Δρ. Νίκος Ερρ. Ιωάννου καρδιολόγος.
Παρουσίαση ποιητικής συλλογής της Αντρούλας Τουμάζου «ΝΗΣΟΣ ΕΝ ΚΑΜΙΝΩ» «Σπίτι της Κύπρου», Δευτέρα, 23. Ιουνίου 2014
Η ποίηση εξ ορισμού δεν επιδέχεται ερμηνείες και παρουσίαση. Μιλά αφεαυτής, στον καθένα με διαφορετικό τρόπο, οπότε κάθε προσπάθεια προς αυτήν την κατεύθυνση, και δη από έναν μη ειδικό, εμπεριέχει πολλές παγίδες. Γι’ αυτό να μου επιστρέψετε κάποιες αυθαιρεσίες που εκφεύγουν βεβαίως της συστηματικής ή αναλυτικής φιλολογικής προσέγγισης.
Ας δούμε πρώτα ποια είναι η ποιήτρια Ανδρούλα Τουμάζου. Γεννήθηκε με το χάρισμα, στην Αμμόχωστο. Το εκδήλωσε από τα μαθητικά της χρόνια και έκτοτε το αξιοποίησε δημιουργικά.
Η ποίηση της Ανδρούλας Τουμάζου μπορεί να χαρακτηριστεί ως η επιτομή της άσκησης στη λακωνικότητα, τον συμβολισμό και την αλληγορία. Κάθε ποίημα μοιάζει να διηγείται μια ιστορία,αλλά μέσα σε κάθε ιστορία είναι εγκιβωτισμένες πλήθος άλλες. Από κάθε λέξη, από κάθε φράση, αναπηδούν έντονες εικόνες, ένα πανόραμα θα έλεγα ενός δράματος (με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου, δηλαδή των δρώντων προσώπων), το οποίο (δράμα) αναζητεί την κάθαρση.
Χρησιμοποιώ το ρήμα «αναζητεί», γιατί το δράμα βρίσκεται εν εξελίξει χιλιετίες τώρα, ο ένας κύκλος ακολουθεί τον άλλο,αλλά ο δρόμος για το Φως είναι μάλλον μακρύς και δύσβατος. Οι αγώνες διαδέχονται ο ένας τον άλλο, οι πτώσεις είναι αλλεπάλληλες εξαιτίας κατακτήσεων ή (πρωτίστως) ηθικών και πνευματικών κρίσεων, που αποτελούν τη γενεσιουργό αιτία όλων των άλλων μορφών κρίσης, όπως αυτή που διερχόμαστε σήμερα: κρίση πολυεπίπεδη και καθόλου τυχαία.
Και η ποίηση της Ανδρούλας Τουμάζου δεν είναι παρά μια κραυγή αγωνίας, μια προσπάθεια να ξυπνήσουν και πάλι οι συνειδήσεις, μια επίκληση των ανθρωπίνων αλλά και θείων δυνάμεων, προκειμένου να διατηρηθεί ζωντανή η φλόγα για τον αγώνα του ανθρώπου ώστε να εξυψωθεί και να καταξιωθεί ως υπόσταση και ως υποκείμενο της Ιστορίας.
Συμπλήρωσε τις σπουδές της στη Φιλοσοφική και Νομική Σχολή με παράλληλη αξιόλογη προσφορά στον ποιητικό και πεζό λόγο. Έχει όμως ασχοληθεί και με ένα άλλο είδος παραγωγής που δεν είναι τόσο γνωστό, δύσκολα αναγνωρίζεται για να εκτιμηθεί και είναι η επιμέλεια κειμένων άλλων συγγραφέων.
Ανέφερα στην αρχή ότι η Αντρούλα Τουμάζου γεννήθηκε ποιήτρια. Το ερώτημα όμως που ακολουθεί είναι πόσο αρκεί αυτό το χάρισμα για να γίνει κανείς ποιητής, πόσο επηρεάζει η μελέτη και η γνώσις και εν κατακλείδι πόσο καταλυτικά δρουν οι βιωματικές καταστάσεις και πόσος χρόνος χρειάζεται για να επωαστεί ένα ποίημα.
«Νήσος εν Καμίνω» δηλώνει ήδη από τον τίτλο ότι αναφέρεται στη δραματική ιστορία, στη δοκιμασία ενός νησιού, που δεν είναι άλλο από την Κύπρο. Η συλλογή ολοκληρώθηκε το 2007 και κυκλοφόρησε το 2012.
Δεν πρόκειται όμως μόνο για το πρόσφατο δράμα της Κύπρου, όπως μπορεί να υποθέσει κανείς εκ πρώτης όψεως. Αντίθετα διατρέχει, με τον συμπυκωμένο ποιητικό λόγο, την πορεία ενός κόσμου που αγωνίζεται να αντισταθεί στις αλλεπάλληλες τρικυμίες που, κατά κύριο λόγο, τον βρίσκουν εξαιτίας του χώρου όπου κατοικεί, αλλά και εξαιτίας δικών του αδυναμιών.
σελ. 33
Εμείς εγεννηθήκαμεν στους ίλαρους τους τόπους
μα ο γιαλός έφερνεν μας κάτεργα μ’ αρκαθρώπους (Εδώ γίνεται συνοπτική αναφορά στις διαδοχικές εισβολές)
Τζαι προπαντός πκιερώνουμεν τούν’ την παδκιάν το χώμα
στην στράταν της Ανατολής που σει ψουμίν ακόμα. (Θυμίζει τίποτε αυτό με τις τελευταίες εξελίξεις με ΑΟΖ, φυσικό αέριο κλπ;)
Η συλλογή περιλαμβάνει τρία μέρη, εκ των οποίων το δεύτερο, με τίτλο «Στην στράταν της Ανατολής, στο σύνορον της Δύσης», είναι γραμμένο στο Κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα, στην Κυπριακή διάλεκτο, η οποία περικλείει όλο τον πλούτο της Ελληνικής γλώσσας, ξεκινώντας από επιβιώσεις Ομηρικών λέξεων και τύπων καθώς και τη ραψωδική παράδοση που λειτουργεί στην Κύπρο μέχρι σήμερα με τους λαϊκούς ποιητάρηδες. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι στην ενότητα αυτή η ποιήτρια είναι μια σύγχρονη ραψωδός, μια ποιητάρισσα, που διηγείται στον κόσμο κατορθώματα και πάθη, αλλά και προτρέπει σε δράση, φέρνοτας παραδείγματα από την πλούσια ελληνική ιστορία και επικαλούμενη επιλεκτικά τη λαϊκή θυμοσοφία και επιχειρήματα στηρίζει τις θέσεις της.
σελ. 35,
Ούτε παθκιά που τούν’ την γην στους Τούρκους εν ανήκει.
(Και για όσους απεργάζονται λύσεις και συμφωνίες άδικες, )
Λοον θα δώσουν ούλλοι τους, εν τα περάσουν δίκην
τζαι πού τα φόρα του λαού τζαι του Θεού την κρίσην.
σελ. 38,
Ακολουθεί προσκλητήριο για συσπείρωση
Αν αρνηθείς τον τόπον σου, λαμπρόν τζαι να σε κάψει!!
Μα όποιος την καλοπέρασην πάνω που ούλλα βάλλει
τον λούκκον του σιον-σιόν να ξέρεις πως ικβάλλει.
Μεν πεις ποττέ πως εν πελλοί τζείνοι που πολεμούσιν
στο χώμαν τους, στον τόπον τους πίσω για να στραφούσιν.
Εν ο κανόνας ο σωστός τζαι του Θεού ο νόμος
τζαι αν οι δυνατοί της γής πράσσουσιν παρανόμως
μεν έσεις έννοιαν, καθενού έρκεται η σειρά του
για να πκιερώσει τα’ άδικον τζι ούλλα τα κρίματά του.
Το πρώτο μέρος, που φέρει τον τίτλο «Insula est», δηλαδή Νήσος εστί, αποτελεί το θέμα της σημερινής ζωντανής παρουσίασης. Γι’ αυτό θα μιλήσει η ίδια η ποίηση. Θα περιοριστώ μόνο να πω ότι είναι γραμμένο σε μορφή, ορατορίου, είναι ένα λιμπρέτο που δεν βρήκε ακόμη τον συνθέτη να το μελοποιήσει. Η ανάγνωση των ψαλμών γίνεται εναλλάξ στα ελληνικά και στα λατινικά ενώ μετά από τους ψαλμούς ακολουθεί πάντα η φωνή της Κύπρου.
Ως προς την παράθεση ψαλμών στη λατινική, κατά το καθολικό δόγμα, δεν είναι παρά μια υπόμνηση των τεσσάρων σχεδόν αιώνων κατοχής της Κύπρου από Φράγκους, Ενετούς, Γενουάτες. Στο πέρασμά τους από το Νησί άφησαν σ’ ένα αδιαμφισβήτητο κομμάτι της ιστορίας του νησιού κατάλοιπα γοτθικούς ναούς, παλάτια, κάστρα και οχυρώσεις, όπως η Αγία Σοφία της Λευκωσίας, ο καθεδρικός ναός του Αγίου Νικολάου της Αμμοχώστου, το Αββαείο του Μπέλαπαΐς, το κάστρο της Κερύνειας, του Βουφαβέντο, του Αγίου Ιλαρίωνος, το κάστρο της Ρήγαινας στην Καντάρα, τα κάστρα της Λεμεσού και της Πάφου, τα τείχη της Λευκωσίας και της Φαμαγκούστας.
Το «Insula est» περιλαμβάνει 8 ενότητες:
– Γένεσις
– Το Τίμημα
– Το Χρέος
– Ιλάσθητι, Κύριε
– Παλίμψηστον
– Μακαρία η Οδός
– Εις Ευδοκίαν
και
– Πορεία προς το Φως.
Η εναλλαγή βιβλικού και σύγχρονου λόγου, παραδοσιακών και νεωτερικών τρόπων έκφρασης εναρμονίζονται, όπως ακριβώς εναρμονίζονται το παρελθόν με το παρόν και διαμορφώνουν το σημερινό πρόσωπο της Κύπρου. Αποτελούν κρίκους της μακράς αλυσίδας που συνενώνει με τρόπο αδιάσπαστο το χθες με το σήμερα και καταγράφει την πορεία του κυπριακού Ελληνισμού, ο οποίος επιμένει να αντιστέκεται, ριζωμένος στη γη του και διεκδικώντας ό,τι του ανήκει. Η παρούσα δοκιμασία, που ξεκίνησε το 1974 με την τουρκική εισβολή και τη συνεχιζόμενη κατοχή, δεν είναι τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από τις πολλές που διήλθε ο κυπριακός Ελληνισμός. Και στην υπέρβαση της δοκιμασίας αυτής, που η ιστορία δείχνει ότι δεν θα είναι και η τελευταία, έρχεται αρωγός η Ποίηση, προσπαθώντας να ενδυναμώσει τις αντιστάσεις μας και να υπομνήσει το υπέρτατο χρέος μας. Χρέος του καθενός μας, Κυπρίου, Ελλαδίτη, των απανταχού Ελλήνων. Χρέος Εθνικό.
Σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να σας εκμηστυρευθώ, ότι, μόλις είδα τον τίτλο της ποιητικής συλλογής, ακαριαία, η σκέψις μου πήγε σε δύο εικόνες, ιστορικά γεγονότα. Στο ολοκαύτωμα του Γρηγόρη Αυξεντίου και στους βιβλικούς «Τρεις παίδες εν καμίνω». Έχοντας προχωρήσει αρκετά στη μελέτη επιβεβαιώθη η συσχέτιση, γιατί, ο Γρηγόρης μέσα από τις φλόγες ανεδύθη αθάνατος και πρότυπο αγώνος. Οι δε τρεις παίδες παραλληλίζονται με την Κύπρο που σε όσες πυρές και αν ριφθεί θα επιβιώσει αν έχει πίστη και αγωνιστικότητα.
Άφησα τελευταίο το τρίτο μέρος «Ονήσιλου του νέου» που θα μας συντροφέψει και ο προικισμένος λόγος του φίλου μου Στέφανου Κυριακίδη.
σελ. 59,
Ο Πεζουνόγκρεμος την αντάρα αντρανίζει
αγριοπερίστερο φόβο σφραγίζει στις σπηλιές
τις αμίαντες
Ύπουλα τάχα το μολύβι χώθηκε μες
στα σγουρά του τα μαλλιά ή από αιδώ
μην το άσπιλο του πρόσωπο χαλάσει
ή από χέρι θεϊκό κινημένο ξαστόχησε….
Σταλωμένο ανθόμελο στα μισάνοιχτα μάτια
και στα χείλη δροσιά τα ανείπωτα λόγια
«Όμορφα που’ ναι τα βουνά, μα γρήγορα νυχτώνει»
ψέλλισε ο νους και χύθηκε στο μαύρο της αβύσσου
Οι σταυρωτές φοβισμένοι ή αδιάφοροι
τον αφήνουν βορά των ορνέων
Εκείνοι ήρθαν από μέρη ανήλιαγα
έσπειραν θάνατο αποσπερίτη και τώρα σωπαίνουν
Στις αρχαίες του πέτρες μονάχος δέρνεται ο ποταμός
Τα πεύκα ψέλνουν «Κύριε ελέησον»
Η αγριελιά στο παγωμένο στήθος του «Ειρήνη»
Οι ανυφάντρες του ανέμου ξεγυμνώνουν τη νύχτα
που αντιλαλούν οι χαράδρες και μίαν άγουρη μέρα
σκεπάζουν βελόνες.
Στις 22 Οκτωβρίου του 1958 έπεσε μαχόμενος ο 19χρονος αδελφός της Αντρούλας, Παναγιώτης, αντάρτης της Ε.Ο.Κ.Α. που πολεμούσε για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Το ψευδώνυμό του, Ονήσιλος, όπως του αδελφού του βασιλέα της Σαλαμίνος Γόργου, που πρωτοστάτησε στην επανάσταση κατά των Περσών και έπεσε ηρωικά, γενόμενος σύμβολο.
Η Αντρούλα ήταν τότε μικρό κοριτσάκι. Χρειάστηκαν περίπου 50 χρόνια να μετουσιωθεί εκείνη η παιδική εμπειρία σε ποίηση.
Η πιο πρόσφατη τραυματική εμπειρία της εισβολής-κατοχής του 1974 πήρε 33 χρόνια, σχετικά λιγότερο διάστημα, για να μορφοποιηθεί στο δεύτερο μέρος της Συλλογής, σε συνδυασμό με την επίσκεψη-προσκύνημα στη ρημαγμένη Αμμόχωστο. Η περιγραφή αυτής της εμπειρίας σε ονειρεμένο 15σύλλαβο και Κυπριακή διάλεκτο είναι εξαιρετικά συμπυκνωμένη και διαφωτιστική. Μένω μόνο σε 4 στίχους:
Σελ. 42,
«Ο νους μου ελάλεν μεν πάεις, ναι (ε)λάλεν η καρκιά μου πριν να πεθάνω έθελα να πάω στα δικά μου»
Σελ. 43,
«Μα έδωκεν ο Πλάστης μου τζια τούτον να τα’ αντέξω πωρνόν της Τρίτης της Λαμπρής, τα σύρματα να ρέξω»).
Ο ποιητικός λόγος πολλές φορές είναι και προφητικός.
Όλοι φαντάζομαι θυμάστε το πρόσφατο ολίσθημα (επιεικώς) κάποιων ιερωμένων, πολιτικών και λαϊκών να λάβουν μέρος σε μία «θεατρική» λειτουργίαν Επιταφίου στον Άγιο Γεώργιο τον Εξορινό που εκμεταλλεύτηκαν ασύστολα οι Τούρκοι. Υπήρξε αμέσως μαζική αιτιολογημένη και κόσμια αντίδραση από πολλούς και οι επόμενες «παραστάσεις» ακυρώθηκαν.
Η Αντρούλα όμως, ήδη από τότε που επεσκέφθη την πόλη της τα μισοπροέβλεψε:
Σελ. 45,
Έδωκα κάμποσους γυρούς τζι είπα να παρπατήσω
ως την Χρυσοσπηλιώτισσα, να μπω να προσκυνήσω
πέρκιμον παρηγορηθώ. Να πάω στο σχολείο,
να πάω ν’ άψω ένα τζερίν εις το νεκροταφείον.
Μα η εκκλησιά ήταν τζαμή, όφτζαιρη, πεύτζια μόνον
δίχα εικονοστάσιον τζαι του πισκόπου θρόνον.
Τζι ο σπήλιος κάτω όφτζαιρος εξόν που μιάν εικόναν,
της Βάφτισης, που βρίσκετουν πετάμενη στο χώμαν.
Μα σαν να μου χαρίσασιν τον ήλιον, το φεγγάριν!
Εφάνην μου ο Ξορινός ήρτεν με το κοντάριν
σημά(δ)ιν πως εν έτοιμος να τους ιξορατίσει
στα σέρκα μας η εκκλησιά τζαι πάλαι να γυρίσει.
Επανέρχομαι τώρα στο 3ο μέρος της ποιητικής συλλογής.
Ο σπόρος γι’ αυτή την σύνθεση εφυτεύθη πριν ακόμα γεννηθεί η κ. Αντρούλα Τουμάζου. Ο θείος της Νικόλας έβαλε τη ζωή του ενέχυρο και προκαταβολή ήδη από τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο που έπεσε μαχόμενος εθελοντής στην Ελλάδα. Φαίνεται ότι από μικρός κι ο Παναγιώτης ήθελε να μοιάζει και να συμπληρώσει τη θυσία του θείου του. Μαθητής ακόμα είχε ντυθεί και φωτογραφήθηκε με στολή αξιωματικού του Ελληνικού Στρατού που είχε επίσης πέσει μαχόμενος στον πόλεμο του 1940.
Σελ. 58,
Βιάστηκε να φορέσει τον πόλεμο κατάσαρκα
Το ρούχο μύριζε Πίνδο και Ρούπελ
Μύριζε παγωνιά κι Ανάσταση
Το ρούχο μύριζε Σαλαμίνα και μέλι
Μύριζε Αμμόχωστο κι ανθούς,
πεύκο, ρετσίνι, κρουσταλλιασμένα δάκρυα
για να μετρούν τον χρόνο
Το ρούχο ηχούσε προσκλητήριο νεκρών
-ποια απ’-ουσία τάχατες δηλώνει τόση ουσία-
Επίκληση-Απάντηση: Παρών!
εκ Σαλαμίνος, Σόλων, Κυρηνείας
Λαπήθου…
Παρών!: Ονήσιλος, Κυπριανός, Λουκάς,
Βαρνάβας, Λιάσος…
Συγγενείς κατ’ ευθείαν γραμμήν
Ελευθερίας και αίματος
Νικόλας…
Αίμα απ’ το αίμα του
Σιωπή
Άπνοη σιγή μυστηρίου
Τον δε σκ’οτος όσσε κάλυψεν
Κορμιά ολόκληρα, μισά, σάρκες και κόκκαλα
συγγενών κατ’ ευθείαν γραμμήν Ελευθερίας
σε κοινό τάφο παρά θιν αλός εν Δήμω Αλιμούντος
Άδηλοι με, ποτέ δειλοί
Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας την «Νήσο εν καμίνω» ένιωσα έντονα ότι η γνήσια ποίηση διδάσκει με τη γνώση του παρελθόντος, προβλέπει με την δύναμη της ενοράσεως κι εμπνέει με την δύναμη της πίστης.
Πάω πάλι για λίγο στο 2ο μέρος.
Σελ. 49,
Ούλλα ‘χούσιν ανατολήν αμμά ‘χούσιν τζαι δύσην.
Τα’ άστρον θαρκέσαι της Τουρτζιάς ως πον να πα; Εν θα σβήσει;
Και μετά στο 3ο.
Σελ. 61,
Τούτος ο θάνατος δεν μυρίζει λιβάνι και μούχλα
ταγγισμένο λάδι και σβησμένο λουμίνι
Τούτος ο θάνατος μοσχοβολά βάγια κι Ελλάδα
ευωδιάζει κερήθρα κι ανθόμενο σταλωμένο
σε μισάνοιχτα μάτια και σφραγίζει με δρόσο
ανείπωτα λόγια: Ελευθερία-Δίκη-Αρετή.
Αυτά μονάχα. Και η μνήμη αγήρως!
ΔΡ. ΝΙΚΟΣ ΕΡΡ. ΙΩΑΝΝΟΥ




