Εξαιρετικά υψηλή η μέση ηλικία στην απόκτηση του πρώτου παιδιού.

Ο πληθυσμός της Ελλάδας στην μεταπολεμική περίοδο έχει αυξηθεί σημαντικά (7,6 εκατομ το 1951, 10,9 το 2014) και παράλληλα γηράσκει προοδευτικά (μέση ηλικία 30 έτη το 1951, 43,1 έτη το 2014, ήτοι +13,1 έτη, διάμεσος ηληκία αντιστοιχα 26 και 43,0 έτη, ήτοι + 17,0 έτη). Στην ίδια αυτή περίοδο ο πληθυσμός μας έχει περιορίσει τη γονιμότητα του και αυξήσει κατά 10 έτη περίπου τον μέσο προσδόκιμο χρόνο ζωής του στη γέννηση -από τα 69 στα 78 έτη για τους άνδρες και από τα 73 στα 83 έτη για τις γυναίκες (εξ ου και η προοδευτική του γήρανση), έχει αστικοποιηθεί (80% του συνόλου κατοικεί πλέον σε αστικές περιοχές το 2011) και έχει συγκεντρωθεί σε ένα εξαιρετικά περιορισμένο τμήμα (στο 6%) της συνολικής επιφάνειας της χώρας με τη δημιουργία δύο μεγάλων μητροπολιτικών περιοχών (Αθήνας και Θεσσαλονίκης).Τέλος) από σχετικά «ομοιογενής» εθνικά μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (οι μη έχοντες την ελληνική υπηκοότητα το 1951 ήταν λίγες δεκαδες χιλιάδες) συμπεριλαμβάνει σήμερα περίπου 1.000.000 αλλοδαπούς, η μεγάλη πλειοψηφία των οποίων προέρχεται από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες και τις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές του πλανήτη μας (σημαντικό τμήμα των τελευταίων έχουν εισέλθει παρανόμως στη χώρα μας και δεν διαθέτουν άδεια παραμονής). Πρόκειται για ενδιαφέροντα στοιχεία εργασίας του καθηγητή και Διευθυντή του Εργαστηρίου Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων του Παν. Θεσσαλίας, κ. Βύρωνα Κοτζαμάνη.

Ο κ. Κοτζαμάνης, εξετάζοντας τις μεταπολεμικές δημογραφικές εξελίξεις διακρύνει  σχηματικά σε τέσσερεις υποπεριόδους, άνισης διάρκειας. Αναφερόμενος ειδικότερα στη τελευταία περίοδο που έχει ως σημείο εκκίνησης τα πρώτα έτη της δεκαετίας που διανύουμε (και συμπίπτει με την τρέχουσα οικονομική κρίση), εκθέτει και τα βασικά της χαρακτηριστικά: 1)εκ νέου μείωση των γεννήσεων μετά από μια εικοσαετία σχετικής σταθεροποίησής τους και συνεχής αύξηση των θανάτων λόγω της γήρανσης (με αποτέλεσμα την εμφάνιση αρνητικών φυσικών ισοζυγίων, το 2014 πχ οι θάνατοι είναι 22.000 περισσότεροι ααπο τις γεννήσεις), 2) ανατροπή των θετικών μεταναστευτικών ισοζυγίων, καθώς τμήμα των εγκατεστημένων τις δυο προηγούμενες δεκαετίες αλλοδαπών-οικονομικών μεταναστών επιστρέφει στη χώρα του και ένα νέο κύμα μετανάστευσης Ελλήνων προς το εξωτερικό αναδύεται με έντονη συμμετοχή σε αυτό αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης 3) συνεχίζεται -και εντείνεται πρόσφατα (2015, 912.000 περίπου εισοδοι)- η εισροή ανδρών κυριώς αλλοδαπών (73% του συνόλου των παρανομων εισόδων το έτος αυτό) από ευρισκόμενες σε κρίση περιοχές (Συρία, Ιρακ, Ιραν, Αφγανισταν, Πακισταν) με στόχο την μέσω της Ελλάδας, μετεγκατάσταση τους σε επιλεγμένες «ελκτικές» χώρες της Ε.Ε. Τα προαναφερθέντα, έχουν ως αποτέλεσμα αναφέρει ο ίδιος και την μείωση του πληθυσμός της Ελλάδας ανάμεσα στο 2011 και το 2015.

 Η τελευταία περίοδος, εκτιμά ο κ. Κοτζαμάνης είναι «ανοικτή». Η κρίση αναμένεται όμως να επιταχύνει (και ενδεχομένως και σε ορισμένες περιπτώσεις να ανατρέψει) τις μακρόχρονες τάσεις εξέλιξης των βασικών δημογραφικών συνιστωσών. Ειδικότερα, όσον αφορά τη γονιμότητα, η πορεία της, θα συνεχίσει να είναι φθίνουσα, καθώς οι γυναίκες που γεννηθήκαν  από τον Μεσοπόλεμο και μετά δεν εξασφαλίζουν πλέον την αναπαραγωγή τους (η κάθε μητέρα δηλαδή δεν αντικαθίσταται λαμβάνοντας υπόψη και τις υφιστάμενες συνθήκες θνησιμότητας από μία κόρη). Η μέση ηλικία στην απόκτηση του πρώτου παιδιού είναι (2015) ήδη εξαιρετικά υψηλή εγγίζοντας τα 30 έτη και η όποια αναβολή των πρώτων γεννήσεων για αργότερα (εξαιτίας των υφιστάμενων δυσμενών κοινωνικό οικονομικών συνθηκών) από τις γυναίκες που την δεκαετία  της κρίσης θα βρεθούν στις ηλικίες 25-35 ετών (τις γυναίκες δηλ. που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 και μετέπειτα) πιθανότατα θα οδηγήσει στην επιτάχυνση της τάσης μείωσης του αριθμού των παιδιών τους. Αυτό πιθανότατα, θα έχει ως αποτέλεσμα το ακόμη μεγαλύτερο «άνοιγμα» μεταξύ του ορίου αναπαραγωγής (2,1 παιδιά/γυναίκα) και του αριθμού των παιδιών που θα φέρουν στον κόσμο οι γυναίκες που γεννηθήκαν ανάμεσα στο 1975 και το 1985 (οι γυναίκες που γεννήθηκαν ανάμεσα το 1950-1954 έφερε στον κόσμο 1,95 παιδιά/γυναίκα κατά μέσο όρο, αυτές που γεννήθηκαν ανάμεσα το 1960 1964 1,75 παιδιά και αυτές το 1970-74 1,60). Ταυτόχρονα, η τάση αύξησης της ατεκνίας (η αύξηση δηλαδή του ποσοστού των γυναικών που δεν θα κάνουν παιδί) στις γενεές που γεννήθηκαν μετά το 1965 συνεχίζεται ενώ η συρρίκνωση των πολύτεκνων οικογενειών που έχει ξεκινήσει εδώ και δεκαετίες δεν πρόκειται να ανακοπεί.

Η κρίση του δημόσιου συστήματος υγείας και η μείωση των εισοδημάτων ευρύτατου τμήματος του ελληνικού πληθυσμού πιθανότατα θα έχει επιπτώσεις στην υγεία του και στη μακροζωία του. Ειδικότερα, έχει ήδη επιβραδυνθεί σημαντικά (και σύντομα πιθανότατα θα ανακοπεί) η πρότερη μακροχρόνια τάση αύξησης του προσδόκιμου ζωής στη γέννηση (ενώ πιθανότατα θα αυξηθούν και τα χρόνια ζωής σε κακή κατάσταση υγείας πριν από τον θάνατο).

Τα προαναφερθέντα, οδηγούν, κατά τον ίδιο,  σε κάποιες βεβαιότητες όσον αφορά τις μέλλουσες πληθυσμιακές μας εξελίξεις. Έτσι, το 2025 ο πληθυσμός της Ελλάδας θα υπολείπεται κατά 300-400 χιλιάδες περίπου αυτού του 2015 (εκτός και εάν ένα τμήμα των παρανόμως εισερχομένων στη χώρα μας την τελευταία πενταετία με στόχο να εγκατασταθεί σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες σταθεροποιηθεί στην Ελλάδα), τα φυσικά (γεννήσεις-θάνατοι) ως και τα μεταναστευτικά ισοζύγια (είσοδοι-έξοδοι) θα είναι αρνητικά, η δημογραφική γήρανση θα συνεχισθεί απρόσκοπτα καθώς το ποσοστό των > 65 ετών το 2025 θα υπερβεί πιθανότατα το 22% του συνολικού πληθυσμού (στις αρχές της δεκαετίας του 1950 οι 65+ αποτελούσαν μόλις το 7%), το προσδόκιμο ζωής στη γέννηση μετά από 10 χρόνια -στην ευνοϊκότερη των περιπτώσεων- δεν θα μειωθεί ενώ η πιθανότητα να αυξηθούν τα χρόνια ζωής πριν τον θάνατο σε κακή κατάσταση υγείας είναι ισχυρή, η γονιμότητα των γυναικών που γεννήθηκαν την δεκαετία 1975-1985 θα περιορισθεί ακόμη περισσότερο (γύρω 1,4 παιδιά/γυναίκα) ενώ το ειδικό βάρος των αλλοδαπών δεν αναμένεται να μεταβληθεί σημαντικά (+- 10% ακόμη το 2025).