Ανάμεσα σε αυτοσχέδιες σκηνές, στρώματα και οικογένειες που ζουν σε ασφυκτικά μικρούς χώρους, η Φατμέ Α. προσπαθεί να αναδιοργανώσει την καθημερινότητά της. Το κτήριο Αζαρία χρησιμεύει ως σανίδα σωτηρίας για εκατοντάδες ανθρώπους. Περίπου 250 οικογένειες ζουν εδώ, πολλές σε αυτοσχέδιες σκηνές. Υπάρχει νερό, κοινόχρηστη κουζίνα και είδη πρώτης ανάγκης. Περισσότερος χώρος, ιδιωτικότητα και ηρεμία δεν υπάρχουν.
Η Φατμέ Α. μένει συνήθως στη σκηνή της. Το να πηγαίνει στην τουαλέτα την κάνει να νιώθει άβολα. «Πρέπει να περιμένεις στην ουρά για πολλή ώρα και όλοι σε κοιτάζουν», λέει. Συχνά μένει εκεί ανάμεσα σε τσάντες, κουβέρτες και τα λίγα υπάρχοντα που μπόρεσε να πάρει μαζί της όταν έφυγε.
Βηρυτός: Μια οικογένεια εκτοπισμένων
Μοιράζεται τον μικρό χώρο με τον σύζυγό της, την κόρη της και τη μητέρα της. Ο σύζυγός της βοηθά στις επισκευές και την οργάνωση στον προσωρινό καταυλισμό. «Επειδή βοηθά, πήραμε δύο σκηνές», λέει η Φατμέ. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, προσπαθούν να επανέλθουν σε ένα είδος κανονικότητας. Τα βράδια, ωστόσο, ο φόβος και η κούραση κυριαρχούν. «Οι εκρήξεις είναι τόσο δυνατές. Κάποιοι άνθρωποι κοιμούνται ντυμένοι, από φόβο», λέει η Φατμέ Α.
Οι επιθέσεις του Ισραήλ έχουν ενταθεί τις τελευταίες εβδομάδες, στοχεύοντας ολοένα συχνότερα κεντρικές συνοικίες της Βηρυτού. Περιοχές εκτός των παραδοσιακών ζωνών συγκρούσεων βομβαρδίζονται, εν μέρει χωρίς προειδοποίηση. Ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ Ίσραελ Κατς ανακοίνωσε μάλιστα σχέδια για επέκταση των κατεχόμενων εδαφών στον νότιο Λίβανο μέχρι τον ποταμό Λιτάνι. Αντιδρώντας, οι Ευρωπαίοι υπουργοί Εξωτερικών εξέδωσαν κοινή δήλωση τονίζοντας την ανάγκη σεβασμού της εδαφικής ακεραιότητας του Λιβάνου. Για τους ανθρώπους που ζουν στην περιοχή, ωστόσο, αυτό δεν συνεπάγεται πραγματική ασφάλεια. Η Φατμέ Α. γνωρίζει καλά ότι: «Φύγαμε, αλλά δεν υπάρχει πια πραγματικά ασφαλές μέρος».
Ζωή σε καταυλισμό μετά τους βομβαρδισμούς
Μέχρι πρόσφατα, η οικογένεια ζούσε στο Ουζάι, στη νότια Βηρυτό, μέρος της λεγόμενης Νταχίγιε. Η περιοχή θεωρείται προπύργιο της Χεζμπολάχ, για τους κατοίκους της όμως είναι, πάνω απ' όλα, το σπίτι τους. «Είχαμε μια φυσιολογική ζωή», λέει η Φατμέ Α. «Η κόρη μου πήγαινε σχολείο, ο σύζυγός μου εργαζόταν ως ξυλουργός. Ζούσαμε καλά».
Η βία κλιμακώθηκε στις αρχές Μαρτίου μετά την είσοδο της Χεζμπολάχ στον πόλεμο. Την πρώτη νύχτα, η οικογένεια έφυγε με το αυτοκίνητό της, επιστρέφοντας αργότερα για λίγο – αλλά οι απειλές εντάθηκαν. Λόγω ανησυχίας για την κόρη τους, αποφάσισαν τελικά να φύγουν.
Το κορίτσι εξακολουθεί να υποφέρει από τις ψυχολογικές επιπτώσεις παλαιότερων εχθροπραξιών: «Καλύπτει τα αυτιά της σε κάθε δυνατό ήχο», λέει η μητέρα της. Παρά την κατάπαυση του πυρός στα τέλη του 2024, οι επιθέσεις συνεχίστηκαν. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, έχουν καταγραφεί χιλιάδες παραβιάσεις από τότε, εκατοντάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν και υποδομές καταστράφηκαν.
«Δεν υπάρχει πια ασφαλές μέρος»
Τελικά, η οικογένεια βρήκε καταφύγιο στο κτήριο Αζαρία. «Μου λείπει το σπίτι μου, η ρουτίνα μου», λέει η Φατμέ Α. «Πριν από έναν μήνα, όλα ήταν διαφορετικά. Τώρα όλα ήρθαν πάνω κάτω στη ζωή μας».
Η κόρη της τρομάζει υπερβολικά σε κάθε δυνατό θόρυβο. Όταν κλαίει, η μητέρα την αγκαλιάζει. «Μετά ξεχνάω τον δικό μου φόβο». Οι ελπίδες της Φατμέ Α. αναπτερώνονται, όταν βλέπει το παιδί της να παίζει. Είναι μια ξέγνοιαστη, αλλά σύντομη στιγμή. Οι επιθέσεις των drones και οι εκρήξεις την επαναφέρουν γρήγορα στην πραγματικότητα. Η Φατμέ βλέπει ό,τι της έχει απομείνει: την οικογένειά της, δύο σκηνές, μια προσωρινή ζωή.
«Δεν είμαστε η πρώτη ούτε η τελευταία οικογένεια που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι της», λέει. «Πρέπει να αντέξουμε». Προσθέτει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό για την ίδια: «Θέλω ο κόσμος εκεί έξω να γνωρίζει ότι ζούσαμε καλά και με αξιοπρέπεια».
Επιμέλεια: Στέφανος Γεωργακόπουλος





