Το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο ως τροφός μιας ώριμης Ευρώπης

των Φίλιππου Σαχινίδη και Ντίνου Ρόβλια(*)

Κριτική και απογοήτευση έφερε η απόφαση του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της 5ης Μαΐου, που έθεσε σε αμφισβήτηση το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), κατά πολλούς δε και το ίδιο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα που ξέρουμε. Μια απόφαση όμως, που δεν θα έπρεπε να εκπλήξει.

Ήταν θέμα χρόνου να εκδοθεί (αυτή ή κάποια ανάλογη), αφού η επιφυλακτικότητα των πολιτικών ηγεσιών στην αντιμετώπιση των κρίσεων ειδικότερα, αλλά και στην ολοκλήρωση της ΟΝΕ γενικότερα, λειτουργούσε ως θερμοκοιτίδα της. Και μην γελιόμαστε: τα νομικά μυαλά που την εξέδωσαν είναι από τα καλύτερα του δυτικού νομικού πολιτισμού.

Ξεκίνησε τώρα μια ατέρμονη νομική συζήτηση για το αν η απόφαση είναι σωστή ή λάθος. Για το αν το Γερμανικό Δικαστήριο κινήθηκε εντός των αρμοδιοτήτων του ή τις υπερέβη. Αν, δε, τελικά προσφύγει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της Γερμανίας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για το ίδιο θέμα, ένα ζωτικό πολιτικό και οικονομικό ζήτημα θα μετατραπεί σε δικαστικό, χωρίς αρχή και τέλος και χωρίς αποτέλεσμα, αφού τελικά οι εθνικές αρχές θα «υπακούουν» στα εθνικά Δικαστήρια. Κι όσο οι δικαστικές διαμάχες θα εξελίσσονται, τόσο ο κορoνοϊός και οι επόμενες κρίσεις θα αποδυναμώνουν όλο και περισσότερο την Ευρώπη.

Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών – λειτουργιών (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική) και η συναφής ανεξαρτησία της δικαιοσύνης είναι η βάση της σύγχρονης δημοκρατίας αλλά και του ευρωπαϊκού οράματος. Άρα, όσοι άμεσα ή έμμεσα λένε ή γράφουν «μαζέψτε τους δικαστές» δεν έχουν, προφανώς, πλήρη και σαφή συναίσθηση των πραγμάτων και του τρόπου συγκρότησης του δημοκρατικού κράτους. Το γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο ασχολήθηκε με ένα θέμα, για το οποίο είχε τη δυνατότητα να ασχοληθεί. Η ΕΚΤ για την αντιμετώπιση της κρίσης εφάρμοσε το 2015 το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης μέσω των εθνικών κεντρικών τραπεζών. Με δεδομένη την αναγκαία σύμπραξη των τραπεζών των κρατών μελών, οι παρεμβάσεις της ΕΚΤ υπόκεινται έμμεσα στον εθνικό δικαστικό έλεγχο. Συνεπώς το θέμα είναι πολιτικό και όχι δικαστικό. Οι πολιτικές ηγεσίες της ΕΕ εδώ και χρόνια κρύβονται πίσω από την ΕΚΤ για να κερδίσουν χρόνο ή να αποφύγουν την ανάληψη δεσμεύσεων που προϋποθέτουν την έγκριση των εθνικών τους κοινοβουλίων.

Ανάλογα ζητήματα θα πάψουν να είναι δικαστικά σε εθνικό επίπεδο μόνο εάν ληφθούν αποφάσεις από τις πολιτικές ηγεσίες των χωρών για περαιτέρω ολοκλήρωση της ΕΕ. Διαφορετικά οικονομικές κρίσεις χρέους ή πανδημίας ή όποιες άλλες, δεν θα μπορούν να έχουν γρήγορη, συγχρονισμένη και αποτελεσματική αντιμετώπιση. Η εμπειρία, τόσο από την οικονομική κρίση του 2009 και των επόμενων χρόνων που έπληξε κυρίως τον νότο, όσο και από την πανδημία του κορωνοϊού, επιβεβαιώνει ότι το ατελές θεσμικό πλαίσιο καθιστά την αντίδραση καθυστερημένη, αποσπασματική και μη αρκούντως αποτελεσματική. Απειλεί τη συνοχή της Ευρώπης και τροφοδοτεί τον ευρωσκεπτικισμό.

Το όραμα της πραγματικής οικονομικής ένωσης, με ισχυρό ενωσιακό προϋπολογισμό, ίδια φορολογικά έσοδα και κοινή έκδοση χρέους, έχει διαδρομή να διανύσει, αλλά κάποτε θα πρέπει να ξεκινήσει για να την διανύσει. Η απόφαση είναι πολιτική. Πολιτική επίσης είναι και η απόφαση για την έναρξη της διαδικασίας ωρίμανσης αυτού του οραματικού στόχου.

Τουλάχιστον, μέχρι τότε, το υπό διαμόρφωση Ταμείο Ανάκαμψης θα μπορούσε να θεσμοθετηθεί ως μηχανισμός που θα ενεργοποιείται άμεσα όταν παρίσταται ανάγκη από μια συμμετρική κρίση με ασύμμετρες συνέπειες. Το ποσό που θα έχει στη διάθεσή του πρέπει να είναι τουλάχιστον 2 τρις ευρώ και στο βαθμό που θα συνδεθεί με τον ενωσιακό προϋπολογισμό, ο τελευταίος θα πρέπει να αυξηθεί. Για την άντληση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα εκδίδει ομόλογα μακροπρόθεσμα, τα οποία θα ανανεώνονται στην λήξη τους. Τα ομόλογα αυτά θα αποπληρώνονται από τον ενωσιακό προϋπολογισμό. Για τον σκοπό αυτό θα μπορούσε να θεσμοθετήσει ένας φόρος, από τον οποίο να αντλεί ίδια έσοδα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Τέλος, είναι απαραίτητο να θεσμοθετηθεί ότι ένα σημαντικό μέρος από τα κεφάλαια του Ταμείου θα παρέχεται ως επιχορήγηση στις χώρες που πλήττονται και το υπόλοιπο υπό μορφή μακροπρόθεσμων δανείων με μεγάλη περίοδο χάριτος και με χαμηλά επιτόκια.

Τα εθνικά δικαστήρια έχουν την ευχέρεια να λαμβάνουν αποφάσεις όπως αυτή της 5ης Μαΐου του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου όταν και όπου υπάρχει ανάμιξη εθνικών αρχών και οργάνων σε ζητήματα ευρωπαϊκής πολιτικής. Το εάν θα εξακολουθήσει να υπάρχει η ανάμιξη αυτή ή όχι εξαρτάται από πολιτικές αποφάσεις. Σ’ αυτές τις αναγκαίες αποφάσεις της ώριμης Ευρώπης ωθεί η απόφαση του Γερμανικού Δικαστηρίου, ακόμα κι αν κατ’ αρχήν φαίνεται να υπηρετεί ακριβώς το αντίθετο.

*Οικονομολόγος, πρώην Υπουργός και Δικηγόρος, πρώην Υπουργός

Μάρτιος 2025

Σχετικά άρθρα

Οι Γερμανοί ετοιμάζονται για τα Στενά του Ορμούζ

Με το «μνημόνιο συναντίληψης» ΗΠΑ και Ιράν ανοίγουν τα Στενά του Ορμούζ, αλλά ο κίνδυνος από θαλάσσιες νάρκες παραμένει. Μπορούν να βοηθήσουν οι γερμανικές...

Βρετανία: Ο Μπέρναμ νίκησε, ο Στάρμερ φεύγει;

Βουλευτής εξελέγη σε επαναληπτικές εκλογές ο δήμαρχος του Μάντσεστερ Άντι Μπέρναμ, κερδίζοντας με διαφορά τον υποψήφιο των ευρωσκεπτικιστών. Πρόκριμα για την ηγεσία των Εργατικών.Ανταπόκριση...

Ευφορία στον τουρκικό Τύπο για την επίσκεψη Τραμπ

Ο φιλοκυβερνητικός Τύπος στην Τουρκία προβλέπει επίσκεψη του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ τον Ιούλιο με αφορμή τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, αλλά και «για...

Μ. Βρετανία: Εμβόλιμες εκλογές «απειλούν» τον Στάρμερ

Εκλογές σήμερα στην περιφέρεια του Μέικερφιλντ και ο υποψήφιος των Εργατικών Άντι Μπέρναμ δεν προσδοκά μόνο τη βουλευτική θέση, αλλά και εκείνη του πρωθυπουργού....

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ