ΣΑΤΙΡΙΖΟΝΤΑΣ.

Γράφει ο Χρήστος Μαλασπίνας.

Τόσα χρόνια ανασταίνεσαι Χριστέ μου κι ακόμα δεν βαρέθηκες να ‘ρχεσαι σ΄ έναν κόσμο παράλογο, άδικο, μίζερο και διεφθαρμένο.

Ήλθες να Διδάξεις Αλήθεια σ΄ έναν κόσμο βουτηγμένο στο ψέμα. Να μάθεις Ειρήνη σ΄ έναν κόσμο που πλουταίνει πολεμώντας.

Ήλθες να δώσεις φως σ΄ έναν κόσμο μαθημένο να ζει στο σκοτάδι. Ήλθες να συγχωρέσεις τις αμαρτίες σ΄ έναν κόσμο που φόρτωσε με αμαρτίες τους Θεούς του για να μπορεί κι αυτός με ήσυχη τη συνείδηση να βολεύεται …

Αν δεν το ‘μαθες Χριστέ μου, κάποτε είχαμε δώδεκα Θεούς σε τούτον τον τόπο, που ΄χαν γυναίκες και παιδιά, που είχαν ερωμένες και μπάσταρδα. Είχαμε Θεούς που θύμωναν, που έκλεβαν, που μέθαγαν και που ξενοκοιμόντουσαν …

Που αδικούσαν, που εμπορεύονταν και που μεταμορφώνονταν για να ξεγελούνε τους ανθρώπους. Αυτή ήτανε η δύναμή τους! Ή η αδυναμία της δύναμής τους!..

Ενώ Εσύ … Μακριά από όλα αυτά, πτωχός και πεινασμένος, αδύναμος και ταπεινός, δεν κρύφτηκες, είπες «εγώ είμαι».  Δεν μίσησες, είπες «άφες αυτοίς».  Αυτή ήτανε η αδυναμία Σου! Ή η δύναμη της αδυναμίας Σου!..

Έτσι, τόσα χρόνια Χριστέ μου ανεβαίνεις στον ατέλειωτο Σταυρό Σου. Και ακόμα δεν έμαθες πως όσες φορές κι αν γεννηθείς, πάλι θα σε σταυρώσουν οι άνθρωποι! Όσες φορές κι αν Αναστηθείς, πάλι θα σε Αποκαθηλώσουν. Όσες φορές κι αν τους απλώσεις με αγάπη το χέρι, πάλι θα στο δαγκώσουν!

Δύο χιλιάδες έντεκα χρόνια πάνω στο Γολγοθά κι ακόμα δεν έμαθες πως μόνος σου φίλος, πιστός και οπαδός Σου παραμένει ο ληστής ο εκ δεξιών Σου. Μ΄ αυτόν θα πορεύεσαι στους αιώνες. Εμείς, οι άλλοι, παραείμαστε αγκαζαρισμένοι με τα εγκόσμια για να  απασχοληθούμε και με τα υπερκόσμια …

Να έφερνες τουλάχιστον μαζί Σου κάθε χρόνο και τίποτε θέσεις εργασίας, δουλειές τις λέμε, να βόλευες όσους εξακολουθούν να μεριμνούν για τον άρτο τον επιούσιο … Βέβαια είπες εμείς οι άνθρωποι να μην φροντίζουμε για το αύριο. Βλέπεις, όμως, και τα πετούμενα του ουρανού κι αυτά, από τα δικά μας υπολείμματα τρέφονται. Ούτε Σ΄ είδαμε να τιμωρείς τα μυρμηγκάκια που όλη τους τη ζωή την αφιερώνουν στο να μαζεύουν τροφή για τον κρύο χειμώνα …

Τόσα χρόνια Χριστέ μου κι ακόμα υπάρχουνε χήρες, ορφανά και ανήμποροι. Τόσα χρόνια κι ακόμα υπάρχουνε πλούσιοι και φτωχοί. Ζητιάνοι και πένητες. Τόσα χρόνια και ακόμα η Μαγδαληνή σου πλένει με αρώματα τα πόδια. Ο Ιούδας σε κερνάει το ίδιο φιλί. Και ο Πέτρος εξακολουθεί να σε αρνείται τρεις.

Τόσα χρόνια Χριστέ μου από κει ψηλά βλέπεις τη γη να στροβιλίζεται ανάμεσα σε δισεκατομμύρια έρημα αστέρια. Σε Γαλαξίες και σε απέραντα ηλιακά συστήματα Τι Σου ’ρθε και, με το συμπάθιο, μας «φύτεψες» σε τούτη την εσχατιά του άπειρου; Ποιόν ήθελες αλήθεια να τιμωρήσεις; Εαυτόν; Το Άπειρο; Ή τον Δημιουργό;

Τόσα χρόνια πας κι έρχεσαι Χριστέ μου και δε σε μάθαμε ακόμα!