Η διαμάχη επικεντρώθηκε στο πώς θα μπορούσε να μειωθεί το οικονομικό βάρος για τους Γερμανούς πολίτες υπό το φως του υψηλού κόστους ενέργειας μετά την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν. Ο Κλίνγκμπαϊλ υποστήριξε την επιβολή φόρου επί των κερδών στις ενεργειακές εταιρείες, τον οποίο η Ράιχε απέρριψε, δηλώνοντας δημόσια ότι το SPD καταθέτει συνεχώς προτάσεις που είναι «ακριβές, αναποτελεσματικές και συνταγματικά αμφισβητήσιμες».
Ο καγκελάριος στη συνέχεια επέπληξε την συνάδελφό του στο κόμμα. Πηγές κοντά στον επικεφαλής της γερμανικής κυβέρνησης δήλωσαν: «Ο καγκελάριος είναι δυσαρεστημένος από τη δημόσια αντιπαράθεση και προτρέπει την υπουργό Ράιχε να επιδείξει αυτοσυγκράτηση».
Aμφιλεγόμενη πολιτικός με επιχειρηματικό παρελθόν
Η 52χρονη Ράιχε είναι άμεση στον λόγο, συχνά εριστική και ως εκ τούτου μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα για πολλούς. Ήταν ήδη αμφιλεγόμενη πριν από τον απροσδόκητο διορισμό της ως υπουργού πριν από ένα χρόνο. Οι περιβαλλοντολόγοι και οι ακτιβιστές για το κλίμα την θεωρούσαν πολύ κοντά στις επιχειρήσεις και ως αντίπαλο των φιλόδοξων πολιτικών για το κλίμα.
Και είχαν βάσιμο λόγο: Αφού υπηρέτησε στη Βουλή από το 1998 έως το 2015, η πολιτικός από το Λούκενβαλντε στο Βρανδεμβούργο, 80 χιλιόμετρα νότια του Βερολίνου, μεταπήδησε σε εταιρείες στον ενεργειακό τομέα. Μερικοί επικριτές της την περιγράφουν ως λομπίστρια. Μεταξύ άλλων, η Ράιχε ήταν Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της «Westenergie», της μεγαλύτερης θυγατρικής του ενεργειακού γίγαντα E.ON. Με περίπου 10.000 υπαλλήλους, η Westenergie προμηθεύει περίπου 6,6 εκατομμύρια ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, με σημαντική ποσότητα ενέργειας από ορυκτά καύσιμα.
Ο αμφιλεγόμενος νόμος για τη θέρμανση
Λίγο μετά την ανάληψη των καθηκόντων της στο υπουργείο τον Μάιο του 2025, η Ράιχε ξεκαθάρισε ότι σκοπεύει να αντιστρέψει την προσπάθεια του προκατόχου της, Ρόμπερτ Χάμπεκ από τους Πράσινους, ο οποίος επεδίωξε να προωθήσει την ενεργειακή μετάβαση στα συστήματα θέρμανσης κατοικιών στη Γερμανία.
Περίπου το 72% των κατοικιών στη Γερμανία θερμαίνεται με φυσικό αέριο ή πετρέλαιο. Παράλληλα με τις μεταφορές, ο κτηριακός τομέας θεωρείται αυτός όπου η χώρα έχει σημειώσει τη μικρότερη πρόοδο στην πολιτική για το κλίμα. Και οι δύο τομείς δεν έχουν επιτύχει τους κλιματικούς στόχους τους εδώ και χρόνια. Ο Χάμπεκ ήθελε να το αλλάξει αυτό και υιοθέτησε έναν νόμο που ορίζει ότι τα νέα συστήματα θέρμανσης θα πρέπει να τροφοδοτούνται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας κατά 65%.
Αυτό πυροδότησε έντονες διαμαρτυρίες, ιδιαίτερα στα ανατολικά της χώρας. Ο Χάμπεκ κατηγορήθηκε ότι ανάγκασε τους ανθρώπους να εγκαταστήσουν ακριβές αντλίες θερμότητας. Η Ράιχε απέσυρε αυτόν τον κανονισμό και δήλωσε: «Ο νόμος για τη θέρμανση έχει διαβρώσει την εμπιστοσύνη και έχει διχάσει την κοινωνία. Χαράσσουμε μια νέα πορεία». Ταυτόχρονα, η υπουργός ανακοίνωσε το σχέδιό της να κατασκευάσει ακριβούς σταθμούς παραγωγής ενέργειας με καύση φυσικού αερίου, σημαντικά περισσότερους από ό,τι είχε σχεδιάσει ο Χάμπεκ.
Απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα
Η Φραντσίσκα Μπράντνερ, μία από τις δύο συμπροέδρους των Πρασίνων ήταν υφυπουργός στο υπουργείο Οικονομικών μέχρι που οι Πράσινοι αποχώρησαν από την κυβέρνηση πέρυσι. Σε συνέντευξή της στην DW λέει ότι δεν κατακρίνει το παρελθόν της υπουργού, αλλά: «Είναι κάποια που χαράσσει πολιτική για τις παλιές πηγές ενέργειας που μας κοστίζουν ακριβά, μας κάνουν εξαρτημένους και μας εμποδίζουν να γίνουμε πιο ανεξάρτητοι».
Η Κλαούντια Κέμφερτ, ερευνήτρια στο Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών (DIW), εξέφρασε παρόμοια στην DW: «Αυτό που είναι κρίσιμο δεν είναι τόσο το παρελθόν της όσο οι τρέχουσες πολιτικές της. Το πρόβλημα προκύπτει όταν τα συμφέροντα των ορυκτών καυσίμων υπερισχύουν για άλλη μια φορά των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, της αποθήκευσης και της αποδοτικότητάς τους. Η Γερμανία χρειάζεται μελλοντικές τεχνολογίες, όχι νέες εξαρτήσεις από ορυκτά καύσιμα».
Στήριξη από τη βιομηχανία, τώρα κριτική
Η Ράιχε αρχικά είχε θετική αντιμετώπιση από τις μεγαλύτερες ενώσεις του κλάδου της βιομηχανίας της χώρας, επειδή ανακοίνωσε ότι θα έδινε προτεραιότητα στην μείωση του κόστους στην ενεργειακή πολιτική. Ωστόσο, η ισχυρή Ομοσπονδία Γερμανικών Βιομηχανιών (BDI) εκφράζει τώρα την κριτική της. Ο λόγος: Η οικονομία δεν έχει ανακάμψει όπως αναμενόταν, κάτι που σίγουρα οφείλεται και σε διεθνείς αναταραχές, όπως οι απρόβλεπτες δασμολογικές πολιτικές του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και, από τον Μάρτιο, ο πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον του Ιράν.
Τώρα, ο πρόεδρος της BDI, Πέτερ Λάιμπινγκερ, απαιτεί απτές μεταρρυθμίσεις από την κυβέρνηση και από την Ράιχε για τα ζητήματα κοινωνικής πολιτικής, όπως η υγειονομική περίθαλψη, οι συντάξεις και η μακροχρόνια περίθαλψη, η χρηματοδότηση των οποίων γίνεται ολοένα και πιο ακριβή για τις επιχειρήσεις: «Εάν η κυβέρνηση δεν εφαρμόσει ενιαίες μεταρρυθμίσεις που θα ωφελούν πραγματικά τις επιχειρήσεις, τότε αυτή η κυβέρνηση έχει αποτύχει».
Ο Μερτς συνεχίζει να στηρίζει τη Ράιχε
Η πίεση στη γεμάτη αυτοπεποίθηση υπουργό αυξάνεται επομένως. Ο καγκελάριος Μερτς, ωστόσο συνεχίζει να στηρίζει τη Ράιχε: Όταν η υπουργός μείωσε πρόσφατα τις επιδοτήσεις για ιδιωτικά συστήματα ηλιακής ενέργειας, ο καγκελάριος την υπερασπίστηκε από την κριτική μιλώντας στη δημόσια τηλεόραση ARD.
Η Ράιχε δεν θέλει πλέον να καταβάλλει αποζημιώσεις όταν η ηλιακή ενέργεια δεν μπορεί να διοχετευτεί στο δίκτυο, για παράδειγμα, λόγω υπερφόρτωσής του. Ο Μερτς δήλωσε: «Πληρώνουμε υψηλές αποζημιώσεις από τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό για ηλεκτρική ενέργεια που δεν χρειάζεται. Η Κατερίνα Ράιχε έχει υποβάλει προτάσεις για το πώς μπορούμε να το περιορίσουμε αυτό, πώς μπορούμε να το μειώσουμε, πώς μπορούμε να το περιορίσουμε».
Επιμέλεια: Κώστας Αργυρός






