Χριστιανικαί Κοινότητες Θεσσαλονίκης κατά την Οθωμανική περίοδο

Γράφει ο Γιάννης Δελόγλου

Θεσσαλονίκη. Τριήμερο Διεθνές Επιστημονικό Συμπόσιο διοργανώθηκε στην Ιερά Βασιλική Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Βλατάδων με θέμα: «Χριστιανικαί Κοινότητες Θεσσαλονίκης κατά την Οθωμανική περίοδο» στα πλαίσια του γενικότερου θέματος «Χριστιανική Θεσσαλονίκη».

Ο Πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής Μητροπολίτης Τυρολόης και Σερεντίου κ. Παντελεήμων, καθηγητής Πανεπιστημίου, πρώην Πρύτανης, ευλόγησε, προλόγισε και χαιρέτισε το ακροατήριο και στη συνέχεια ανάγνωσε τον χαιρετισμό τού Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου.

Παρουσία και του Παναγιώτατου Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ.κ. Ανθίμου, ο ομότιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Γεώργιος Νάκος, ανέπτυξε το θέμα: «Χριστιανικές Κοινότητες τής Θεσσαλονίκης κατά την Τουρκοκρατία και η μετεξέλιξή τους». Ο κ. Νάκος τόνισε μεταξύ άλλων:

Στην ιστορικο-δικαιική έρευνα έχει παρατηρηθεί πολλές φορές ότι από νεότερα άμεσα δικαιικά διαγνωστικά στοιχεία μιας δεδομένης νομικής καταστάσεως ή ενός δικαιικού θεσμού σε λειτουργία ή – μεταγενέστερων – νομοθετημάτων να διασαφηνίζεται πληρέστερα και ουσιαστικότερα η παλαιότερη πραγματική κατάσταση ενός βασικού λειτουργικού στοιχείου της Τουρκοκρατίας, όπως ήταν οι Ορθόδοξες Χριστιανικές της Κοινότητες, οι οποίες, υπό την άμεση αιγίδα και ουσιαστική διοίκηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αποτελούσαν τους κατά τόπους ουσιαστικούς πυλώνες στους οποίους στηρίζονταν οι Ορθόδοξοι χριστιανοί την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, στα πλαίσια της οργανώσεως τους από τις Κοινότητες αυτές, στις οποίες υπαγόταν, άμεσα ενταγμένος, ολόκληρος ο ισχύων τότε διοικητικός και κοινωνικός βίος των διαφόρων επαρχιών της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Ένα ζήτημα, όμως, το οποίο αποτέλεσε βασικό και ουσιαστικό πρόβλημα των δικαιικών σχέσεων στις Νέες Χώρες μετά την ένταξή τους στην ελληνική επικράτεια, και παράλληλα δημιουργούσε κύριες ερμηνευτικές αιτιάσεις, εξαιτίας της μη αναγνωρίσεως των νομικών προσώπων από το προηγουμένως ισχύον οθωμανικό δίκαιο, ήταν η έλλειψη νομικής δυνατότητας στα υφιστάμενα εν τοις πράγμασι διάφορα «πρόσωπα» κτήσεως στο όνομα τους ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, τα οποία ουσιαστικά ανήκαν στις επί Τουρκοκρατίας Χριστιανικές Κοινότητες και στα υπαγόμενα αμέσως ή όχι σ’ αυτές πλείστων και ποικίλων μη φυσικών «προσώπων», όπως Σχολείων, Εκκλησιών, Μονών, Ευαγών ιδρυμάτων, Νεκροταφείων, κ.ά.

Η εστίαση του προβλήματος αυτού που κυριολεκτικά στόχευε στην εγγενή αδυναμία τού οθωμανικού δικαίου σε σχέση με το βυζαντινορωμαϊκό, η οποία οδηγούσε στην έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως των πιο πάνω ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, ήταν η αιτία που οδήγησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στα πλαίσια της «διοικούσας» Εκκλησίας κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, να θεσπίσει ρητούς κανόνες για την εικονικότητα των ακινήτων αυτών, που αφορούσαν όλους τους φερόμενους ως τυπικούς «ιδιοκτήτες» των περιουσιακών στοιχείων, που ουσιαστικά, όμως, ανήκαν στα αμέσως πιο πάνω μη φυσικά «πρόσωπα», έτσι ώστε να συντάσσονται αντέγγραφα εικονικότητας που θα αποτελούσαν εξασφαλιστικούς της ιδιοκτησίας ιερών Μονών, Εκκλησιαστικών και Σχολικών κτημάτων τίτλους κατά την Τουρκοκρατία.

Η ουσιαστική νομιμοποίηση των ιδιοκτησιακών τίτλων των Μονών, Ι. Ναών, κ.ά., προκειμένου να ολοκληρωθούν οι πιο πάνω εκποιητικές δικαιοπραξίες, αναφερόταν κύρια στο δικαιικό πλαίσιο της προϋφιστάμενης οθωμανικής γαιοκτητικής νομοθεσίας (οθΝπΓαιών), η οποία, ουσιαστικά, αναγνωρίζεται ως ισχύουσα, όπως αξιολογείται περαιτέρω, μετά τους Βαλκανικούς πολέμους στις Νέες Χώρες, βασιζόμενη αναγωγικά στο ρυθμιστικό πλαίσιο που συνομολογήθηκε με τη Σύμβαση [Συνθήκη] περί Ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας [οθωμανικής αυτοκρατορίας] της 1ης/14ης -11- 1913, που υπογράφηκε στην Αθήνα και κυρώθηκε με το Νόμο ΔΣΙΓ’ (υπ’ αριθ. 4213) της 1ης/14ης – 11-1913, η οποία προέβλεπε σε δύο βασικά άρθρα της:

στο 5°, στο οποίο προσδιοριζόταν ότι: «Τα μέχρι της καταλήψεως των εκχωρηθεισών χωρών κεκτημένα δικαιώματα καθώς και αι δικαστικαί.! πράξεις και οι επίσημοι τίτλοι οι εκδοθέντες παρά των αρμοδίων Οθωμανικών Αρχών έσονται σεβαστά και απαραβίαστα, μέχρις εννόμου πέρι τού εναντίου αποδείξεως», και

στο 6° παρ. 2-3, όπου αναφέρονταν ότι: [2] «Τα εν ταις εκχωρούμεναις τη Ελλάδι χώραις Δικαιώματα ιδιοκτησίας επί αστικών και αγροτικών ακινήτων κατεχομένων υπό ιδιωτών δυνάμει τίτλων εκδεγομένων παρά τού Οθωμανικού Κράτους ή συμφώνως προς τόν οθωμανικόν νόμον, και προγενέστερων της καταλήψεως, θέλουσιν αναγνωρισθή υπό της Ελληνικής Κυβερνήσεως. και: [3] Τα αυτά κρατούσιν όσον αφορά εις τα δικαιώματα ιδιοκτησίας επί των ως άνω κτημάτων, των εγγεγραμμένων επ’ ονόματι νομικών προσώπων ή κατεχομένων υπ’ αυτών δυνάμει τον οθωμανικών νόμων, τον προγενεστέρων της ειρημένης καταλήψεως».

Για τη δικαιική ενίσχυση των πιο πάνω θέσεων που ανάγονται σε θετική νομολογιακή ανταπόκριση, η παρούσα συμβολή ανατρέχει ιστορικά και χωροχρονικά στην αξιολόγηση του περιεχομένου της έννοιας που είχαν οι επί Τουρκοκρατίας Ορθόδοξες Χριστιανικές Κοινότητες, οι οποίες ομολογουμένως είχαν ποικίλες δικαιοδοσίες με ευρύτατο περιεχόμενο αρμοδιοτήτων.

Έτσι, για την ουσιαστικότερη τεκμηρίωση της πιο πάνω έννοιας αξιολογούνται όλες οι απαραίτητες πηγές, τόσο της οθωμανικής δικαιικής γραμματείας, όσο και των νομοθετημένων δικαιικών ρυθμίσεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αναφερόμενων γενικότερα στους θεσπισμένους υπό την αιγίδα του «Γενικούς (ή Εθνικούς) Κανονισμούς» (1860-1862) και ειδικότερα στον «Θεμελιώδη Κανονισμό της εκλογής και των καθηκόντων των εν τω κλίματι του Οικουμενικού Θρόνου Ενοριακών, Κοινοτικών και Επαρχιακών Αρχών» (1902) και τους «Κανονισμούς των Ορθοδόξων ελληνικών κοινοτήτων» (1886-1912), στις οποίες προστίθεται και ο παρατιθέμενος πιο κάτω ελληνικός Νόμος 2508/1920 «περί εξακριβώσεως και διαχειρίσεως των περιουσιών και πόρων των εν ταις Νέαις Χώραις από Τουρκοκρατίας [Ορθόδοξων] Χριστιανικών κοινοτήτων».

Η διοίκηση των εσωτερικών (εθνικών) υποθέσεων των Ορθοδόξων Χριστιανικών και γενικά των μη μουσουλμανικών Κοινοτήτων κατά την Τουρκοκρατία ρυθμίστηκε από την Υψηλή οθωμανική Πύλη με το κεφ. Γ’ του Χάττ-ι Χουμαγιούν (18-2-1856): «… Η διοίκησις των εθνικών υποθέσεων των χριστιανικών και άλλων μη μουσουλμανικών κοινοτήτων θέλει τεθή υπό την προστασίαν συμβουλίου, ούτινος τα μέλη εκλεχθήσονται εκ τε του κλήρου και των λαϊκών εκάστης κοινότητος»,

Όι «Γενικοί Κανονισμοί», οι συνταχθέντες υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μεταξύ άλλων ρυθμίσεων για τις Χριστιανικές Κοινότητες προέβλεψαν και τη θέσπιση του ειδικού «Θεμελιώδους Κανονισμού της εκλογής και των καθηκόντων των εν τω Κλίματι του Οικουμενικού Θρόνου Ενοριακών Κοινοτικών και Επαρχιακών αρχών», 4-9-1902, ο οποίος απέβλεπε στην εμπέδωση μιας γενικής μορφής ομοιόμορφης διοικήσεως των ορθοδόξων κοινοτήτων, με τις ειδικότερες ρυθμίσεις του τρόπου συγκροτήσεως και των αρμοδιοτήτων των ενοριακών, κοινοτικών και επαρχιακών αρχών, το περιεχόμενο των οποίων, με βάση το αρθρ. 2, αναφέρονταν κυρίως στις δευτερεύουσες «αρχές» του κλίματος του Οικουμενικού Θρόνου τις οποίες διέκρινε: σε ενοριακές, κοινοτικές και επαρχιακές, Βασικά δομικά στοιχεία για τις Χριστιανικές Κοινότητες επί Τουρκοκρατίας αποτέλεσαν οι «Κανονισμοί των Ορθοδόξων Ελληνικών Κοινοτήτων», που συντάχθηκαν σε όλες τις επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου, ύστερα από ρητές προβλέψεις και εντολές του πιο πάνω «Θεμελιώδους Κανονισμού», αρθρ. 75-76, η μελέτη των οποίων ουσιαστικά αποδεικνύει την έκταση των αρμοδιοτήτων των «Ορθόδοξων Ελληνικών Κοινοτήτων», το κυρίως περιεχόμενο των οποίων αναφερόταν με ιδιαίτερη λεπτομέρεια στους επιμέρους Κανονισμούς, που σηματοδοτούν την εξαιρετική σπουδαιότητα που είχαν στις διάφορες επαρχίες.

Χαρακτηριστική είναι η σχεδόν πάγια διατύπωση στους επαρχιακούς Κανονισμούς των κοινοτήτων, αναφορικά με το ακριβές περιεχόμενο του όρου ή της έννοιας της «κοινότητας», η οποία ειδικότερα, σύμφωνα με τόν «Κανονισμό της Ελληνικής Ορθοδόξου Κοινότητος Θεσσαλονίκης» του 1904, περιγράφει το αξιολογικό περιεχόμενο της, σε ενδεικτική αναφορά, ότι: «Την Ελληνικήν Ορθόδοξον Κοινότητα Θεσσαλονίκης συγκροτούσι πάντες οι Έλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί οι κατοικούντες εν τη πόλει ταύτη, υπό Ορθοδόξου δε ιερέως αγιαζόμενοι και αναγνωρίζοντες ως Εκκλησιαστικήν αυτών αρχήν την Ι. Μητρόπολιν Θεσσαλονίκης», με «πνευματικόν αρχηγόν της κοινότητος ταύτης την Α. Παναγιότητα τον εκάστοτε Μητροπολίτην Θεσσαλονίκης», ο οποίος παράλληλα «είναι [και] ο ανώτατος διευθυντής και επόπτης της Κοινότητος και αυτοδικαίως πρόεδρος της τε Δημογεροντίας και απάντων των άλλων της Κοινότητος σωμάτων».

Το Συμπόσιο περιελάμβανε ακόμα εισηγήσεις όπως: τού Κωνσταντίνου Γ. Παπαγεωργίου, λέκτορος του ΑΠΘ, «Η εκκλησιαστική διαδικασία τού Οικουμενικού Πατριαρχείου στις Χριστιανικές Κοινότητες της Τουρκοκρατούμενης Θεσσαλονίκης», τής Σοφία Τζωρτζακάκη-Τζαρίδου, επικ. Καθηγήτριας του ΑΠΘ, «Το νομικό καθεστώς τής λειτουργίας των Χριστιανικών Κοινοτήτων κατά την Τουρκοκρατία», τού Κωνσταντίνου Κωτσιόπουλου, λέκτορος του ΑΠΘ, «Κοινωνιολογική διερεύνηση των Κοινοτήτων στη Θεσσαλονίκη την περίοδο τής Τουρκοκρατίας», τής Δέσποινας Τσούρκα-Παπαστάθη, διατ. λέκτορος του ΑΠΘ, «Η οργάνωση της Ορθόδοξης Ελληνικής Κοινότητας βάσει των Κανονισμών της», τής Θάλειας Μαντοπούλου-Παναγιωτοπούλου, αναπλ. Καθηγήτριας του ΑΠΘ, «Η Ορθόδοξος Ελληνική Κοινότητα Θεσσαλονίκης κατά την Οθωμανική περίοδο μέσα από τις εκκλησίες της», τού Θεοδώρου Ι. Δαρδαβέση, ανπλ. Καθηγητή του ΑΠΘ, Προέδρου του Δ.Σ. τής Φιλοπτώχου Αδελφότητος Ανδρών Θεσσαλονίκης, «Το κοιμητήριο Ευαγγελίστρια τής Κοινότητας Θεσσαλονίκης και η Φιλόπτωχος Αδελφότης Ανδρών», τού Δημητρίου Παπάζη, αναπλ. Καθηγητή της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης, «Ο ρόλος τής Ορθοδόξου Ελληνικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης στην ίδρυση τού Παπαφείου Ορφανοτροφείου», τού Γεωργίου Γκαβαρδίνα, λέκτορος του ΑΠΘ, «Οι δικαστικές αρμοδιότητες τής Δημογεροντίας τής Θεσσαλονίκης κατά τα έτη 1874-1884 και 1890-1904», τού Ευαγγέλου Χεκίμογλου, διδάκτορος Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ, «Βουλγαρικές συντεχνίες, συνιστώσες τής ορθοδόξου χριστιανής Κοινότητος Θεσσαλονίκης κατά τα τέλη του 18ου αιώνος», τού Φωκίωνος Γκοτζαγεώργη, επικ, Καθηγητή του ΑΠΘ, «Η Ελληνορθόδοξη Κοινότητα Θεσσαλονίκης κατά το πέρασμα από τον 17ο στον 18ο αιώνα: Εσωτερικές και Εξωτερικές αναταράξεις», τού Χαραλάμπους Παπαστάθη, Ομ. Καθηγητή του ΑΠΘ, «Από την ζωή τής Ελληνικής Κοινότητος τής Θεσσαλονίκης: Δημήτριος Χοϊδάς, 18ος – 19ος αιώνας», τού Παναγιώτου Υφαντή, επκ. Καθηγητή του ΑΠΘ, «Οι νεομάρτυρες τής Θεσσαλονίκης. Τυπολογία και θεολογικοί χωρισμοί».

Αξίζει να σημειωθεί ότι το μουσικό πρόγραμμα κάλυψε η χορωδία τής Θεολογικής Σχολής τού ΑΠΘ, υπό την διεύθυνση τού αιδεσιμολογιωτάτου Καθηγητή Σπυρίδωνος Αντωνίου. Μετά το πέρας τού τριήμερου Συμποσίου ακολούθησε επίσκεψη στο Μουσείο τής Ιεράς Μονής και Μέγας Αρχιερατικός Εσπερινός στο Καθολικό τής Ιεράς Μονής Βλατάδων.