Μιλά στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ με αφορμή το βιβλίο της “Γκασταρμπάιτερ, η οδυνηρή φυγή”, η συγγραφέας Έλενα Αρτζανίδου.
Συνέντευξη στον Αποστόλη Ζώη.
“Γκασταρμπάιτερ, η οδυνηρή φυγή”, από τις εκδόσεις Manus Scripta είναι η τελευταία πετυχημένη συγγραφική δουλειά της Έλενας Αρτζανίδου.
Αρχές της δεκαετίας του ’60 και η Αντωνία, χωρίς τον σύντροφό της Χάρη, αλλά με οκτώ ζευγάρια συντοπιτών της ακολουθεί τη μοίρα χιλιάδων Ελλήνων εκείνης της εποχής: Ξεκινά από ένα μικρό χωριό της κεντρικής Μακεδονίας και φτάνει στο Βαλντσάσεν της Γερμανίας, για να δουλέψει ως φιλοξενούμενη εργάτρια σε ένα εργοστάσιο πορσελάνης. Πίσω στην πατρίδα, ο άντρας της, παγιδευμένος λόγω των πολιτικών του φρονημάτων, δίνει τον δικό του αγώνα προκειμένου να βρεθεί κοντά στην αγαπημένη του. Θα τα καταφέρει ή θα τον προλάβει η δικτατορία που θα ’ρθει για να μαραζώσει ακόμα περισσότερο τον βασανισμένο τόπο; Μια ιστορία αγάπης στα χρόνια της μεγάλης φυγής στις χώρες της βόρειας Ευρώπης. Μια αναδρομή στην ελληνική επαρχία του ’60, όπου η φτώχεια εξοντώνει όσο κι ένας πόλεμος, οι πληγές του εμφυλίου παραμένουν ανοιχτές κι ο χωροφύλακας διαφεντεύει τις τύχες των απλών ανθρώπων. Και μαζί, μια μαρτυρία για τη σκληρή ζωή όσων αναγκάστηκαν να πάρουν τον δρόμο της ξενιτιάς αλλά και για τα δεινά που επιφύλαξε η Χούντα των Συνταγματαρχών σε όσους έμειναν πίσω και της αντιστάθηκαν. Στο φόντο, βεβαιότητες που διαψεύδονται αλλά και όνειρα που εκπληρώνονται, κατακτήσεις που απελευθερώνουν και απώλειες που συντρίβουν. Με υπόκρουση πότε τη φωνή του Καζαντζίδη και πότε τη «φωνή» της Deutsche Welle…
Η Έλενα Αρτζανίδου γεννήθηκε το 1964 στο Waldsassen της Δ. Γερμανίας και ήταν το πρώτο ελληνόπουλο που ήρθε στη ζωή στο χάιμ της περιοχής. Όπως χιλιάδες άλλα παιδιά ελλήνων μεταναστών που γεννήθηκαν στο εξωτερικό μεγάλωσε μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας. Πότε με τους γονείς της και πότε με γιαγιάδες και θείες. Στα εννιά της χρόνια, η παραμονή της στην Ελλάδα οριστικοποιήθηκε αρχικά δίπλα σε συγγενείς, στο Μαυρονέρι Κιλκίς. Αργότερα όταν και οι γονείς της επέστρεψαν, έφυγε στη Θεσσαλονίκη, όπου το 1981 τελείωσε το Λύκειο της Αμερικάνικης Γεωργικής Σχολής. Είναι πτυχιούχος της Σχολής Νηπιαγωγών Καρδίτσας καθώς και του Παιδαγωγικού Τμήματος Νηπιαγωγών του Α.Π.Θ. Σήμερα ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Σήμερα υπηρετεί στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Αν. Θεσσαλονίκης υποστηρίζοντας το πρόγραμμα φιλαναγνωσίας:www.filanagnosiaprogram.blogspot.com, που το 2012 κέρδισε το Α’ Βραβείο, παμψηφεί, από τον “Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου-Ελληνικό Τμήμα IBBY” για την καλλιέργεια της αγάπης για το παιδικό βιβλίο, με τη χρήση νέων τεχνολογιών.
Αρθρογράφησε στις εφημερίδες Θεσσαλονίκη, Μακεδονία και στη free press εφημερίδα Karfitsa, ενώ από το 2012 διατηρεί τη στήλη «Συγγραφέας ρωτά, συγγραφέας απαντά» στο ηλεκτρονικό περιοδικό HYPERLINK “http://www.thinkfree.gr/”www.thinkfree.gr
Έχει υπογράψει 29 βιβλία στην παιδική λογοτεχνία, ανάμεσά τους τα: Φιλαρέτη και Πάτης, εκδ. Πατάκης, Με λένε Πρόμις, εκδ. Ψυχογιός, Μυστικά και ψέματα, εκδ. Βιβλιόφωνο, καθώς και ένα ενηλίκων Τέλος Φθινοπώρου, εκδ. Ιανός
-Είστε μια γνωστή και καταξιωμένη συγγραφέας στο χώρο της παιδικής πεζογραφίας με 35 και πλέον βιβλία στο ενεργητικό σας. Το καινούργιο σας βιβλίο αποτελεί θα λέγαμε μια σημαντική τομή στη συγγραφική σας πορεία;
«Εσείς το λέτε,,εγώ απλά μπορώ να προσθέσω πως είναι ένα βιβλίο που χαίρομαι ,όπως και για τα άλλα, που κατάφερα να το γράψω».
-Πώς επιλέξατε αυτή τη στροφή και κυρίως η λέξη Γκασταρμπάιτερ τι αποτελούσε τότε και τι σήμερα;
«Δεν είναι στροφή ,δηλαδή δεν σκέφτομαι πως θα εγκαταλείψω την παιδική λογοτεχνία και από εδώ και στο εξής θα ασχοληθώ μόνο με το μυθιστόρημα ενηλίκων, απλά η συγγραφή του «Γκασταρμπάιτερ η οδυνηρή φυγή», ήταν μια ανάγκη μου, ένα βάρος που κουβαλούσα χρόνια και όταν ήμουν έτοιμη στρώθηκα για να το γράψω. Ο Γκασταρμπάιτερ, ήταν ο εργάτης που έδωσε τη νιότη του και τη δύναμή του προσδοκώντας να πετύχει εκεί που η πατρίδα δεν του το επέτρεψε και πέτυχε με πολλές θυσίες, αλλά νομίζω και θετικές απολαβές. Σήμερα αν τελικά επαναληφθεί το ίδιο φαινόμενο, όπως όλα δείχνουν, η διαφορά θα είναι στο μορφωτικό επίπεδο των σημερινών νέων που είναι υψηλό».
-Ο σύζυγος μένει πίσω, καθότι αριστερός και κομμουνιστής και δεν μπορεί να βγάλει τα απαραίτητα χαρτιά και να μεταναστεύσει μαζί της… Πόσο δύσκολο ήταν για την οικογένεια μια τέτοια κατάσταση; Αυτός ο σκληρός διαχωρισμός μετά τον Εμφύλιο εκτιμάτε ότι έβλαψε τη χώρα μας;
«Το να σου στερεί η πατρίδα για πολλοστή φορά κάτι που παρείχε σε άλλους πολίτες δηλαδή το χαρτί της εξόδου σου ήταν σκληρό, ταπεινωτικό και οδυνηρό τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και στις οικογένειες που το βιώσαν. Ο Εμφύλιος από συζητήσεις χρόνια που έκανα με τον πατέρα μου, ήταν θύμα του, ήταν ότι χειρότερο συνέβη στην πατρίδα μας σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Αυτό που πάντα θα με φοβίζει και με τίποτε δεν θα ήθελα είναι ο τόπος μας να μην το ξαναβιώσει».
-Πώς ήταν η ατμόσφαιρα σε ένα χάιμ; Πιστεύετε ότι οι Έλληνες ξαναζούν ή θα ξαναζήσουν τέτοιες καταστάσεις αν αναλογιστούμε σε ποια οικονομική κατάσταση βρίσκεται η χώρα μας;
«Γνωρίζω από την οικογένεια μου που πήγε και εγκαταστάθηκε μαζί με επτά επιπλέον ζευγάρια σε χάιμ ,ένα χρόνο μετά γεννήθηκα εγώ και έζησα μαζί με όλους στο χάιμ, ήμουν το πρώτο Ελληνόπουλο από αγκάλια σε αγκαλιά. Η διαμονή τους ήταν αρκετά καλή,ήταν τυχεροί όσοι διέμεναν στο μικρό δίπατο,το οίκημα δεν ήταν όπως άλλα άθλια. Ήταν παλιό, αλλά το ζευγάρι είχε το δωμάτιο του και κοινή κουζίνα και μπάνιο. Ο χρόνος τους μετά τη δουλειά ήταν μέσα στο οίκημα, με πολλά γλέντια που ξεκινούσαν από το τίποτε και με τα λίγα στο τραπέζι.Υπήρχαν όμως και στιγμές εντάσεις, ωστόσο οι περισσότεροι δέθηκαν και όταν αποφάσισαν να αλλάξουν πόλη και σπίτι πολλοί μετακινήθηκαν στον ίδιο τόπο και συνεχίστηκαν οι φιλίες τους μέχρι και τώρα.
Κοιτάξτε από πάντα,όταν μια χώρα αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα που οδηγούν σε εξαθλίωση οι λαοί αναγκάζονται να αναζητήσουν άλλο τόπο που θα μπορέσει να τους προσφέρει εργασία και ποιότητα στη ζωή τους, άρα θα δείξει πως θα συνεχίσουμε ,σίγουρα θα δούμε μεγάλα κύματα φυγής αν η χώρα μας δεν αντιδράσει, ήδη έχει αργήσει το κύμα φυγής».
–Θεωρείτε ότι οι προσδοκίες, οι λυγμοί, οι ματαιώσεις οι επιτυχίες και οι αποτυχίες δημιουργούν έναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα όπως η Αντωνία;
«Αυτό που πρέπει να έχει ένας ήρωας στην λογοτεχνία είναι να είναι αληθινός ,ο συγγραφέας να έχει δουλέψει, να μην είναι επιφανειακός και χάρτινος, αν η Αντωνία κατάφερε να είναι ένας δυνατός χαρακτήρας αυτό μπορεί να το πει ο αναγνώστης το μόνο που μπορώ να σας καταθέσω είναι αυτό που έγραψε για τους ήρωές μου ο καταξιωμένος συγγραφέας Μάνος Κοντολέων: … Στη γλώσσα που ξέρει με ακρίβεια να περιγράφει και στην έντονη σκιαγράφηση των χαρακτήρων. Από τον πλέον ηρωικό έως τον πιο αριβίστα, από την πιο προσγειωμένη έως την πλέον ανερμάτιστη, τον κάθε άντρα και την κάθε γυναίκα που η Έλενα Αρτζανίδου έβαλε μέσα στο μυθιστόρημά της, τους είδε όλους και όλες με αγάπη και διάθεση κατανόησης».






