Σήμερα ωστόσο ολοένα περισσότεροι Αμερικανοί αμφισβητούν κατά πόσο ανταποκρίνεται η Ουάσινγκτον στην προάσπιση των αρχών της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας. Σε δημοσκόπηση του 2024 το 74% των Αμερικών ερωτηθέντων είχε την άποψη ότι η αμερικανική δημοκρατία υπήρξε στο παρελθόν θετικό πρότυπο, αλλά όχι πια.
Σύμφωνα με τις πολιτικούς επιστήμονες Μόνικα Ντάφι Τοφτ και Σιντίτα Κούσι, οι ΗΠΑ έχουν πραγματοποιήσει περισσότερες από 500 στρατιωτικές επεμβάσεις εκτός συνόρων τα τελευταία 250 χρόνια. «Στο παρελθόν υπήρχε η πεποίθηση ότι, αν δεν μπορούμε να μιλήσουμε με τους εχθρούς μας με βάση τη λογική, αν δεν μπορούμε να διαπραγματευτούμε με τους εχθρούς μας διπλωματικά, τότε η μόνη επιλογή που απομένει είναι η χρήση βίας», επισημαίνει η Σιντίνα Κούσι, λέκτορας στο Κολλέγιο Mount Holyoke της Μασαχουσέτης. «Με την κατακόρυφη αύξηση των αμυντικών δαπανών και τη συρρίκνωση των πόρων του υπ. Εξωτερικών μετά την 11η Σεπτεμβρίου, ενισχύθηκε η αντίληψη ότι όταν έχεις μόνο ένα σφυρί, όλα μοιάζουν με καρφιά», σημειώνει.
Μολονότι η περιοχή που ιστορικά έγινε θέατρο των περισσότερων αμερικανικών παρεμβάσεων είναι η Λατινική Αμερική, τις τελευταίες δεκαετίες το ενδιαφέρον των ΗΠΑ έχει μετατοπιστεί στην Ασία και τη Μέση Ανατολή. Όπως εξηγεί η ειδικός, η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τον «παγκόσμιο πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» μετά το 2001 και με την προβολή της ισχύος των ΗΠΑ σε έναν μονοπολικό κόσμο μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Αλλαγή καθεστώτων
Μεταπολεμικά η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ ταυτίστηκε με την επιδίωξη των αμερικανικών οικονομικών συμφερόντων. Ειδικά από το 1960 έως το 1980 οι ΗΠΑ προώθησαν τα συμφέροντά τους μέσω οικονομικών συμφωνιών. Όπως επισημαίνει ο πολιτικός επιστήμονας Κάλβιν Θραλ από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια, οι «οι διπλωμάτες είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικοί στην προώθηση εξαγωγών, στη διαπραγμάτευση επενδυτικών συμφωνιών και στην επίλυση εμπορικών διαφορών, όταν διαθέτουν τους απαραίτητους πόρους».
Τη δεκαετία του 1990 στις ΗΠΑ συντελείται μια αλλαγή: οι ΗΠΑ εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στα Βαλκάνια, τη Σομαλία και άλλες περιοχές και θεωρούν ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα αποτελούν «εθνικό συμφέρον» των ΗΠΑ και άρα επιδίωξη της εξωτερικής πολιτικής μέσω πολλαπλών «ανθρωπιστικών παρεμβάσεων».
Σύμφωνα με τις Κούσι και Τοφτ, από το 2001 και μετά, χρονιά τομή μετά την τρομοκρατική επίθεση στους Δίδυμους Πύργους, οι ΗΠΑ εστίασαν την προσοχή τους στη διατήρηση συγκεκριμένων καθεστώτων ή στην ανατροπή άλλων και την οικοδόμηση κυβερνήσεων βάσει των δικών της κριτηρίων. Μόνο φέτος υπάρχουν δύο παραδείγματα στρατιωτικής επέμβασης των ΗΠΑ με στόχο την ανατροπή ξένου καθεστώτος: η απαγωγή του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο και η έναρξη του πολέμου κατά του Ιράν.
Παρά τις μετατοπίσεις της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής ανά περιόδους, τα αμερικανικά οικονομικά συμφέροντα δεν έπαψαν ποτέ να είναι σημαντικά. Σύμφωνα με επιστημονικά δεδομένα που ανέλυσε η DW, oι αμερικανικές κυβερνήσεις προτιμούν μάλιστα από τη δεκαετία του 1980 και μετά τις διμερείς από τις πολυμερείς συμφωνίες. «Στις διμερείς συμφωνίες, ο ισχυρότερος εταίρος, που συνήθως είναι οι ΗΠΑ, μπορεί να επιβάλει ευκολότερα τους όρους του», αναφέρει ο Θραλ.
Όσο για σήμερα: «Αυτό που είναι πραγματικά αξιοσημείωτο με την νυν κυβέρνηση είναι ότι, σε αντίθεση με τις προηγούμενες, δεν προσποιείται καν ότι ενδιαφέρεται για την λεγόμενη φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη ή την τάξη που βασίζεται σε αξίες», λέει ο Θραλ. «Ο πρόεδρος Τραμπ είναι απολύτως πρόθυμος να πει ανοιχτά: Πάμε εκεί που βρίσκονται τα οικονομικά μας συμφέροντα. Δεν πρόκειται για αξίες ή για την υποστήριξη μιας διεθνούς τάξης».
Υποχώρηση της κλασικής διπλωματίας
Η αμερικανική διπλωματία σήμερα περνά κρίση, ενώ η υποστελέχωση της διπλωματικής υπηρεσίας περιορίζει την ικανότητα των ΗΠΑ να προωθούν τα συμφέροντά τους. Η μετατόπιση από τη διπλωματία στην στρατιωτική ισχύ έχει αλλάξει και την εικόνα της χώρας.
Σύμφωνα με έρευνα του Κέντρου Pew Research Center τον Απρίλιο του 2026, το 62% των Αμερικανών δήλωσε ότι δεν εμπιστεύεται την ικανότητα του προέδρου Τραμπ να λαμβάνει σωστές αποφάσεις στην εξωτερική πολιτική ή να χρησιμοποιεί αποτελεσματικά τη στρατιωτική ισχύ. Ένα επιπλέον ενδιαφέρον ερευνητικό πόρισμα: από τη δεκαετία του 1960, η εταιρεία δημοσκοπήσεων Gallup διεξάγει έρευνες σε Αμερικανούς σχετικά με την ικανοποίησή τους από τη θέση των ΗΠΑ στον κόσμο. Η ικανοποίηση έφτασε σε ιστορικό υψηλό ποσοστό 71% το 2002. Το ποσοστό των ενηλίκων στις ΗΠΑ που είναι ευχαριστημένοι με τη θέση των ΗΠΑ έχει πλέον μειωθεί στο 38%.
Η διεθνής εικόνα των ΗΠΑ παρουσιάζει πια ξεκάθαρη επιδείνωση. Σύμφωνα με στοιχεία της Συμμαχίας Δημοκρατιών (Alliance of Democracies), μόνο σε τρεις από τις 48 χώρες που συμμετείχαν στην έρευνα βελτιώθηκε η εικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών: στο Ισραήλ, τη Ρωσία και την Κίνα.
Επιμέλεια: Δήμητρα Κυρανούδη






