Φρανκφούρτη: Τα πιο δύσκολα χρόνια τα αφήσαμε πίσω μας

Αποκλειστική συνέντευξη του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Προύσης κ. Ελπιδοφόρου  στην Γκέλλυ Ανδρονίκου-Γκάσμαν.ELPIDOFOROS

 

 

16 Ιουνίου, μία κατά τα άλλα »ουδέτερη» από θρησκευτικού ενδιαφέροντος Κυριακή, βρισκόμενη εν μέσω δύο άλλων κορυφαίων εορτών της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας: της Ανάληψης του Κυρίου, που έχει μόλις προηγηθεί, και της επερχόμενης Πεντηκοστής, ημέρα ίδρυσης και θεμελίωσης της Εκκλησίας.

   Τη συγκεκριμένη Κυριακή επέλεξε να επισκεφτεί την Ελληνορθόδοξη Ενορία Προφήτου Ηλιού Φρανκφούρτης ένας υψηλός προσκεκλημένος από το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο στην Κωνσταντινούπολη, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Προύσης κ. Ελπιδοφόρος Λαμπρυνιάδης. Με μεγάλες τιμές και με τον πρέποντα σεβασμό τον υποδέχτηκε το εδώ ποίμνιο. Οι πάντες εργάζονταν εντατικά και από καιρό για την αναμενόμενη άφιξή του. Δεν άργησε λοιπόν να φτάσει η ώρα που τον είδαμε και τον ακούσαμε να ιερουργεί εκείνη την Κυριακή στην ενορία μας. Με λόγια απλά και κατανοητά, αλλά μεταδίδοντας στους πιστούς το βαθύτερο νόημα των σημαντικών εκκλησιαστικών εορτών που προαναφέραμε, άφησε το στίγμα του σε όλους μας.

 

   Αργότερα, με το πέρας της Θείας Λειτουργίας, η ενορία παρέθεσε προς τιμήν του κοινό πρωινό σε παραπλήσιους χώρους της εκκλησίας, το οποίο είχαν επιμεληθεί οι πάντα ακάματες κυρίες της Διακονίας. Επίσης, άκουσε περιχαρής και χαμογελαστός την παρουσίαση θρησκευτικών τραγουδιών και προσευχών από τα τμήματα του κατηχητικού παιδιών, τα οποία συνόδευαν και καθοδηγούσαν οι κατηχήτριές τους. Στη συνέχεια ευλόγησε τα παιδιά μοιράζοντας σε όλα εικονίτσες του Χριστού μας, ως αναμνηστικό της μέρας αυτής.

 

   Με τη συνοδεία ζεστού καφέ και γλυκισμάτων, ο ιερέας μας και Αρχιμανδρίτης του Οικουμενικού Θρόνου δρ. Αθηναγόρας Ζηλιασκόπουλος τον υποδέχτηκε και επίσημα πλέον στην ενορία μας. Δεν παρέλειψε φυσικά να του απαριθμήσει τις πολλές και ποικίλες δραστηριότητες της Ελληνορθόδοξης Ενορίας Προφήτου Ηλιού. Στο γιορτινό τραπέζι παρευρισκόταν και ο Πρωτοπρεσβύτερος της Ενορίας Αγίου Γεωργίου Φρανκφούρτης καθηγητής δρ. Φίλιππος Σαββόπουλος. Με τη σειρά του ο Σεβασμιώτατος ανταπέδωσε τους χαιρετισμούς και τις ευχαριστίες και χάρισε σε όλους την ευλογία του. Συνοδευόμενος από τον Πρωτοπρεσβύτερο Σαμουήλ, επίσης από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τόνισε τον σημαντικότατο ρόλο που αυτό διαδραματίζει σήμερα και προέβη σε μια επίσημη ανακοίνωση: το καλοκαίρι του επόμενου έτους θα έχουμε την πρωτόγνωρη χαρά και την ιδιαίτερη τιμή να γνωρίσουμε από κοντά τον ίδιο τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο, ο οποίος θα επισκεφτεί με τη σειρά του την πόλη μας. Η αναγγελία βεβαίως μιας τέτοιας είδησης σκόρπισε κύματα ενθουσιασμού σε μεγάλους και μικρούς.

 

   Πολλοί ήταν οι πιστοί που είχαν την ευκαιρία να απαθανατίσουν εαυτούς με τον Σεβασμιώτατο Mητροπολίτη Προύσης. Εκείνος πάντα ακούραστος πόζαρε μαζί τους, δείχνοντας το ανθρώπινο και προσιτό σε όσους τον πλησίαζαν πρόσωπό του. Κάπου εκεί προς το τέλος της επίσημης επίσκεψής του, και προτού μεταβεί στην Ενορία του Αγίου Γεωργίου για να ξεναγηθεί και εκεί, είχε και η γράφουσα την ευκαιρία αλλά και την τιμή να συνομιλήσει ιδιαιτέρως μαζί του για διάφορα θέματα εκκλησιαστικού ενδιαφέροντος, τα οποία ως αναγνώστες της »Ελληνικής Γνώμης» μπορείτε να διαβάσετε στην αποκλειστική συνέντευξη που ακολουθεί.

 

Η συνέντευξη

 

 

 

To Oικουμενικό Πατριαρχείο στην Κων/λη είναι το κέντρο της Ορθοδοξίας. Πώς είναι διαμορφωμένη η κατάσταση εκεί; Τα τελευταία χρόνια έχουν βελτιωθεί ή επιδεινωθεί οι σχέσεις του με την τουρκική κυβέρνηση;

 

To Oικουμενικό Πατριαρχείο είναι πράγματι το κέντρο του ορθοδόξου Ελληνισμού αλλά και γενικότερα όλης της Ορθοδοξίας, όλων των ορθοδόξων χριστιανών. Είναι η μητέρα Εκκλησία, είναι η Εκκλησία η οποία είναι πρώτη στα »δίπτυχα» της Ορθοδόξου Εκκλησίας, είναι στην κορυφή. Πρώτα είναι το Οικουμενικό Πατριαρχείο και μετά είναι όλα τα υπόλοιπα Πατριαρχεία. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, για ιστορικούς λόγους, εδρεύει σε μια πόλη η οποία, όπως βλέπετε και όπως γνωρίζετε, έχει περάσει πολλές περιπέτειες ιστορικές και έχει ταλαιπωρηθεί πάρα πολύ στο παρελθόν, και σ’ αυτό οφείλεται το γεγονός ότι σήμερα έχει ολιγάριθμο ποίμνιο μέσα στην Τουρκία. Αλλά τα τελευταία δέκα χρόνια η κατάσταση στην Τουρκία έχει αλλάξει, τα ανθρώπινα δικαιώματα βρίσκονται σε καλύτερο επίπεδο. Επομένως, αυτό ωφελεί και τις μειονότητες που ζουν μέσα στην Τουρκία, και μεταξύ των μειονοτήτων ωφελεί και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Έχουμε την αίσθηση ότι τα πιο δύσκολα χρόνια τα αφήσαμε πίσω μας. Με την παρούσα κυβέρνηση οι σχέσεις μας είναι πάρα πολύ καλές, σέβεται το Πατριαρχείο, προσπαθεί σταδιακά να διορθώσει όλες τις αδικίες του παρελθόντος, γι’ αυτό και οι προοπτικές του Πατριαρχείου για το μέλλον είναι πολύ θετικές.

 

 

 

Η αντίληψη των δυτικών ανθρώπων περί Ισλάμ ταυτίζεται σχεδόν πάντα με το φανατισμό. Ποια η δική σας άποψη, ως ενός ανθρώπου που ζει και κινείται σε μια ισλαμική χώρα;

 

Καμία θρησκεία, νομίζω, δεν είναι από τη φύση της καλή ή κακή, ή δεν είναι από τη φύση της φανατική, εξτρεμιστική ή μη. Οι θρησκείες συχνά γίνονται εργαλεία στα χέρια των πολιτικών και αναλόγως με το τί θέλει να επιτύχει η πολιτική διακυβέρνηση -είτε είναι ο βασιλέας είτε είναι ο πρωθυπουργός είτε είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είτε είναι οποιοσδήποτε άλλος πολιτικός αρχηγός-, χρησιμοποιείται πολλές φορές ως μέσο είτε για να φανατίσει το λαό είτε και για να τον οδηγήσει και σε άλλους σκοπούς. Εμείς ζούμε με το Ισλάμ όχι τώρα -το Ισλάμ η Ευρώπη το γνωρίζει τώρα-, για μας το Ισλάμ είναι μια εμπειρία αιώνων, και η εμπειρία μάς λέει ότι η θρησκεία αυτή καθεαυτή δεν κηρύττει ούτε το θάνατο ούτε την επιθετικότητα ούτε τη βία ούτε την τρομοκρατία. Είναι οι άνθρωποι που βάζουν το ανθρώπινο το στοιχείο -καμιά φορά είναι πολιτικοί, καμιά φορά είναι άλλοι παράγοντες οι οποίοι χρησιμοποιούν το Ισλάμ-, όπως παλαιότερα είχε χρησιμοποιηθεί και ο χριστιανισμός σε καταστάσεις ανάλογες. Χρησιμοποιείται το Ισλάμ για εξτρεμιστικούς λόγους. Αλλά το Ισλάμ ως θρησκεία δεν είναι θρησκεία του μίσους, δεν είναι θρησκεία του πολέμου, δεν είναι θρησκεία της βίας. Εμείς ζούμε ειρηνικά με το Ισλάμ, και η ειρηνική συμβίωση αυτή βασίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό. Πρέπει να σεβόμαστε ο ένας τη θρησκεία του άλλου – δε χρειάζεται να συμφωνούμε με τη θρησκεία του άλλου. Όπως οι άνθρωποι για να συνυπάρξουν, ακόμη και της ίδιας θρησκείας, οι οποιοιδήποτε άνθρωποι, δε χρειάζεται να συμφωνούν εκατό τοις εκατό, πρέπει όμως να σέβονται. Ακόμα και μέσα σ’ ένα γάμο ο άντρας με τη γυναίκα δε συμφωνούν σε όλα, αλλά σέβεται ο ένας την άποψη του άλλου, σέβεται ο ένας τον άλλο όπως είναι, κι έτσι υπάρχει η αρμονική συμβίωση. Λοιπόν, πιστεύω ότι η ανησυχία που υπάρχει στην Ευρώπη είναι στην έλλειψη πείρας συνύπαρξης με το Ισλάμ. Δεν γνωρίζει η Ευρώπη πώς να διαχειριστεί το Ισλάμ. Γιατί; Διότι δεν έχει εμπειρία. Και ίσως θα ήταν χρήσιμο να μας πλησιάσουν εμάς που ζούμε τόσους αιώνες μαζί με το Ισλάμ και να μας ρωτήσουν και να πάρουν τη γνώμη μας για το πώς τα καταφέρνουμε και ζούμε ειρηνικά με το Ισλάμ.

 

 

 

Τον περασμένο Απρίλιο, κατά την επίσημη επίσκεψή του στην Κων/λη, ο Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών κ. Τζον Κέρι, σε συζήτηση με τον Τούρκο ομόλογό του, έφερε για άλλη μία φορά στο προσκήνιο την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Ποιες οι ενστάσεις της τουρκικής πλευράς ως προς το όλο θέμα;

 

Εάν κρίνουμε από τις δηλώσεις που κατά καιρούς κάνουν οι πολιτικοί της Τουρκίας -και πολιτικοί αρχηγοί και υπουργοί και ο ίδιος ο πρωθυπουργός-, η Τουρκία δεν έχει πλέον ενστάσεις επί της ουσίας. Πιστεύουν όλοι ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις τους πάντοτε, το να κλείσουν τη Θεολογική Σχολή ήταν μια αδικία που έγινε σε βάρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και σε βάρος της ελληνικής μειονότητας της Κων/λης. Το να κλείνεις μια σχολή γενικότερα θεωρείται ένα καθαρά οπισθοδρομικό μέτρο. Δεν μπορείς να κλείνεις σχολεία όταν όλος ο κόσμος προσπαθεί να ανοίξει σχολεία και να διαδώσει την παιδεία και τον πολιτισμό. Kαμία χώρα που σέβεται τον εαυτό της δεν μπορεί να κλείνει σχολεία. Λοιπόν, αυτή την αδικία την αναγνωρίζει η τουρκική κυβέρνηση σήμερα και ο πολιτικός κόσμος στην Τουρκία. Δεν προβάλλει ενστάσεις επί της ουσίας, εάν είναι δίκαιο δηλαδή το αίτημα της επαναλειτουργίας ή δεν είναι. Αυτό που τίθεται συνήθως από τουρκικής πλευράς είναι ένα είδος αμοιβαιότητας με την Ελλάδα: δηλαδή η Τουρκία ζητάει ανταλλάγματα για να ανοίξει τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Και είναι περίεργο αυτό, διότι δεν μπορείς να ζητάς ανταλλάγματα για να αναγνωρίσεις δημοκρατικά δικαιώματα σε έναν πολίτη σου. Δεν μπορείς να εξαρτάς τα ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών σου από τα ανθρώπινα δικαιώματα της γείτονας χώρας, όποια κι αν είναι αυτή. Επομένως, επί της ουσίας υπάρχει εδώ ένα παράδοξο από την τουρκική κυβέρνηση. Και, δεύτερον, το να ζητάει κανείς αμοιβαιότητα σε ένα θέμα όταν είναι γνωστό ότι όταν έκλεισε η Θεολογική Σχολή της Χάλκης, όταν την έκλεισε η τουρκική κυβέρνηση, η Ελλάδα δεν έκανε κάτι ανάλογο, δεν έκλεισε κάτι ανάλογο, δεν γκρέμισε ένα τζαμί στην Αθήνα. Eάν είχε γίνει κάτι τέτοιο, ιστορικά θα είχε μια βάση το να ζητάει η τουρκική κυβέρνηση την ανοικοδόμηση ενός τζαμιού στην Αθήνα με αντάλλαγμα την επαναλειτουργία της Χάλκης. Αλλά όταν έκλεισε η Χάλκη το 1971, δεν γκρέμισε η Αθήνα κάποιο τζαμί. Εάν είχε γίνει αυτό, τότε θα υπήρχε μια ιστορική δικαίωση ενός τέτοιου αιτήματος. Αυτή τη στιγμή είναι για μας παράδοξο αυτό. Το παρήγορο όμως είναι ότι υπάρχει μια γενικότερη αναγνώριση της αναγκαιότητας της επαναλειτουργίας από την τουρκική κυβέρνηση, και σ’ αυτό επάνω κι εμείς βασίζουμε την αισιοδοξία μας.

 

 

 

Ποια η γνώμη σας για την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ; Βλέπετε πλεονεκτήματα υπέρ της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αν επιτευχθεί τελικά; Κατά πόσον η ένταξη της χώρας θα βοηθούσε στη σύσφιγξη των σχέσεων μεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου και Τουρκίας;

 

Ο Πατριάρχης μας, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, από τα πρώτα χρόνια της πατριαρχείας του στήριξε θερμά, δημόσια, ευθέως και απροκάλυπτα την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας: ότι πρέπει η Τουρκία να γίνει μέλος της ΕΕ. Τότε, όταν άρχισε ο Πατριάρχης μας να τα υποστηρίζει αυτά, δεν ήταν αυτονόητα πράγματα και είχε κάποιο κόστος. Λοιπόν, όταν ο Πατριάρχης υποστήριζε αυτό το αίτημα, δεν ήταν όπως είναι σήμερα γενικά αποδεκτό. Σήμερα ακόμα και η Ελλάδα υποστηρίζει την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, και πολύ καλά κάνει. Αλλά τότε δεν ήταν έτσι τα πράγματα και ο Πατριάρχης μας είχε δεχθεί πολύ μεγάλη κριτική, ότι υποστηρίζει την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας κ.λπ. Σήμερα είναι γενικά αποδεκτό ότι η Τουρκία πρέπει να γίνει μέλος της ΕΕ. Και εμείς το θέλουμε αυτό και το πιστεύουμε διότι η ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ θα ωφελήσει την Τουρκία, θα ωφελήσει τη χώρα. Κι εμείς ως πολίτες της χώρας θα ωφεληθούμε κι εμείς όπως θα ωφεληθούν όλοι οι πολίτες, διότι θα ευθυγραμμιστούν τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι ελευθερίες όλων των πολιτών της Τουρκίας στις αξίες και στο επίπεδο που θέτει η ΕΕ στα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ελευθερίες γενικότερα. Επομένως, όπως θα ωφεληθεί ο κάθε πολίτης της Τουρκίας από την ελευθερία και από τα ανθρώπινα δικαιώματα που θα εξασφαλιστούν μέσω αυτής της κίνησης της Τουρκίας, έτσι θα ωφεληθεί και το Πατριαρχείο. Και γι’ αυτό στηρίζουμε την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. 

 

Πώς θα χαρακτηρίζατε την επίσκεψη του Μακαριωτάτου Πατριάρχου της Ρωσικής Εκκλησίας κ. Κυρίλλου στην Αθήνα και τη θερμή υποδοχή του από τον Προκαθήμενο της Εκκλησίας της Ελλάδος Αρχιεπίσκοπο κ. Ιερώνυμο;

 

Η επίσκεψη του Μακαριωτάτου Πατριάρχου Μόσχας και πάσης Ρωσίας κ. Κυρίλλου στην Εκκλησία της Ελλάδος, είναι στα πλαίσια μιας παράδοσης που υπάρχει στην Ορθόδοξη Εκκλησία: o κάθε νεοεκλεγόμενος προκαθήμενος επισκέπτεται τους άλλους προκαθημένους με τη σειρά. Η σειρά ξεκινάει πάντοτε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Ο Μακαριώτατος επισκέφθηκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 2010, αμέσως μετά την εκλογή του ως Πατριάρχη. Και μετά το Οικουμενικό Πατριαρχείο επισκέφθηκε με τη σειρά και τις άλλες Εκκλησίες. Τώρα ήρθε η σειρά της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπως είναι στα »δίπτυχα», στο »πρωτόκολλο», δηλαδή, των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Νομίζω ότι είναι πολύ εποικοδομητική η συνέχιση μιας θετικής παράδοσης που υπάρχει να γνωρίζονται οι προκαθήμενοι από κοντά, να συζητούν διμερή θέματα ή και πανορθόδοξα θέματα και να συνδέουν και να συσφίγγουν τους δεσμούς μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών.

 

Κάνοντας λόγο για τη Γερμανία, παρατηρούμε από τη μια ότι οι τοπικές επικρατούσες Εκκλησίες, όπως η Προτεσταντική και η Ρωμαιοκαθολική, βιώνουν έντονη κρίση στους κόλπους τους, με αποτέλεσμα χρόνο με το χρόνο πολλοί πιστοί τους να αποσκιρτούν. Από την άλλη, βλέπουμε να αυξάνεται αριθμητικά το ποσοστό των νέων μελών που εισέρχονται στους κόλπους της εδώ Ορθόδοξης Εκκλησίας. Πιστεύετε πως μακροπρόθεσμα θα υπερσκελίσει η Εκκλησία μας το χαμένο έδαφος έναντι των άλλων Ομολογιών;

 

Όπως γνωρίζετε, κι όπως γνωρίζουν όλοι όσοι ζουν εκτός Ελλάδος, και ιδιαίτερα στη Γερμανία, η Ορθόδοξη Εκκλησία εδώ και στις άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης στάθηκε στα πόδια της, στηρίχθηκε, μεγαλούργησε και αναπτύχθηκε χάρη και στη θυσία των Ελλήνων ορθοδόξων, χάρη και στην πρόνοια του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αλλά τίποτε δε θα γινόταν εάν δε μας βοηθούσαν οι δύο γερμανικές Εκκλησίες: η Ευαγγελική Εκκλησία και η Καθολική Εκκλησία. Εάν οι Εκκλησίες αυτές δε μας στήριζαν υλικά και ηθικά και νομικά, με την παροχή και οικονομικής βοήθειας και με την παραχώρηση ναών για να λειτουργούμε, δε θα μπορούσαμε να σταθούμε στη Γερμανία. Μας αγκάλιασαν, μας στήριξαν σαν αδέλφια, σαν αδελφές Εκκλησίες με χριστιανικό και φιλάδελφο φρόνημα. Αυτό όμως δεν είναι και αυτονόητο, θα μπορούσαν και να μην το κάνουν. Γι’ αυτό και είμαστε ευγνώμονες σ’ αυτές τις Εκκλησίες. Πραγματικά, ίσως να υπάρχει μια κρίση στις Εκκλησίες αυτές. Εμείς ευχόμαστε να ξεπεραστεί αυτή η κρίση και οι φίλες και αδελφές Εκκλησίες να αντιμετωπίσουν τα προβλήματά τους, τα οποία είναι εσωτερικά, και δεν μπορούμε να ευχόμεθα τίποτε άλλο από το να συνεχίσουμε τις αδελφικές μας σχέσεις, όπως κάναμε πάντοτε, και να οικοδομήσουμε την ενότητα των Εκκλησιών για την οποία προσευχόμαστε στην Εκκλησία.

 

 

 

 

 

 

 

Συνοπτικό βιογραφικό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Προύσης κ. Ελπιδοφόρου

 

 

 

1985: Απολυτήριο Λυκείου Καλλιθέας, Αθήνα

 

1991: Πτυχίο Θεολογίας, Θεολογική Σχολή, Αριστοτέλειο       Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

 

1993: Μάστερ στη Βυζαντινή Ιστορία, Πανεπιστήμιο Βόννης

 

2001: Διδακτορικό δίπλωμα στη Συστηματική Θεολογία, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

 

2004: Holy Cross Greek Orthodox School of Theology

 

Ιανουάριος 2011-σήμερα: Καθηγητής Θεολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

 

Μάρτιος 2011-σήμερα: Μητροπολίτης Προύσης, Οικουμενικό Πατριαρχείο, Κων/λη

 

Επίσης, ηγούμενος της Μονής Αγίας Τριάδος στη νήσο Χάλκη της Κων/λης