Του Κώστα Χ. Χρυσόγονου*, Καθηγητή Νομικής Α.Π.Θ.

Η  επέτειος 38 ετών από την κατάρρευση της  δικτατορίας το 1974 βρίσκει τη χώρα σε πορεία προς την οικονομική κατάρρευση. Η πρωτοφανής στη νεοελληνική ιστορία πτώση του εθνικού εισοδήματος για πέμπτη συνεχή χρονιά, ο δεκαπλασιασμός της ανεργίας, από λίγο πάνω από το 2% στα μέσα της δεκαετίας του 1970 σε  23% σήμερα και η εκτίναξη του δημόσιου χρέους, στο ίδιο διάστημα, από τα επίπεδα του 18% – 20% του ΑΕΠ σε εκείνα του 150% και πλέον, είναι τα εξωτερικά συμπτώματα. Πίσω από αυτά κρύβεται η κατάρρευση του παραγωγικού προτύπου της ελληνικής οικονομίας και η απαξίωση του ερμαφρόδιτου πολιτικού συστήματος που άρχισε να συγκροτείται την επαύριο της παράδοσης της εξουσίας από τον στρατό.

Η Ελλάδα υπήρξε στο μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα μια χώρα με παραγωγικές δραστηριότητες κυρίως εντάσεως εργασίας, που λειτουργούσε κατά κάποιον τρόπο συμπληρωματικά προς άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, οι οποίες χαρακτηρίζονται περισσότερο από δραστηριότητες εντάσεως κεφαλαίου και τεχνολογίας. Στο πολιτικό επίπεδο η ισορροπία διασφαλιζόταν με τη χρήση ανοικτά ή συγκαλυμμένα αυταρχικών μεθόδων, ακόμη και σε περιόδους λειτουργίας των κοινοβουλευτικών θεσμών (π.χ. ανακτορικές παρεμβάσεις, εκλογές βίας και νοθείας κ.α.). Αυτά επιχειρήθηκε να αλλάξουν μετά το 1974, με τη συμμετοχή στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης και την οικοδόμηση ενός κοινοβουλευτικού πολιτεύματος κοντά στα ευρωπαϊκά δεδομένα.

Στην πραγματικότητα όμως η «σύγκλιση» προς τις ευρωπαϊκές οικονομίες ήταν ψευδεπίγραφη, στηριγμένη σε εξωτερικό δανεισμό και παντοειδείς κοινοτικές ενισχύσεις. Η φαινομενική άνοδος του βιοτικού επιπέδου και ο άρρωστος καταναλωτισμός (π.χ. η Ελλάδα κατατασσόταν έως πρόσφατα στις πρώτες θέσεις παιδικής παχυσαρκίας και κατά κεφαλήν κατανάλωσης ουϊσκυ παγκοσμίως), συνοδευόταν από επικίνδυνη απώλεια ανταγωνιστικότητας. Η τελευταία επιδεινώθηκε καθώς, στο πλαίσιο της ραγδαίας «παγκοσμιοποίησης», παραγωγικές δραστηριότητες εντάσεως εργασίας μετατοπίζονται ολοένα και περισσότερο προς την ανατολική Ευρώπη και τη νοτιοανατολική Ασία. Η δημοκρατία μας εξάλλου εκφυλίσθηκε σε μια εναλλαγή στην εξουσία δυο μεγάλων πελατειακών πυραμίδων, με σαφή οικογενειοκρατικά και κλεπτοκρατικά χαρακτηριστικά.

Η διεθνής οικονομική κρίση μετά το 2008 και η αποκάλυψη των δομικών ελαττωμάτων της ευρωζώνης, στην οποία άκριτα σπεύσαμε να προσχωρήσουμε με χρήση και μεθόδων «δημιουργικής» λογιστικής, μας οδήγησαν σε αδιέξοδο. Όσο για το πολιτικό μας σύστημα, αφού επί δεκαετίες εμπορεύθηκε το ψεύδος της ευημερίας με σκοπό το κέρδος του, τώρα επιχειρεί να εμπορευθεί το ψεύδος της σωτηρίας με σκοπό απλώς την παράταση του βίου του. Το μέλλον του ελληνισμού δεν πρέπει να αναζητηθεί στην πεπατημένη του αυταρχισμού, αλλά στην κατάκτηση μιας συναίνεσης  με συμμετοχή των πολιτών, με κόμματα αρχών στηριγμένα σε δημοκρατικές εσωτερικές διαδικασίες και σαφή διαχωρισμό της δημόσιας – πολιτικής από την ιδιωτική – οικονομική εξουσία. Στο κοινωνικό επίπεδο εξάλλου χρειαζόμαστε μια γενικότερη αλλαγή νοοτροπίας, με έμφαση στην εργασία και την παραγωγικότητα και όχι στη θεσιθηρία  και τον άμετρο καταναλωτισμό, προκειμένου να καταστεί εφικτή η αναδιάταξη της εθνικής μας οικονομίας σε βιώσιμη βάση.

* Γεννήθηκε στις Σέρρες το 1961. Πτυχίο του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 1983 με βαθμό άριστα (9.90/10). Διδάκτορας του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Αννοβέρου Γερμανίας το 1987 με βαθμό magna cum laude. Λέκτορας του Τμήματος  Νομικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 1990, επίκουρος καθηγητής το 1993, αναπληρωτής καθηγητής το 1999, καθηγητής το 2003. Μέλος της Κεντρικής Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής το 1993-1995, του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης το 1994-1997, του Δ.Σ. της ΕΤΒΑ το 1999-2001. Σύμβουλος Σπουδών του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης το 1994-1997, Αντιπρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου 2003-2011. Έχει συμμετάσχει ως εισηγητής σε μεγάλο αριθμό επιστημονικών συνεδρίων στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έχει δημοσιεύσει 15 βιβλία και περισσότερες από 70 μελέτες. Ξένες γλώσσες: Αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά. Είναι δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω.