Η κοινωνία που υπολογίζει τα πάντα, εκτός από τον άνθρωπο
Η αθέατη βία μιας κοινωνίας που μετρά την ανθρώπινη αξία με την παραγωγικότητα, τη δύναμη και τη χρησιμότητα
Για την «Ελληνική Γνώμη»
Υπάρχουν άνθρωποι που δεν ζητούν τίποτε περισσότερο από το δικαίωμα να μην αισθάνονται βάρος.
Είναι ο ηλικιωμένος που απολογείται επειδή χρειάζεται βοήθεια. Ο άνεργος που αποφεύγει τις κοινωνικές συναναστροφές επειδή ντρέπεται να απαντήσει στην ερώτηση «πού εργάζεσαι;». Ο ασθενής που υπομένει σιωπηλά τον πόνο του για να μη στενοχωρήσει τους δικούς του. Η μητέρα που μεγάλωσε παιδιά και τώρα διστάζει να ζητήσει λίγη συντροφιά, μήπως θεωρηθεί ενόχληση.
Άνθρωποι που έμαθαν να περιορίζουν τις ανάγκες τους, να χαμηλώνουν τη φωνή τους, να αποσύρονται διακριτικά από τη ζωή των άλλων.
Και πίσω από αυτές τις σιωπηλές υπάρξεις αναδύεται ένα από τα σκληρότερα ερωτήματα του σύγχρονου πολιτισμού:
Πότε η ανθρώπινη ζωή άρχισε να χρειάζεται αποδείξεις χρησιμότητας για να θεωρείται πολύτιμη;
ΡΑΝΙΑ ΓΑΤΟΥ
Γενική Γραμματέας Διεθνούς Ανθρωπιστικού Φορέα Coeurs Pour Tous
Μελετήτρια Καρδιοχειρουργικής
Πολιτιστική αρθρογράφος – Ερευνήτρια Πολιτισμικού Λόγου
Ποιήτρια – Εικαστικός
Ο σύγχρονος κόσμος οργανώνεται γύρω από την ταχύτητα, την αποδοτικότητα, την παραγωγικότητα και την οικονομική επιτυχία. Οι άνθρωποι αξιολογούνται συχνά από όσα παράγουν, αποκτούν ή προσφέρουν.Η εργασία γίνεται ταυτότητα. Η οικονομική ανεξαρτησία μετατρέπεται σε απόδειξη προσωπικής επάρκειας. Η νεότητα συνδέεται με τη δυνατότητα, ενώ τα γηρατειά αντιμετωπίζονται κάποτε σαν περίοδος σταδιακής απώλειας της κοινωνικής σημασίας.
Όποιος αδυνατεί να ακολουθήσει αυτούς τους ρυθμούς κινδυνεύει να αισθανθεί ανεπαρκής. Δεν πρόκειται πάντοτε για συνειδητή σκληρότητα. Συχνά πρόκειται για μια βαθύτερη κοινωνική αντίληψη, τόσο συνηθισμένη ώστε δύσκολα την αναγνωρίζουμε. Ρωτάμε έναν άνθρωπο τι εργασία κάνει πριν μάθουμε τι αγαπά. Θαυμάζουμε όσα έχει πετύχει πριν ενδιαφερθούμε για όσα έχει υπομείνει. Αναγνωρίζουμε τη δύναμή του, αλλά δυσκολευόμαστε να σταθούμε απέναντι στην αδυναμία του. Και έτσι δημιουργείται μια επικίνδυνη σύγχυση: η κοινωνική χρησιμότητα αρχίζει να ταυτίζεται με την ανθρώπινη αξία. Όμως ο άνθρωπος δεν είναι μηχανή παραγωγής αποτελεσμάτων. Δεν γεννήθηκε για να αποδεικνύει διαρκώς ότι αξίζει να υπάρχει.
Υπάρχει μια μορφή ανθρώπινου πόνου που σπανίως γίνεται πρωτοσέλιδο. Είναι η αγωνία του ηλικιωμένου που αισθάνεται ότι περισσεύει. Κάποτε υπήρξε το κέντρο μιας οικογένειας. Εργάστηκε, μεγάλωσε παιδιά, αντιμετώπισε δυσκολίες, θυσίασε προσωπικές επιθυμίες, δημιούργησε έναν ολόκληρο κόσμο γύρω από τους ανθρώπους που αγαπούσε. Και έρχεται μια στιγμή που δυσκολεύεται να περπατήσει, να θυμηθεί, να εξυπηρετηθεί μόνος του. Τότε αρχίζει, ενδεχομένως, να απολογείται.
«Συγγνώμη που σε κουράζω». «Μη στενοχωριέσαι για μένα».
«Δεν θέλω να σας γίνομαι βάρος». Πόση ανθρώπινη τραγωδία μπορεί να χωρέσει μέσα σε τρεις τόσο απλές φράσεις; Η κοινωνία συζητά για τη γήρανση του πληθυσμού, τις συντάξεις, το ασφαλιστικό σύστημα και τις ανάγκες περίθαλψης. Όλα αυτά είναι σημαντικά. Αλλά πίσω από τους αριθμούς υπάρχει ένας άνθρωπος που εξακολουθεί να χρειάζεται τρυφερότητα, συμμετοχή, αξιοπρέπεια και την αίσθηση ότι ανήκει κάπου. Η τρίτη ηλικία δεν αποτελεί το υπόλοιπο μιας ζωής που εξαντλήθηκε. Αποτελεί συνέχεια μιας ανθρώπινης ιστορίας που εξακολουθεί να έχει νόημα.
Ένας πολιτισμός δεν κρίνεται μόνο από το πόσα χρόνια προσθέτει στη ζωή, αλλά και από το πόση αξιοπρέπεια προσφέρει στα χρόνια που προσθέτει.
Η ασθένεια αποκαλύπτει με ιδιαίτερη ένταση την ευαλωτότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο άνθρωπος που μέχρι χθες εργαζόταν, φρόντιζε τους άλλους και αποφάσιζε αυτόνομα για την καθημερινότητά του μπορεί ξαφνικά να χρειαστεί βοήθεια ακόμη και για τις απλούστερες ανάγκες. Η σωματική δοκιμασία ενδέχεται τότε να συνοδευτεί από μια δεύτερη, λιγότερο ορατή: τον φόβο της εξάρτησης.
Ο ασθενής δεν ανησυχεί μόνο για την υγεία του. Μπορεί να ανησυχεί για τα χρήματα που δαπανώνται, για τον χρόνο των συγγενών του, για τις αλλαγές που επιβάλλει στην οικογενειακή καθημερινότητα. Κάποτε προσπαθεί να κρύψει τον πόνο του για να μη στενοχωρήσει τους άλλους. Αυτή η σιωπή δεν είναι πάντοτε ένδειξη δύναμης. Μπορεί να είναι η έκφραση ενός ανθρώπου που φοβάται ότι η ανάγκη του θα γίνει βάρος. Η ιατρική επιστήμη έχει πραγματοποιήσει εντυπωσιακά βήματα στην αντιμετώπιση ασθενειών που κάποτε θεωρούνταν ανίκητες. Όμως η πρόοδος της θεραπείας οφείλει να συνοδεύεται από την πρόοδο της ανθρώπινης φροντίδας.
Ο ασθενής δεν είναι μόνο μια διάγνωση, μια εξέταση ή ένας αριθμός σε έναν ιατρικό φάκελο.
Είναι μια ολόκληρη προσωπικότητα, με μνήμες, φόβους, σχέσεις, επιθυμίες και δικαίωμα στον σεβασμό. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν μειώνεται όταν το σώμα εξασθενεί.
Υπάρχει και μια άλλη κατηγορία ανθρώπων που συχνά αισθάνονται υποχρεωμένοι να απολογούνται για την ίδια τους την κατάσταση. Είναι εκείνοι που έχασαν την εργασία τους. Που δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις. Που αναγκάζονται να ζητήσουν βοήθεια από συγγενείς ή κοινωνικές δομές. Η οικονομική δυσκολία δεν περιορίζεται στη στέρηση υλικών αγαθών. Μπορεί να επηρεάσει την αυτοεκτίμηση, τις κοινωνικές σχέσεις και την αίσθηση προσωπικής αξιοπρέπειας.
Ένας άνθρωπος μπορεί να αποφεύγει μια πρόσκληση επειδή δεν έχει χρήματα. Να μη συμμετέχει σε μια οικογενειακή γιορτή επειδή αδυνατεί να προσφέρει δώρο. Να κρύβει την ανεργία του επειδή φοβάται την κοινωνική απαξίωση. Και το πιο οδυνηρό είναι ότι πολλές φορές αισθάνεται υπεύθυνος για συνθήκες που δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από τον ίδιο. Η φτώχεια δεν αποτελεί ηθικό ελάττωμα. Η ανεργία δεν αφαιρεί από κανέναν την προσωπικότητά του. Η ανάγκη για βοήθεια δεν συνιστά αποτυχία.Μια κοινωνία που επιτρέπει στους οικονομικά ευάλωτους ανθρώπους να αισθάνονται κατώτεροι δεν αντιμετωπίζει μόνο πρόβλημα κοινωνικής πολιτικής.
Αντιμετωπίζει πρόβλημα πολιτισμού.
Η οικογένεια παραμένει ένας από τους σημαντικότερους χώρους ανθρώπινης προστασίας. Ωστόσο, οι απαιτήσεις της καθημερινότητας, η οικονομική πίεση και η έλλειψη χρόνου μπορούν να δοκιμάσουν ακόμη και τις πιο ουσιαστικές σχέσεις.
Οι άνθρωποι βιάζονται. Οι γονείς προσπαθούν να ανταποκριθούν σε πολλαπλές υποχρεώσεις. Τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα σε ένα περιβάλλον διαρκών απαιτήσεων. Οι ηλικιωμένοι συχνά δυσκολεύονται να ακολουθήσουν τους ρυθμούς των νεότερων.
Μέσα σε αυτή την πίεση, η ανάγκη του άλλου μπορεί να αντιμετωπιστεί ως διακοπή του προσωπικού μας προγράμματος.
«Δεν έχω χρόνο τώρα».
«Πάλι τα ίδια θα μου πεις;»
«Δεν μπορείς να το κάνεις μόνος σου;»
Φράσεις που ενδέχεται να ειπωθούν χωρίς πρόθεση να πληγώσουν, αλλά μπορούν να αφήσουν βαθύ αποτύπωμα σε έναν ευάλωτο άνθρωπο. Δεν πρέπει, βέβαια, να παραγνωρίζουμε την εξάντληση εκείνων που φροντίζουν. Η αγάπη δεν καταργεί τα ανθρώπινα όρια. Οι οικογένειες χρειάζονται ουσιαστική κοινωνική υποστήριξη, υπηρεσίες φροντίδας και δυνατότητες ανάπαυσης.
Η ευθύνη δεν μπορεί να μεταφέρεται αποκλειστικά στους συγγενείς. Ακριβώς γι’ αυτό η φροντίδα αποτελεί συλλογική υποχρέωση και όχι απλώς ατομική αρετή.
Η βία δεν εκδηλώνεται μόνο με σωματικές επιθέσεις ή φανερές προσβολές.
Υπάρχουν συμπεριφορές που πληγώνουν χωρίς να αφήνουν ορατά σημάδια.
Η συστηματική υποτίμηση. Η περιφρόνηση. Η απαξίωση της αδυναμίας. Η αντιμετώπιση ενός ανθρώπου ως περιττού επειδή δεν ανταποκρίνεται πλέον στις προσδοκίες των άλλων.
Όταν τέτοιες συμπεριφορές επαναλαμβάνονται, μπορούν να διαβρώσουν την αυτοεκτίμηση και την αίσθηση του ανήκειν.
Το τραγικότερο σημείο δεν είναι πάντοτε η στιγμή που κάποιος αντιμετωπίζει έναν συνάνθρωπό του ως βάρος.
Είναι η στιγμή που εκείνος αρχίζει να το πιστεύει.
Όταν ζητά συγγνώμη πριν ζητήσει ένα ποτήρι νερό.
Όταν διστάζει να τηλεφωνήσει επειδή φοβάται ότι ενοχλεί.
Όταν περιορίζει την παρουσία του για να μην προκαλεί δυσφορία.
Τότε η κοινωνική απαξίωση έχει μετατραπεί σε εσωτερική πεποίθηση.
Και αυτό αποτελεί μια βαθιά ανθρώπινη ήττα.
Η φιλοσοφική παράδοση του ανθρωπισμού και η σύγχρονη αντίληψη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συναντώνται σε μια θεμελιώδη αρχή: η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν εξαρτάται από την οικονομική κατάσταση, την ηλικία, την υγεία ή την κοινωνική θέση. Ο Ιμμάνουελ Καντ διατύπωσε μια από τις σημαντικότερες αρχές της ηθικής φιλοσοφίας: ο άνθρωπος πρέπει να αντιμετωπίζεται πάντοτε και ως σκοπός καθαυτός, ποτέ μόνο ως μέσο για την επίτευξη άλλων σκοπών. Πόσο επίκαιρη γίνεται αυτή η σκέψη σε έναν κόσμο που συχνά αξιολογεί τους ανθρώπους με βάση την απόδοσή τους; Αν η ανθρώπινη αξία εξαρτιόταν από την παραγωγικότητα, τότε ένα βρέφος, ένας βαριά ασθενής ή ένας άνθρωπος με σοβαρούς περιορισμούς θα άξιζαν λιγότερο από έναν υγιή και οικονομικά δραστήριο ενήλικα. Μια τέτοια αντίληψη δεν θα αποτελούσε απλώς κοινωνική αδικία. Θα ανέτρεπε το ίδιο το ηθικό θεμέλιο της ισότητας των ανθρώπων. Η αξιοπρέπεια δεν απονέμεται ως βραβείο στους ισχυρούς. Δεν αφαιρείται από όσους εξαρτώνται από τη βοήθεια των άλλων. Δεν υπολογίζεται με όρους παραγωγικότητας.
Η αξία ενός ανθρώπου προηγείται των επιτευγμάτων του και παραμένει όταν οι δυνατότητές του περιορίζονται. Αυτός είναι ο πυρήνας κάθε ουσιαστικά ανθρωποκεντρικού πολιτισμού.
Ίσως ήρθε η στιγμή να επανεξετάσουμε τι ακριβώς ονομάζουμε πρόοδο. Μια κοινωνία μπορεί να διαθέτει τεχνητή νοημοσύνη, προηγμένα νοσοκομεία, εντυπωσιακές υποδομές και αμέτρητες τεχνολογικές δυνατότητες. Αν, όμως, ένας ηλικιωμένος φοβάται να ζητήσει συντροφιά, ένας ασθενής ντρέπεται για την ανάγκη του και ένας άνεργος αισθάνεται ότι έχασε την ανθρώπινη αξία του, τότε η πρόοδος αυτή παραμένει ηθικά ανολοκλήρωτη.
Δεν αρκεί να κατασκευάζουμε εξυπνότερες μηχανές, αν δεν καλλιεργούμε σοφότερες κοινωνίες. Δεν αρκεί να παρατείνουμε τη ζωή, αν δεν προστατεύουμε την αξιοπρέπεια εκείνων που τη ζουν. Δεν αρκεί να μιλάμε για ανθρώπινα δικαιώματα, αν στην καθημερινότητά μας κάνουμε ανθρώπους να αισθάνονται ανεπιθύμητοι.
Ο πραγματικός πολιτισμός δεν εξαντλείται στα επιτεύγματα της επιστήμης ούτε στην οικονομική ανάπτυξη. Αποκαλύπτεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τον άνθρωπο όταν δεν είναι πια δυνατός, νέος, παραγωγικός ή αυτάρκης.
Και ίσως το πιο επείγον καθήκον της εποχής μας να είναι να ξαναδώσουμε στους ανθρώπους το δικαίωμα να χρειάζονται ο ένας τον άλλον χωρίς ντροπή.
Να μπορούν να γεράσουν χωρίς να απολογούνται.
Να αρρωστήσουν χωρίς να αισθάνονται ένοχοι.
Να αποτύχουν χωρίς να εξευτελίζονται.
Να ζητήσουν βοήθεια χωρίς να χάνουν την αξιοπρέπειά τους. Γιατί κανείς δεν γνωρίζει πότε θα βρεθεί στην άλλη πλευρά της ανθρώπινης ανάγκης. Και τότε δεν θα αναζητήσει έναν κόσμο που θα του υπενθυμίζει όσα δεν μπορεί πλέον να κάνει. Θα αναζητήσει έναν άνθρωπο που θα του θυμίσει ότι εξακολουθεί να αξίζει. Ας οικοδομήσουμε, λοιπόν, μια κοινωνία στην οποία κανένας άνθρωπος δεν θα χρειάζεται να ζητά συγγνώμη επειδή γέρασε, αρρώστησε, φτώχυνε ή λύγισε.
Γιατί η πιο συγκλονιστική αποτυχία ενός πολιτισμού δεν είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που χρειάζονται βοήθεια. Είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που ντρέπονται να τη ζητήσουν.
Και αν κάποτε ένας άνθρωπος μας πει ψιθυριστά «συγγνώμη που σας είμαι βάρος», ας έχουμε το ανθρώπινο μεγαλείο να του απαντήσουμε:
«Δεν είσαι βάρος. Είσαι άνθρωπος. Και αυτό αρκεί».






