Δύσκολη προδιαγράφεται η σημερινή συνεδρίαση των υπουργών Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες, καθώς οι διαφωνίες μεταξύ των κρατών-μελών εξακολουθούν να εμποδίζουν την επίτευξη συμφωνίας τόσο για το 21ο πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας, όσο και για τα ενδεχόμενα μέτρα κατά των ισραηλινών εποικισμών στη Δυτική Όχθη.
Στο μέτωπο της Ρωσίας, οι διαπραγματεύσεις παραμένουν σε αδιέξοδο και ενώ η «πίεση» αυξάνεται, καθώς στις 15 Ιουλίου ενεργοποιείται ο μηχανισμός αναθεώρησης του πλαφόν στην τιμή του ρωσικού πετρελαίου. Εάν δεν υπάρξει συμφωνία, το ανώτατο όριο θα μπορούσε να αυξηθεί αυτόματα, επιτρέποντας στη Μόσχα να επωφεληθεί από τις υψηλότερες διεθνείς τιμές του πετρελαίου.
Διαφορετικά εθνικά συμφέροντα
Η «εμπλοκή» οφείλεται σε διαφορετικά εθνικά συμφέροντα. Ένα από τα βασικά σημεία τριβής είναι η πρόταση της Κομισιόν να διατηρηθεί το πλαφόν στα 45 δολάρια ανά βαρέλι. Χώρες με ισχυρή ναυτιλιακή παρουσία όπως η Ελλάδα, Κύπρος και η Μάλτα, ζητούν εγγυήσεις ότι ένα χαμηλό πλαφόν δεν θα οδηγήσει στη μεταφορά του εμπορίου σε στόλους τρίτων χωρών, περιορίζοντας την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής ναυτιλίας χωρίς ουσιαστικό «πλήγμα» στα ρωσικά έσοδα.
Παράλληλα, η απαγόρευση εισόδου στην ΕΕ για Ρώσους στρατιώτες του πολέμου στην Ουκρανία συνάντησε κυρίως νομικές ενστάσεις από τη Γαλλία και την Ιταλία σχετικά με τον ορισμό των προσώπων που θα καλύπτονται από το μέτρο και τον τρόπο εφαρμογής του. Επίσης, η πρόταση για απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού γάδου και βακαλάου Αλάσκας αποσύρθηκε, έπειτα από σχετικές αντιδράσεις της Γερμανίας και της Πορτογαλίας.
Προσερχόμενη στη συνεδρίαση, η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάγια Κάλας εμφανίστηκε πάντως συγκρατημένα αισιόδοξη, εκτιμώντας ότι «οι περίπου 250 νέες καταχωρίσεις θα εγκριθούν σήμερα», διευκρινίζοντας ωστόσο ότι για το 21ο πακέτο «υπάρχουν ακόμη ορισμένα ανοικτά ζητήματα, αλλά εργαζόμαστε προς την επίτευξη συμφωνίας».
ΕΕ και ισραηλινοί επικοισμοί
Στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής, οι υπουργοί θα εξετάσουν πρόσφατο έγγραφο επιλογών της Κομισιόν που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων , την πρόταση για περιορισμό ή πλήρη απαγόρευση του εμπορίου της ΕΕμε τους ισραηλινούς εποικισμούς στη Δυτική Όχθη. Ωστόσο, και σε αυτή την περίπτωση οι πιθανότητες συμφωνίας θεωρούνται περιορισμένες.
Η βασική διαφωνία αφορά τη νομική βάση της απόφασης: η Επιτροπή υποστηρίζει ότι πρόκειται για μέτρο εξωτερικής πολιτικής που απαιτεί ομοφωνία, ενώ αρκετά κράτη-μέλη όπως η Ισπανία και η Ιρλανδία θεωρούν ότι πρόκειται για εμπορικό μέτρο που μπορεί να εγκριθεί με ειδική πλειοψηφία. Η Κάλλας αναγνώρισε ότι υπάρχουν αιτήματα από αρκετά κράτη-μέλη για μέτρα κατά των εποικισμών, σημειώνοντας πάντως ότι «θα δούμε αν υπάρχει διάθεση να προχωρήσουν σε κάποιο από τα μέτρα που προτείνει η Επιτροπή».






