Ο ελληνικής καταγωγής συγγραφέας Τζόρτζ Πελεκάνος μιλάει στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη.

“Πάντα παρουσίαζα τον χώρο εργασίας του βιοπαλαιστή σαν ένα δεύτερο σπίτι, μια ανάδοχη οικογένεια, για τους περιθωριακούς, τα φρικιά και τους απόκληρους. Το πρότυπο για το εστιατόριο στο βιβλίο  είναι το εστιατόριο του μακαρίτη του πατέρα μου, όπου δούλευα από τον καιρό που ήμουν 11 χρόνων. Το πλέξιμο της ζωής μας εκεί, μαύρων και λευκών και διαφορετικών γενιών, ήταν τρυφερό, μορφωτικό και ποιητικό. Επισκέπτομαι ακόμη το εστιατόριο εκείνο τακτικά, κάθομαι στον πάγκο και επικοινωνώ σιωπηλά με τον μπαμπά μου». Αυτά δηλώνει ανάμεσα σε άλλα ο ελληνικής καταγωγής στγγραφέας Τζορτζ Πελεκάνος ο οποίος γεννήθηκε στην Ουάσινγκτον το 1957. Είναι καταξιωμένος σεναριογράφος, ανεξάρτητος κινηματογραφικός παραγωγός, βραβευμένος δημοσιογράφος και συγγραφέας πολλών επιτυχημένων μυθιστορημάτων μυστηρίου, μεταξύ των οποίων τα μπεστ σέλερ «Ο βασιλιάς του πεζοδρομίου», «Σαρωτική έκρηξη» και «Ζήτημα τιμής», που έχουν κυκλοφορήσει και στην Ελλάδα. Ζει στην Ουάσινγκτον,

Ερωτήσεις

 

-Ποια ήταν η αιτία για να γραφεί το μυθιστόρημα Το Αδιέξοδο (εκδόσεις Πατάκη);

Το Αδιέξοδο βασίζεται σε ένα πραγματικό γεγονός που συνέβη κανα-δυο μίλια μακριά από το σπίτι μου όταν ήμουν περίπου 16 ετών. Δεν το είχα ξεχάσει ποτέ, αλλά το να γράψεις απλώς για ένα βίαιο ρατσιστικό επεισόδιο του παρελθόντος δεν ρίχνει νέο φως στο ποιοι είμαστε σήμερα ως άνθρωποι. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν, υποθετικά, πού θα βρισκόταν όλοι εκείνοι οι έφηβοι αυτή τη στιγμή; Ποιοι είχαν γίνει ως ενήλικες και πώς έμαθαν να αντιμετωπίζουν αυτόν το νέο κόσμο στον οποίο ζούμε; Δυστυχώς, οι ζωές των πραγματικών συμμετεχόντων στο συμβάν δεν εξελίχθηκαν εξίσου καλά με τις ζωές των χαρακτήρων στο μυθιστόρημα. Ο μυθιστοριογράφος όμως δημιουργεί τη δική του πραγματικότητα. Σε αντίθεση μ’ αυτό που συχνά μου αποδίδουν, δεν είμαι μηδενιστής. Δεν θα μπορούσα να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι το πρωί αν γύρω μου έβλεπα μόνο σκοτάδι. Οι τελευταίες σκηνές του βιβλίου αντανακλούν την κοσμοθεωρία μου.

– Μυθιστόρημα  Το Αδιέξοδο επανέρχεστε πάλι σε χαρακτήρες που έχουν ελληνική καταγωγή. Μήπως η καταγωγή καμία φορά μας καθοδηγεί και θέλουμε επομένως να την περιγράψουμε με την οφειλόμενη αγάπη;

Θέλω απλώς να μας περιγράψω ως ανθρώπινα όντα, πλήρη, με τα σφάλματά μας. Δεν μας κάνει καλό να παρουσιαζόμαστε ως οι αξιαγάπητοι άνθρωποι με την ποδιά πίσω απ’ τον πάγκο σερβιρίσματος που δεν έχουν καμιά πολυπλοκότητα, κανένα αρνητικό γνώρισμα, καθόλου σεξουαλικότητα και καμία πραγματική φιλοδοξία. Πήγα τη μαμά μου να δει αυτή τη δημοφιλή ταινία για τους Έλληνες πριν από λίγα χρόνια κι όταν τέλειωσε είπε «Ξοδέψαμε ολόκληρη τη ζωή μας προσπαθώντας να διαλύσουμε αυτά τα στερεότυπα.» Οι χαριτωμένοι, γλυκούληδες, οπισθοδρομικοί Έλληνες της λαϊκής αμερικανικής κουλτούρας δεν λένε την ιστορία μας ούτε στο παραμικρό.

– Τρεις έφηβοι οδηγούν ένα νοικιασμένο αμάξι και εισβάλλουν σε μία γειτονιά που κυριαρχούν οι μαύροι. Από την αρχή αυτής της απόπειρας ο αναγνώστης διαπιστώνει την παρουσία πρόκλησης. Μήπως οι έφηβοι με αυτή την πράξη ξεσκεπάζουν  ένα κοινωνικό πρόβλημα; 

Φτάνοντας σταδιακά στο γεγονός, δείχνοντας τους νεαρούς αυτούς στο περιβάλλον τους, όπως συναναστρέφονται τους φίλους τους, τις οικογένειες και τους γείτονες, θέλω να δείξω ότι έχουν περισσότερες ομοιότητες παρά διαφορές. Ότι ο ρατσισμός δεν είναι τίποτε περισσότερο από το φόβο του αγνώστου και ότι, σαν ένα μπιμπερό που το έχουν ποτίσει με δηλητήριο, περνάει από γενιά σε γενιά και πυροδοτείται με την ανασφάλεια. Μπορώ να σας πω ότι το συγκεκριμένο συμβάν επηρέασε βαθιά τον κόσμο που ζει στην περιοχή αυτή για πολύ καιρό. Συναντώ συχνά άτομα εδώ που λένε ότι άλλαξε τον τρόπο που έβλεπαν τους ανθρώπους πέρα από τη διαχωριστική γραμμή.

– Οι τρεις έφηβοι προέρχονται από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα. Δεν έχουν όνειρα και χάνονται στη μαριχουάνα και στο ποτό. Αυτή η αδυναμία δεν φανερώνει και την έλλειψη στόχων της νέας γενιάς; 

Δεν θα συμφωνούσα μ’ αυτό. Θα μπορούσα πολύ άνετα να είμαι ένα από τ’ αγόρια σ’ εκείνο το αυτοκίνητο. Πέρασα πολλά απογεύματα οδηγώντας άσκοπα με τους φίλους μου εδώ κι εκεί, πίνοντας μπίρα και καπνίζοντας χόρτο. Κι επειδή ήμουν ένα από αυτά  τα παιδιά των βιοπαλαιστών, της εργατικής τάξης, υπήρχαν νύχτες που  έμπαινα σε αυτοκίνητα όπου φώναζαν ρατσιστικές βρισιές από τα παράθυρα. Μερικές φορές έβγαινα από κείνα τ’ αυτοκίνητα και γύριζα σπίτι με τα πόδια. Υπήρχαν όμως άλλες νύχτες, όταν έκανε φοβερή παγωνιά ή ήμουν μίλια μακριά απ’ το σπίτι μου, που έμενα στο αυτοκίνητο. Δεν είμαι περήφανος γι’ αυτό, αλλά είναι η αλήθεια. Η ουσία είναι ότι μεγάλωσα. Το μυαλό των αγοριών στην εφηβεία είναι εντελώς μπερδεμένο. Τ΄ αγόρια θέλουν να διασκεδάζουν και γι’ αυτούς η διασκέδαση παίρνει συχνά τη μορφή σύγκρουσης και βίας. Δεν βλέπω κάποιο πρόβλημα στο να κάνει χρήση μαριχουάνας η νεολαία. Αποτελεί μέρος του να είσαι νέος το να θέλεις να ξεφύγεις απ’ το μυαλό σου.

– Ο Μπίλυ ο οδηγός δολοφονείται, ο Πιτ το σκάει και τη γλιτώνει και ο Άλεξ έχει για ανάμνηση την ουλή στο πρόσωπο. Αν οι δύο αντιμετώπισαν την τιμωρία, ο Πιτ  που το έσκασε όχι μόνο γλίτωσε αλλά και αργότερα διακρίθηκε ως νομικός.  Γιατί υπάρχει τόση αδικία στον «τόσο όμορφο και αγγελικά πλασμένο» κόσμο μας;

Έτσι ήταν ανέκαθεν. Το χρήμα σημαίνει δύναμη και ικανότητα να ξεπλένεις τα χέρια σου απ’ την αμαρτία. Αλλά, ξεκάθαρα, ο Πιτ είναι ο λιγότερο επιτυχημένος, από την άποψη εκπλήρωσης και συναισθηματικής ανάπτυξης, από όλα τα παιδιά που βρέθηκαν σ’ εκείνο το αυτοκίνητο, σ΄ εκείνον το δρόμο. Με εξαίρεση τον Τσαρλς, ο οποίος έπαθε ανεπανόρθωτη ζημιά από τις καταχρήσεις, όλοι τους έζησαν καλύτερη ζωή απ’ ό,τι ο Πιτ, και συνεισέφεραν περισσότερο στην κοινωνία. Το μόνο πράγμα που τους λείπει είναι τα λεφτά του Πιτ και οι καλές επαφές του. Το τι έχει μέσα όμως το πορτοφόλι σου και το τι βρίσκεται στην ντουλάπα σου δεν έχουν σημασία όταν φτάνεις στην πύλη του ουρανού.

– Από τις πιο ωραίες περιγραφές είναι αυτές που κάνετε στο κατάστημα του Άλεξ Πάπας. Εκεί υπάρχει μια ατμόσφαιρα σύμπνοιας και αγάπης. Μήπως είναι και αυτοί οι λόγοι της κοινωνικής ανέλιξης και επιτυχίας;

Πάντα παρουσίαζα τον χώρο εργασίας του βιοπαλαιστή σαν ένα δεύτερο σπίτι, μια ανάδοχη οικογένεια, για τους περιθωριακούς, τα φρικιά και τους απόκληρους. Το πρότυπο για το εστιατόριο στο βιβλίο  είναι το εστιατόριο του μακαρίτη του πατέρα μου, όπου δούλευα από τον καιρό που ήμουν 11 χρόνων. Το πλέξιμο της ζωής μας εκεί, μαύρων και λευκών και διαφορετικών γενιών, ήταν τρυφερό, μορφωτικό και ποιητικό. Επισκέπτομαι ακόμη το εστιατόριο εκείνο τακτικά, κάθομαι στον πάγκο και επικοινωνώ σιωπηλά με τον μπαμπά μου.

– Μέσα στο μυθιστόρημα περιγράφετε, μετά από χρόνια, τη συνάντηση των Άλεξ, Πιτ αλλά και των δύο αδελφών και του σκληρού Τσαρλς με τέτοιο τρόπο που μας κρατάτε σε αγωνία. Δεν πρέπει όμως στην πραγματικότητα να κλείνουμε και τις παλιές πληγές μας;

Είναι βραδεία η  καύση. Ο αναγνώστης γνωρίζει ότι πρόκειται να συναντηθούν, κι οι ζωές τους, για μια ακόμη φορά, θ’ αλλάξουν για πάντα. Έχω χρησιμοποιήσει αυτή την επική φόρμα και στο παρελθόν, από την παιδική ηλικία ως την ενηλικίωση, το να έρχεσαι αντιμέτωπος με την προοπτική του θανάτου. Είμαι φανατικός οπαδός της παλιάς ταινίας Άγγελοι με Βρώμικα Πρόσωπα. Κλασική.

– Σε ένα άλλο βιβλίο σας, Γλυκιά αιωνιότητα  (εκδόσεις Οξύ), αναφέρεστε με μεγάλη ευχέρεια στους εμπόρους ναρκωτικών, αλλά και στις συμμορίες. Πώς καταφέρνετε και γνωρίζετε αυτές τις καταστάσεις;

Στο ξεκίνημα της καριέρας μου πήγαινα σε πιάτσες ναρκωτικών, τριγύριζα εκεί, παρατηρούσα, κι έκανα παρέα με οποιονδήποτε μου μιλούσε. Έπειτα άρχισα να χτίζω σχέσεις με την αστυνομία και τον υπόκοσμο. Τα διαπιστευτήριά μου ως συγγραφέα και παραγωγού στη σειρά “The Wire” μου άνοιξαν πολλές πόρτες. Τώρα έχω πάρα πολλές πηγές. Είμαι καλός ακροατής, και πιστεύω ότι πρέπει να δείχνεις σεβασμό στους ανθρώπους. Αυτά τα δύο πράγματα είναι ουσιώδη στη δουλειά που κάνω.

– Επισκέφθηκα την ιστοσελίδα σας και ανακάλυψα ότι είστε  επίσης κινηματογραφιστής αλλά και σεναριογράφος. Αυτές οι δραστηριότητες βοηθούν τη συγγραφή μυθιστορημάτων;

Απολύτως. Γυμνάζεις έναν διαφορετικό μυ αλλά, για να χρησιμοποιήσω την προφανή μεταφορά, έτσι χτίζεις ένα δυνατό σώμα. Συν το γεγονός ότι δουλεύω με καλούς συγγραφείς όπως οι Ντέιβιντ Σάιμον, Ρίτσαρντ Πράις, Ντένις Λεχέιν και Έρικ Όβερμαϊερ. Το να βρίσκομαι στο ίδιο γραφείο μ’ αυτούς τους ανθρώπους και να ανταλλάσσω ιδέες δεν μπορεί παρά να με κάνει να επιταχύνω το παιχνίδι μου.

– Λίγοι γνωρίζουν το εργαστήρι ενός συγγραφέα. Εσείς πώς αρχίζετε να ετοιμάζεστε για τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος;

Πρώτα βγαίνω στους δρόμους και κάνω έρευνα για κανα-δυο μήνες.  Πρόθεσή μου είναι να «φορτώσω» την έρευνα εκ των προτέρων, διότι από τη στιγμή που θα ξεκινήσω να γράφω δεν θέλω να είμαι αναγκασμένος να φεύγω απ’ το σπίτι μου για να ελέγχω διάφορα γεγονότα. Ξεκινώ με μια υπόθεση κι αρχίζω να γράφω. Δεν κάνω σχεδιάγραμμα, αλλά προτιμώ να βρίσκω το βιβλίο καθώς το γράφω. Γράφω από το πρωί ως το απόγευμα, σταματάω για λίγες ώρες να κάνω σωματική άσκηση (βόλτα με το ποδήλατο, καγιάκ, περπάτημα στο δάσος, κλπ.), έπειτα επιστρέφω το βράδυ, οπότε ξαναγράφω την πρωινή μου δουλειά. Εργάζομαι επτά μέρες την εβδομάδα όταν γράφω ένα βιβλίο. Μ’ αυτό τον τρόπο ολοκληρώνω το πρώτο γράψιμο σε περίπου τέσσερις με πέντε μήνες. Είναι έντονο το πρόγραμμα αλλά αυτός είναι ο μόνος τρόπος που ξέρω για να το καταφέρω.

– Πώς αισθάνεστε που εμείς οι Έλληνες νιώθουμε περήφανοι για την καθιέρωσή σας στη λογοτεχνία;

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, δεν θα μπορούσα να αισθανθώ μεγαλύτερη ευχαρίστηση και τιμή.

 

Ευχαριστίες για τη μετάφραση στον κ. Περικλή Τάγκα, Aν. Καθηγητή του Τμήματος Εφαρμογών Ξένων Γλωσσών στη Διοίκηση και το Εμπόριο, Τ.Ε.Ι. Ηπείρου.