«Η οικογένεια της μητέρας μου εξοντώθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά. Οι Γερμανοί δολοφόνησαν τον πατέρα της, τη μητέρα της και τις δύο αδελφές της», δηλώνει στο γερμανικό μέσο ο Μιλτιάδης Σφουντούρης, δικηγόρος με γραφείο στην Αθήνα. «Η ανάμνηση αυτής της ιστορίας ζούσε μαζί μας στο σπίτι».
Όταν συνέβη η σφαγή, η μητέρα του ήταν 12 ετών. «Άκουσε τον Γερμανό στρατιώτη να ανεβαίνει βιαστικά τα σκαλιά και να σπάει την πόρτα με έναν κρότο. Από τον πανικό της πήδηξε από το παράθυρο. Αυτό της έσωσε τη ζωή. Μαζί με άλλα παιδιά κρύφτηκε στο υπόγειο ενός άλλου σπιτιού. Μετά από αυτό η μητέρα μου ζούσε με εφιάλτες. Μερικές φορές έλεγε: “Θα ήταν καλύτερα να με είχαν σκοτώσει κι εμένα οι Γερμανοί”».
Ένα από τα πιο ειδεχθή ναζιστικά εγκλήματα
Η Tagesspiegel γράφει πως «η σφαγή του Διστόμου είναι ένα από τα βαρύτερα εγκλήματα πολέμου που διέπραξαν οι Γερμανοί στην κατεχόμενη Ελλάδα. Και θέτει ένα ερώτημα που κάποιοι στη Γερμανία θα προτιμούσαν να μη θέσουν στον εαυτό τους: Ποια ευθύνη παραμένει;
Το γεγονός ότι αυτό το ερώτημα παραμένει επίκαιρο μετά από 82 χρόνια οφείλεται και στον Μιλτιάδη Σφουντούρη. Ο ίδιος συνεχίζει έναν αγώνα που ξεκίνησαν πριν από δεκαετίες άνθρωποι οι οποίοι στο μεταξύ έχουν σχεδόν όλοι πεθάνει».
Στο άρθρο του γερμανικού μέσου αναφέρονται επίσης και σημεία από ένα βιβλίο του Σουηδού διπλωμάτη Στούρε Λίνερ, ο οποίος εργαζόταν τότε για τον Ερυθρό Σταυρό στην κατεχόμενη Ελλάδα και είχε επισκεφθεί το Δίστομο την επομένη της σφαγής. «Η μυρωδιά ήταν ανυπόφορη. Στο χωριό έκαιγε ακόμη φωτιά στα απομεινάρια των καμένων σπιτιών. Στο χώμα κείτονταν εκατοντάδες άνθρωποι κάθε ηλικίας, από γέροντες έως βρέφη. Σε πολλές γυναίκες οι στρατιώτες είχαν σκίσει την κοιλιά με τις ξιφολόγχες και τους είχαν ξεριζώσει το στήθος. Άλλες είχαν στραγγαλιστεί, τυλιγμένες με τα έντερά τους γύρω από τον λαιμό τους».
Η επί δεκαετίες δικαστική διαμάχη για τις αποζημιώσεις και η άρνηση της Γερμανίας να τις αποδώσει δεν είναι ζητήματα οικονομικά. «Η γερμανική κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται για τα χρήματα. Θα μπορούσε να τα συγκεντρώσει χωρίς προβλήματα», λέει ο Σφουντούρης. «Αυτό που την ενδιαφέρει είναι να μη δημιουργήσει προηγούμενο». Εάν η Γερμανία υποχρεωνόταν έστω μία φορά να καταβάλει αποζημίωση, θα ακολουθούσε ένα κύμα αγωγών από κοινότητες θυμάτων από ολόκληρη την Ευρώπη, το οποίο δύσκολα θα μπορούσε να ελεγχθεί. Και αυτό η γερμανική κυβέρνηση θέλει οπωσδήποτε να το αποτρέψει, όπως πιστεύει ο Σφουντούρης.
«Το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών αναγνωρίζει μεν "την ιστορική και ηθική ευθύνη” και στηρίζει σε εθελοντική βάση τη διαδικασία συμφιλίωσης, για παράδειγμα μέσω της από κοινού ανέγερσης του Μουσείου Ολοκαυτώματος της Ελλάδας στη Θεσσαλονίκη», παρατηρεί η Tagesspiegel. Το υπουργείο όμως τονίζει την ίδια στιγμή πως «στον βαθμό που πρόκειται για αξιώσεις επανορθώσεων, η στάση μας είναι γνωστή: τα ζητήματα αυτά έχουν κλείσει».
«Εθελοντικά μέτρα ναι, επίσημες επανορθώσεις όχι – αυτή είναι η στάση της Γερμανίας σε σχέση με σχεδόν όλα τα ιστορικά εγκλήματα. […] Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να δημιουργηθούν νομικές αξιώσεις σε απρόβλεπτο ύψος», συνεχίζει η Tagesspiegel. «Εάν άνοιγε αυτό το κουτί της Πανδώρας μία φορά, η Γερμανία θα κατέρρεε κάτω από το οικονομικό βάρος του παρελθόντος της. Μόνο το ελληνικό κράτος εγείρει επισήμως αξιώσεις επανορθώσεων ύψους σχεδόν 300 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Ήδη το 1960 η Γερμανία κατέβαλε 115 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα στην Ελλάδα – εθελοντικά, βεβαίως. Ωφελημένοι θα ήταν άνθρωποι που υπήρξαν θύματα ναζιστικών διώξεων "για λόγους φυλής, πίστης ή κοσμοθεωρίας”. Όμως οι κάτοικοι του Διστόμου δεν εμπίπτουν σε αυτές τις κατηγορίες. "Εμείς δεν πήραμε τίποτα από αυτά τα χρήματα”, λέει ο Σφουντούρης.
Καθώς οι κάτοικοι του Διστόμου πιθανότατα δεν μπορούν να υπολογίζουν ούτε μελλοντικά σε κάποια υποχώρηση, έχουν επινοήσει μια δημιουργική νέα τακτική: εφ’ όσον δεν μπορούν να στραφούν κατά της περιουσίας του γερμανικού κράτους, τότε θα στραφούν στην περιουσία που διατηρεί στο εξωτερικό η κρατική εταιρεία Deutsche Bahn. […] Η δικαστική διαμάχη για αυτό συνεχίζεται, η έκβασή της παραμένει ανοιχτή. Απαντώντας σε σχετικό ερώτημα της Tagesspiegel, η DB αναφέρει ότι ο όμιλος είναι νομικό πρόσωπο χωριστό από το ομοσπονδιακό κράτος και ως εκ τούτου δεν μπορεί καταρχήν να ευθύνεται για χρέη της Ομοσπονδίας.
Για τον Σφουντούρη αυτά είναι υπεκφυγές. Όλη η διαδικασία είναι για εκείνον μια απογοητευτική εμπειρία. Υπάρχει μια παλιά ελληνική παροιμία, όπως λέει: "Ο νόμος είναι σαν τον ιστό της αράχνης. Οι μικροί μπλέκονται σε αυτόν, οι μεγάλοι τον σκίζουν και ξεφεύγουν”. Όμως η παραίτηση δεν αποτελεί επιλογή».
Μέχρι να διευθετηθεί η δικαστική διαμάχη αναμένεται να περάσουν ακόμα αρκετά χρόνια. «Ο Μιλτιάδης Σφουντούρης θέλει να αντέξει ως τότε. Για τη μητέρα του, που επέζησε στα δώδεκά της από τη φρίκη του Διστόμου, μια νίκη θα ερχόταν ωστόσο πολύ αργά. Πριν από τέσσερα χρόνια πέθανε».






