννα του τον είχε βαφτίσει μέσα στο αθάνατο νερό, πιάνοντάς τον απ’ την φτέρνα, με αποτέλεσμα μόνο εκεί να είναι τρωτός και που φορούσε πανοπλία με θώρακα, περικεφαλαία και περικνημίδες, ενώ στα χέρια του κρατούσε την ασπίδα με το ακόντιο, είδα τον πενταετή γιο μου να ακουμπάει το σαγόνι του στο δεξί του χέρι και να κλείνει τα μάτια. Αμέσως εγώ νόμισα πως κουράστηκε και σταμάτησα την διήγηση.

-Γιατί έπαψες; Με ρώτησε, χωρίς να μεταβάλει στάση.

-Γιατί δεν προσέχεις.

-Προσέχω. Λέγε εσύ.

Αφού, λοιπόν, τελείωσα, μου είπε επί λέξει.

-Καταλαβαίνω, ότι το ακόντιο με το τόξο τα ήθελε ο Αχιλλέας για να σκοτώνει τους Τρώες. Όμως, δεν μπορώ να καταλάβω, σε τι τον χρησίμευαν η περικεφαλαία, ο θώρακας και οι περικνημίδες, αφού ήταν άτρωτος στα σημεία που τον κάλυπταν. Δεν μπορούσε να βάλει στην φτέρνα του μόνο ένα κομμάτι σίδερο;

Του έδωσα βέβαια κάποια εξήγηση, αλλά μου φάνηκε, ότι του ήταν ανεπαρκής.

Άλλη φορά σχετικά μ’ αυτό το θέμα με ρώτησε:

– Δεν μου είπες πως, όταν οι Τρώες έβλεπαν τον Αχιλλέα, έφευγαν και κρύβονταν στο κάστρο;

-Ναι. Σου είπα.

-Τότε πώς ο Πάρις χτύπησε τον Αχιλλέα στη φτέρνα; Φοβήθηκε ο Αχιλλέας και έφυγε;

Αυτή η απορία του μικρού κι εμένα ακόμα με βασανίζει.

Άλλη φορά, αφού διηγήθηκα την μάχη της Γραβιάς μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων είπα: Κι έτσι ο Οδυσσέας Ανδρούτσος πήρε πίσω το αίμα του Αθανασίου Διάκου.

-Αυτό είναι ψέμα! Φώναξε.

-Γιατί βρε είναι ψέμα;

-Μα, αφού ο Διάκος κάηκε, θα κάηκε και το αίμα του! Που, λοιπόν το βρήκε ο Οδυσσέας και το πήρε πίσω;

Όταν όμως ρώτησα τον δάσκαλο, αν ο μικρός διακρίνεται για την ευφυίαν του, αυτός απάντησε;

-Οχι. Είναι κοινό παιδί.

-Το κορίτσι σου πρόβαλε καμιά απορία; Συνέχισα εγώ, ρωτώντας.

-Καμία.

-Πού το αποδίδεις αυτό;

-Να σου ειπώ. Φοβάμαι, πως στο σχολείο.

-Δηλαδή;

-Το κορίτσι μου πήγαινε στην δασκάλα, ενώ το παιδί μου όχι.

-Το συμπέρασμα όμως αυτό δεν μπορεί να είναι εξ ολοκλήρου αληθές.

-Είναι αληθές, διότι από την ημέρα που το παιδί μου πάτησε το πόδι του στο σχολείο ως τώρα που είναι στην Δ΄ Γυμνασίου , δεν επρόβαλε καμία τέτοια απορία, αλλά χάφτει αμάσητο, ό,τι διαβάζει και ό,τι ακούει στο σχολείο.

Αυτά, γράφει ο επιθεωρητής, μου είπε ο δάσκαλος( περί το 1928). Από τότε δε έρχονται στην μνήμη μου συχνά οι λόγοι του Κερσενστάινερ, πως καλύτερη διδασκαλία είναι εκείνη που διεγείρει την αμφιβολία, ακόμα και σ’ αυτά που λένε ή γράφουν οι αυθεντίες και εξεγείρει την επιθυμία προς αυτενεργό εύρεση της αλήθειας.

Μαζί δε με τον δάσκαλο φοβάμαι κι εγώ, πως το σχολείο συμπιέζει το τόσο ευρύ και με μεγάλο βάθος παιδικό μυαλό, οδηγώντας το στο κατάντημα που βλέπουμε.»

Αυτά, λοιπόν, συνέβαιναν στο δασκαλοκεντρικό σχολείο της εποχής εκείνης, όπου το παιδί κρεμόταν απ’ τα χείλη του δασκάλου και η ψυχική του ισορροπία εξαρτιόταν απ’ τον βαθμό της βίας που αυτός ασκούσε επάνω σ’ αυτό.

Βέβαια, από τότε πέρασαν πάρα πολλά χρόνια και το σχολείο μεταβλήθηκε σε βιβλιοκεντρικό με πολλά βιβλία, μαθήματα και ύλη, η οποία στο μεγαλύτερο της μέρος αποβαίνει στο μέλλον αχρείαστη και με έναν δάσκαλο απλό καθοδηγητή, όχι ουσιαστικό συνεργάτη, οποίος ψάχνεται και προσπαθεί να βάλει σε μια σειρά το ακατάστατο σύνολο των ξερών γνώσεων, με τις οποίες το παιδί ανηλεώς βομβαρδίζεται.

Αυτό σ’ όλη του τη μαθητική ζωή δεν κάνει τίποτα άλλο παρά μόνον γράφει συνεχώς και μαθαίνει προσωρινά απ’ έξω όλα τα γραπτά των βιβλίων με κύριο σκοπό να πάρει καλό βαθμό και όχι να εμπεδώσει τα πιο ουσιώδη και χρήσιμα. Ούτε επίσης έχει διαθέσιμο χρόνο τόσο κατά την ώρα της διδασκαλίας των μαθημάτων όσο και μετά τη λήξη του σχολικού ωραρίου για αναζήτηση νέων στοιχείων, διαλογισμό, προβληματισμό και έκφραση.

Όταν το παιδί καλείται από το εκπαιδευτικό σύστημα να εργαστεί, μιμούμενο κάποιο παράδειγμα και όταν η γνώση που του παρέχεται, στερούμενη τις προϋποθέσεις δόμησης, δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, τότε αποτρέπεται η όξυνση του νου του και η παραγωγή της αμφιβολίας, η οποία ανοίγει τον δρόμο που οδηγεί προς την αλήθεια και την δόμηση της γνώσης.

Ούτε επίσης η εμμονή στην θεωρία με την έλλειψη πρακτικής εξάσκησης και εμπειρίας δύνανται να επιφέρουν  ουσιώδες αποτέλεσμα.

Το αποκορύφωμα του απόλυτου διδακτικού στοιχείου απαντάται κυρίως στο μάθημα των θρησκευτικών, όπου, λόγω του ομολογιακού του χαρακτήρα ο άκρατος δογματισμός, δεν αφήνει περιθώρια προβληματισμού και αμφισβήτησης. Όλα επιβάλλεται να γίνουν αποδεκτά όπως παρουσιάζονται.

Είναι γεγονός, λοιπόν, ότι το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα καταπιέζει το παιδί, του στερεί την δυνατότητα αυτενέργειας και το οδηγεί προς την υπαρξιακή του αβεβαιότητα, ασχολούμενο όχι μ’ αυτό, αλλά με ό,τι υπάρχει έξω απ’ αυτό. Του ζητάει δε να μάθει πολλά σε σχέση με τις ανάγκες του και μάλιστα με λανθασμένο τρόπο συνήθως μέσα από κακογραμμένα βιβλία,  χωρίς να νοιάζεται για την αντοχή και τα ενδιαφέροντά του.

Το ωθεί να μαζέψει χαρτιά (πτυχία, βεβαιώσεις κ. α), το στέλνει στα φροντιστήρια, του ζητάει να ενεργεί υπεράνω των δυνατοτήτων του και όχι σύμφωνα με την παιδική του ηλικία, του στερεί τον ελεύθερο χρόνο και διαταράσσει την ψυχική του ισορροπία  με την οικογενειακή γαλήνη.

Αλήθεια, πόσα παιδιά έχουν την δυνατότητα να ασχοληθούν και να παίξουν με τους φίλους, τ’ αδέρφια και τους γονείς τους κατά το απόγευμα;

Ή πόσα να ψυχαγωγηθούν για παράδειγμα στα κέντρα Πολιτισμού, να κάνουν μια βόλτα με τα ποδήλατα ή τα πόδια, να παρακολουθήσουν κάποια πολιτιστική εκδήλωση και να αθληθούν ;

Να, λοιπόν, γιατί φτάνουν τα παιδιά στην νευρικότητα, στο άγχος, στην απόγνωση, στην απομόνωση, στην ανία, στην απαξίωση του σχολείου, του βιβλίου και της κοινωνικής ζωής, στην ανικανότητα απογαλακτισμού και κατά συνέπεια απεξάρτησης κατά την ενηλικίωση από τους γονείς, στις ανώριμες αποφάσεις, στις καταχρήσεις και γενικά στην χωρίς μέτρο ζωή τους.

Όταν κάποτε ρώτησα πρώην μαθητές μου, τι θυμούνταν από την φοίτησή τους στο σχολείο, δεν μου απάντησαν κάτι από την διδακτική ύλη αλλά τις συζητήσεις που κάναμε, τις διδακτικές επισκέψεις, τις εκδρομές, τις αθλητικές εκδηλώσεις, τις θεατρικές παραστάσεις και γενικά όλες τις δραστηριότητες που είχαν σχέση με θέματα όπως η αυτοπροστασία, η  υγεία, το περιβάλλον, η κυκλοφορία, ο πολιτισμός κ.ά.

Για τυποποιημένη διδασκαλία, απουσία κριτικής σκέψης και κατάντια μιλούσε ο δάσκαλος με τον επιθεωρητή πριν από οχτώ με εννιά δεκαετίες. Για τα ίδια δυστυχώς

μιλάμε κι εμείς σήμερα.

Πώς είναι δυνατόν μέσα στην τόσο βαθειά χρεοκοπημένη πνευματικά και οικονομικά Ελλάδα να επέλθει πρόοδος, όταν ο πολίτης δεν έχει διδαχθεί ως παιδί αυτά που πρέπει και μάλιστα με σωστό τρόπο, δεν έχει μάθει να ακούει, να παρατηρεί και να επεξεργάζεται τα περιβαλλοντικά ερεθίσματα, ενώ έχει αντιμετωπισθεί ως υπερκαταναλωτής ξερών γνώσεων, ιδίως επαγγελματικής αποκατάστασης και όχι ως αφομοιωτής βασικών εφοδίων της ζωής;

Σ’ αυτή τη χώρα συμβαίνει το εξής περίεργο. Ο ενήλικος συμπεριφέρεται ανώριμα σαν παιδί, ενώ απαιτεί  από το ανήλικο παιδί να συμπεριφέρεται όπως ο ώριμος ενήλικος, χωρίς βέβαια να του δίνει τα κατάλληλα εφόδια, με σκοπό να γίνει αυτό πραγματικότητα, όταν ενηλικιωθεί..

Μήπως, λοιπόν, είναι πλέον αναγκαία η ενέργεια, ώστε να δημιουργηθεί ένα σχολείο παιδοκεντρικό με σωστή οργάνωση και ανάλογο προγραμματισμό;

Εκτός, βέβαια, αν η πολιτική και η θρησκευτική εξουσία, που καθορίζουν την φυσιογνωμία της παρεχόμενης απ’ το κράτος εκπαίδευσης, έχουν διαφορετική άποψη και επιθυμούν να παραμείνει η κατάσταση ως έχει, διαμορφώνοντας άβουλα μέλη ποιμνίου και όχι σκεπτόμενους πολίτες κοινωνίας, για να τους ελέγχουν απόλυτα.