Το τρένο

Γράφει ο Μάριος Μιχαηλίδης, συγγραφέας και εκπαιδευτικός στα Εκπαιδευτήρια Δούκα.

Το τρένο έμπαινε χαράματα στον ερειπωμένο σταθμό και οι ράγες ρουφούσαν λαίμαργα τον τελευταίο απόηχο της μηχανής και τους ανατριχιαστικούς συριγμούς των μετάλλων. Σταμάτησε. Ψυχή. Μόνο κάποιες κουρούνες φτεράκιασαν στον ύπνο τους ανάκατα και μια δυο  χάθηκαν, τρυπώνοντας  από το παράθυρο με τις σπασμένες γρίλιες. Το σκιάχτρο του σταθμάρχη με το υψωμένο χέρι και τη σφυρίχτρα στο στόμα, χρόνια τώρα στέκει καρφωμένο στο διάδρομο με τις αφημένες ομπρέλες και τα αδιάβροχα. Ο μικροπωλητής,  ένα  άδειο κάνιστρο δίπλα στα αφημένα παπούτσια του. Το σώμα του φευγάτο. Ψυχή.

Οι πόρτες άνοιξαν. Αχνές φιγούρες ανέμων και ανθρώπων κατέβαιναν με τάξη, προσέχοντας το κενό και τις χαραγματιές του χρόνου που ανοιγόκλειναν απειλητικά. Κάποιοι δεν πρόλαβαν. Έμειναν μετέωροι στην κόψη της λησμονιάς κι εκεί τους βρήκε ο καταποτήρας. Μοίρα αντίδικη ο χρόνος, καρφώνει σκιάχτρα κι αφανίζει τα ελάχιστα ίχνη του ασήμαντου. Μόνο το άδειο κάνιστρο περιφέρεται κενό σε αόρατους δρόμους, χλευάζοντας  το τρένο που όλο αργοπορεί κι όταν φτάνει, φεύγει ξανά…

Αργά το απόγευμα το τοπίο αλλάζει. Φτάνει η γριά -Μοίρα τη λένε- και με το σάρωθρό της εξαφανίζει τα υπολείμματα από τις σκιές των τελευταίων επισκεπτών. Όμως η οπτασία του τρένου μένει εκεί.

-Καλώς μας ήρθατε, καλώς μας ήρθατε… κι εκεί που πηγαίνετε, σκότος και θάνατος…

Η φωνή της ακούστηκε συρτή και με δόλο γεμάτη. Τα απομεινάρια από το  διάφανο μηχανοδηγό αναστυλώθηκαν. Τέντωσε το περίγραμμά του, έμεινε για μια στιγμή ακίνητος, έπειτα έσκυψε, μάζεψε τα γυαλιά του και  την κοίταξε ειρωνικά.

-Εκατό χρόνια τώρα, τα ίδια λες. Δε βαρέθηκες; Βλέπεις, ο κόσμος δε χάνεται. Τα τρένα δε διασύρουν κανένα. Στα χρόνια που θα μας έρθουν, θα αυξήσουμε τα δρομολόγιά μας. Μη μας βλέπεις έτσι. Το νέο σύστημα επέβαλε δραστικές αλλαγές. Σε όλα προηγείται η οπτασία των πραγμάτων.Eν κενώ. Ταξιδεύουμε με συνταξιδιώτη το χρόνο. Οι πελάτες μας συμμετέχουν στην πρόοδο του μέλλοντος. Ταξιδεύουν την ίδια στιγμή με πέντε τρένα. Προς το παρόν το πείραμα εφαρμόζεται μόνο στη χώρα μας, παρ’ ότι μας ζήτησαν να συμμετάσχουν και άλλες χώρες. Μπορείς να σκεφτείς τα οφέλη; Ο πολυμερισμός της υλικής ύπαρξης του ατόμου και η ταυτόχρονη διοχέτευση του δυναμικού του σε πολλαπλά επίπεδα δράσης, στο χρονικό εξωχώρο, αυτόματα λύνει προβλήματα, για τα οποία ήδη ξοδεύεται πολλή φαιά ουσία. Σκέψου. Το προσδοκώμενο εργασίας και απόδοσης του ενός, να πολλαπλασιάζεται επί πέντε και αυτό στη νιοστή! Εν τω μεταξύ η πρωτογενής υπόσταση των πελατών μας, εξακολουθεί να διάγει το βίο της καθημερινότητας, με τις συντεταγμένες της θορυβώδους πόλεως, τα χρονοδιαγράμματα και τις λοιπές ασφυξίες. Κανείς όμως δεν παραπονιέται. Η ευωχία των ταξιδιών με τρένο αμβλύνει το άλγος και ελαφρύνει δυσβάσταχτο της ζωής.

Η Εταιρεία μας πιέζεται πολύ. Ξένοι επενδυτές πηγαινοέρχονται, υποβάλλουν σχέδια, υπόσχονται, εκλιπαρούν και καταθέτουν υπέρογκα ποσά. Εν λευκώ. Ήδη, πολλά στελέχη συζητούν σοβαρά για αλλαγή πλεύσης. Μάλιστα, τελευταία, εντείνονται οι παρεμβάσεις από διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, καθώς επίσης από παγκόσμια και ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Πανεπιστήμια και ανεξάρτητα ερευνητικά εργαστήρια αναμένονται να φτάσουν πολύ σύντομα στη χώρα για να μελετήσουν το φαινόμενο. Το καταλαβαίνεις; Αδημονούν!

Προς το παρόν, βέβαια, τα πειράματα της Εταιρείας περιορίζονται στα ταξίδια αναψυχής.. Ήδη, κλείνουμε τον πρώτο αιώνα δράσης. Τα πιθανά ευρήματα των ερευνητών του μέλλοντος δε μας απασχολούν. Ποιο μέλλον δηλαδή. Εκατό χρόνια και τώρα μόλις ξύπνησαν μερικοί. Τόσα χρόνια και κανείς δεν τόλμησε να εξετάσει εργαστηριακά την Εταιρεία μας. Οι έρευνες σταματούσαν μπροστά στο ασύλληπτο. Πάντως εμείς προχωρούμε και παρ’ ότι η χώρα βαδίζει στον αιώνα των τουριστικών παγετώνων, προπορευόμαστε. Με το πείραμα προσπεράσαμε το ανέφικτο και μπήκαμε στη σφαίρα του φαντασιακού. Για σκέψου. Ταυτόχρονες διαδρομές με πέντε τρένα! Πολυμερισμός σώματος και ψυχής, χωρίς να αλλοιώνεται η πρωτογενής υπόσταση του ατόμου, το οποίο εξακολουθητικώς ασχολείται με τα του βίου!

Σάστισε η γριά. Ο θρασύτατος γέρασε και δε λογικεύτηκε, σκέφτηκε. Τον κοίταξε λοξά. Δεν άντεξε.

-Το αδυσώπητο να το ξεφύγεις δεν μπορείς. Κανείς δεν το μπόρεσε. Κι αν δεν το ’χεις καταλάβει μέχρι τώρα, οι διαδρομές των σκιών είναι δοκιμαστικές, μα ωστόσο ασφαλείς πορείες προς το θάνατο. Περηφανεύεσαι για την πολυδιάσπαση της ύλης, που συσταίνει τον άνθρωπο και δε βλέπεις ότι ο θάνατος τρύπωσε για τα καλά στα έγκατα της ύπαρξής του και του κατατρώει τα σωθικά. Πολλοί από τους πελάτες της Εταιρείας σας έχουν κιόλας περάσει στην αντίπερα όχθη. Ζουν ήδη στη μακαριότητα της αχρονίας και το δυστύχημα είναι ότι ενώ εσείς το γνωρίζετε, εκείνοι το αγνοούν. Τους πουλάτε θάνατο και η εξαγορά της ελπίδας είναι βαριά. Τι να ελπίζουν οι σκιές, έτσι όπως τους έχετε καταντήσει; Σαν αερικά μπαινοβγαίνουν στα τρένα με τις ακατάπαυστες διαδρομές και εσείς ξορκίζεται το κακό, μην τύχει και λαχταρίσουν την επανένωσή τους εις σάρκαν μία και αποκαλυφθεί η απάτη σε όλο της το μεγαλείο.

Κι εσύ άμοιρε μηχανοδηγέ που κάθε τόσο μαζεύεις τα υπολείμματά σου και αναστυλώνεσαι, δεν έχεις μάθει τίποτε από μένα. Σε κάθε εκατοστή διαδρομή συζητάμε τα ίδια πράγματα. Υπάρχεις γιατί το θέλησα εγώ και όχι η Εταιρεία. Νεκρός είσαι και το ξέρεις. Διάφανος, κι ανερμάτιστος. Θα σε περιμένω.

Εκείνος την άκουγε σκεφτικός όπως πάντα. Τον τρόμαζαν τα λόγια της μα δεν τολμούσε να το πει. Έκανε να διώξει τις σκέψεις του. Τι σόι μηχανοδηγός είναι και φοβάται μια γριά; Άλλωστε, ποιος θα γίνει προϊστάμενος διαδρομών αν όχι αυτός. Ναι. Αυτό του έχει πει μια μέρα, ενθουσιασμένος ο αρχιεπιθεωρητής των συρμών, όταν με αυτοθυσία εμβόλισε διαδοχικά μια ομάδα δέκα αγελάδων, ένα κοπάδι πρόβατα με τους τσομπάνηδες και μια ομάδα λύκων. Μάλιστα, αυτή του η εθελούσια πράξη, έγινε η αφορμή για να πιστοποιηθεί η αντοχή των υλικών, με τα οποία η Εταιρεία επέμενε να κατασκευάζονται οι δικοί της συρμοί. Καθόλου δεν τον ένοιαζε που αναγκαζόταν κάθε τόσο να αναστυλώνεται. Μια έτσι έκανε και το σύστημα επανερχόταν. Αυτό έλεγε ο ίδιος κάθε φορά μονολογώντας: “Το σύστημα δουλεύει”. Μεταξύ μας, τώρα, τα υπόλοιπα που έλεγε στη γριά, τα είχε μάθει με το νι και με το σίγμα στα σεμινάρια της Εταιρείας. Αυτός έπρεπε μόνο να λέει. Και να πείθει με το ύφος του. Τον ένοιαζε μόνο η θέση του προϊσταμένου διαδρομών.

Ακούστηκε η σφυρίχτρα του σταθμάρχη, οι πόρτες έκλεισαν και οι συρμοί τροχοδρομούσαν ήδη στις ράγες, αφήνοντας πίσω τον έρημο σταθμό. Οι κουρούνες, τρομαγμένες βγήκαν από τις σπασμένες γρίλιες και έκαναν τις πρώτες αυγινές τους κινήσεις. Ανοιγόκλεισαν τα φτερά τους, έπαιξαν την ουρά τους και φρρρ… χάθηκαν πίσω από τα κυπαρίσσια.

Ο μηχανοδηγός κοιτούσε τις ενδείξεις ικανοποιημένος. Ναι. Το σύστημα δούλευε θαυμάσια. Έριξε μια ματιά στην οθόνη. Οι επιβάτες κάθονταν ήρεμοι. Οι πιο πολλοί είχαν το βλέμμα στραμμένο έξω στους αγρούς, αδιαφορώντας για τις εναλλαγές των χρωμάτων και γενικά για την ευφορία με την οποία υποδέχονταν οι κάμποι τις αθώες και άκρως ερωτικές επελάσεις των πουλιών. Ποιος νοιαζόταν τώρα για το κράμα των εαρινών επισκέψεων, που το αποτύπωνε το κυνήγι των μελισσών στην άπλερη μαγεία των διάφανων πετάλων… Έτσι απλανείς χάνονταν μες στην ευφορία των ελπίδων. Άλλοι, πάλι, κοιτούσαν τα νύχια τους. Κάποιος τούς είπε πως τα νύχια των νεκρών μεγαλώνουν. Γύρναγαν τις παλάμες, τέντωναν τα δάχτυλα και πάλι τα μάζευαν και τα μελετούσαν όχι χωρίς υποψία. Γιατί, δεν μπορεί, κάτι θα  τους έχει διαφύγει. Να, το γαμψό νύχι του δείχτη, πώς μεγάλωσε έτσι ξαφνικά… Κάποιοι έμπαιναν στον πειρασμό. Τσιμπούσαν το μπράτσο τους ή το λοβό του αφτιού τους κι όταν δεν ένιωθαν τον παραμικρό πόνο, έπεφταν σε βαθιά περισυλλογή. Κάποιοι, μες στην απελπισία τους γυρνούσαν στο διπλανό τους και ζητούσαν, όσο πιο αθώα γίνεται,  ένα σουγιά και όσοι έβρισκαν σήκωναν το μανίκι  του αριστερού τους χεριού…

Ο μηχανοδηγός τα ’βλεπε όλα αυτά και χαμογελούσε υψώνοντας το ένα του φρύδι και σουφρώνοντας την ίδια στιγμή τα χείλη του. Χωρίς κόπο, αναγνώριζε ποιοι ήταν οι νέοι και προς το παρόν απροσάρμοστοι στο σύστημα των ακατάπαυστων διαδρομών και ποιοι οι παλιοί. Αυτούς τους ήξερε για τα καλά, από εκείνο το βλέμμα της συγκατάβασης, που συνοδευόταν μ’ εκείνη τη χαρακτηριστική κίνηση του κεφαλιού, που βεβαιώνει τον πρωτόπειρο ότι πολλά ακόμη έχει να δει και να μάθει.

Κατά τα άλλα, στο τρένο επικρατούσε μια παγερή ησυχία. Οι πιο παλιοί επιβάτες το γνώριζαν. Στον επόμενο σταθμό, αναγκαστικά θα αποβιβαστούν, θα περιπλανηθούν, στην πόλη, θ’ ακούσουν τη φωνή να επαναλαμβάνει “Δεν έχει πλοίο για σε δεν έχει οδό…” και ευθύς αμέσως θα χωριστούν σαν σε δύο ημιχόρια και η μια ομάδα με ύφος και τονικότητα αρχαίας τραγωδίας θα πει  “Ο μοναδικός συμβιβασμός στη ζωή μου ας είναι το τρένο”. Και πριν ολοκληρώσει θ’ ακουστεί η αντιστροφή από την άλλη ομάδα, “ Το τρένο ας είναι η ζωή μου…”. Μετά, όλοι μαζί θα επιστρέψουν στο σταθμό. Εκεί, θ’ αντικρίσουν τη γριά, που εντωμεταξύ σαν αερικό θα ’χει φτάσει και θα έχει στήσει το σκιάχτρο του σταθμάρχη και το κάνιστρο του μικροπωλητή. Όσο για τις κουρούνες, κανείς δε νοιάζεται. Χρόνια τώρα, η χώρα αναστενάζει στο άσμα εκείνου του περίεργου “Μαύρα πουλιά, πουλιά της δυστυχίας...”

Και η παράσταση δε θα’ χει τέλος.