Ο Καθηγητής Αρχαίας Ιστορία στο Ινστιτούτο Προηγμένων Σπουδών στο Πρίνστον μιλά αποκλειστικά στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ – Δεν θα μπορέσει η πατρίδα να τον αξιοποιήσει – κάτι που είναι εθνική ανάγκη –, αν τον θεωρεί ξένο σώμα», τονίζει επίσης για τον ελληνισμό της διασποράς – Ο λαϊκισμός εμφανίζεται με διάφορες παραλλαγές σε εκτεταμένες περιόδους κρίσης, δεν παραλείπει να υπογραμμίσει στη συνέντευξή του που παραχωρεί στην ομογενειακή εφημερίδα με έδρα το Βερολίνο
Συνέντευξη στον Αποστόλη Ζώη
–«Η εποχή των κατακτήσεων: Ο ελληνικός κόσμος από τον Αλέξανδρο στον Αδριανό 336 π.Χ.-138 μ.Χ.», κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Τι θα διαβάσει ο αναγνώστης σε αυτή τη συγγραφική σας δουλειά; Πρόκειται για ένα ιστορικό βιβλίο που παρουσιάζει με διαφορετικό τρόπο τις πιο σημαντικές εξελίξεις;
Παραδοσιακά εξετάζουμε την ελληνιστική εποχή, από τον Αλέξανδρο (336 π.Χ.) έως την Κλεοπάτρα (30 π.Χ.), ως ενότητα, με αλληλουχία βασιλέων και αδιάκοπους πολέμους που καταλήγουν στην ένταξη του ελληνικού κόσμου στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Έτσι αγνοούμε την εξέλιξη της κοινωνίας, του πολιτισμού, της θρησκείας, αλλά και του δημόσιου βίου των πόλεων στην αυτοκρατορική εποχή. Στο βιβλίο αυτό συνεξετάζονται για πρώτη φορά, ως «μακρά ελληνιστική εποχή» οι πέντε αιώνες από τον Αλέξανδρο στον Αδριανό. Αν και δίνεται επισκόπηση της πολιτικής ιστορίας, η έμφαση είναι στους πολιτικούς θεσμούς, την κοινωνία, τον πολιτισμό και τη θρησκεία. Επίσης παρατίθενται σε μετάφραση πολλές σύγχρονες πηγές, που δίνουν στον αναγνώστη μια άμεση εικόνα για την εποχή αυτή και τις εμπειρίες των ανθρώπων.
-Τι είναι η ελληνιστική εποχή; Είναι δικαιολογημένο να την συνεξετάζουμε με τους πρώιμους αυτοκρατορικούς χρόνους;
Η ελληνιστική εποχή είναι η περίοδος της μεγαλύτερης γεωγραφικής εξάπλωσης του ελληνισμού, με ίδρυση νέων πόλεων από την Αίγυπτο ως το Αφγανιστάν, με την ένταξη των εδαφών της παλιάς περσικής αυτοκρατορίας σε κρατικές οντότητες με Έλληνες μονάρχες, με την υιοθέτηση ελληνικών θεσμών – όπως το γυμνάσιο –, την καθιέρωση της ελληνικής γλώσσας ως της κύριας γλώσσας επικοινωνίας και τη διάδοση της ελληνικής τέχνης σε όλες τις μορφές της (γλυπτική, αρχιτεκτονική, μικροτεχνία, κεραμική). Πολλά από τα φαινόμενα που έχουν τη ρίζα τους στην ελληνιστική εποχή, ιδίως στην κοινωνία, τον πολιτισμό και τη θρησκεία εκδηλώνονται με μεγαλύτερη σαφήνεια στην αυτοκρατορική εποχή. Το να σταματάς την εξέτασή τους στο 30 π.Χ. είναι σαν να σε διώχνουν από μια κινηματογραφική αίθουσα πριν τελειώσει η ταινία.
-Ποια είναι τα χαρακτηριστικά των δύο αυτών περιόδων και γιατί είναι επίκαιρα και στην εποχή μας;
Οι δύο αυτές περίοδοι παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω αρκετών αναλογιών που έχουν με την εποχή μας. Συναντούμε μια πρώιμη μορφή «παγκοσμιοποίησης», μεγαλουπόλεις, πολυπολιτισμικότητα, προκλήσεις στη διαμόρφωση τοπικών ταυτοτήτων, τεχνολογική ανάπτυξη, συνύπαρξη ορθολογισμού και δεισιδαιμονίας, κύματα μετανάστευσης, εισαγωγή νέων θρησκειών. την ανάπτυξη ομοσπονδιακών ενώσεων και θεατρική συμπεριφορά δημοσίων προσώπων. Ειδικά για τους Έλληνες η «μακρά ελληνιστική εποχή» έχει ιδιαίτερη σημασία ως θεμέλιο για τη μεταγενέστερη εξέλιξη του ελληνισμού, ιδίως για τις ελληνικές κοινότητες της διασποράς στην Αίγυπτο, τη Μέση Ανατολή και τη Μικρά Ασία.
-Εκτιμάτε ότι ο λαϊκισμός και η αναξιοκρατία είναι τα δηλητήρια της σύγχρονης Ελλάδας; Τι πρέπει να γίνει;
Δεν είναι δηλητήρια μόνο της σύγχρονης Ελλάδας. Ο λαϊκισμός εμφανίζεται με διάφορες παραλλαγές σε εκτεταμένες περιόδους κρίσης. Αυτές δημιουργούν στους πολίτες την επιθυμία για γρήγορες λύσεις. Οι πολιτικοί ανταποκρίνονται με ανεδαφικές υποσχέσεις και τοξικότητα στην πολιτική αντιπαράθεση. Η αναξιοκρατία, πάλι, που συνδέεται με το «μέσο», την ευνοιοκρατία, την οικογενειοκρατία και τις δοσοληψίες μεταξύ πολιτών και πολιτικών, δεν πρωτοεμφανίστηκε στην εποχή. Απλώς σήμερα μας κάνει μεγαλύτερη εντύπωση επειδή διατηρείται σε μια εποχή που η χώρα μας είναι ενταγμένη στην ευρωπαϊκή κοινότητα των κρατών και οι συγκρίσεις με αυτά είναι εμφανέστερες και οδυνηρές.
-Τι είναι σε αυτό που σας πληγώνει όταν βρίσκεστε στην Ελλάδα ή και πιθανόν με τους Έλληνες του εξωτερικού;
Μακάρι να ήταν μόνον ένα. Βρίσκω ιδιαίτερα απογοητευτικό το ότι παρά τις πολιτικές και ιδεολογικές αντιθέσεις, απόλυτα φυσιολογικές σε μια δημοκρατία, δεν είναι δυνατόν να πετύχουμε μια συναίνεση για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις στους ευαίσθητους και εξαιρετικά προβληματικούς τομείς της παιδείας και της δικαιοσύνης. Αλλά το πιο δυσάρεστο είναι ότι σε πολλές συμπεριφορές μας αδιαφορούμε και για το γενικό καλό και για το τι θα αφήσουμε στις επόμενες γενιές. Το βλέπουμε στον τρόπο που για προσωπικά συμφέροντα αδιαφορούμε για το περιβάλλον, και το φυσικό και το αστικό· περιφρονούμε τη δημόσια ιδιοκτησία επειδή δεν κατανοούμε ότι είναι κοινή ιδιοκτησία· καταστρέφουμε την πολιτιστική κληρονομιά προς όφελος κατασκευαστικών έργων που σχεδιάστηκαν με βιασύνη· προσπαθούμε να κλέψουμε το δημόσιο, επειδή έχουμε την (δυστυχώς όχι απόλυτα εσφαλμένη) αίσθηση ότι λόγω κακής διαχείρισης δεν χρησιμοποιούνται για το γενικό καλό. Και αυτή η στάση ξεκινά από νεαρή ηλικία· ήδη από το δημόσιο πανεπιστήμιο ο νέος εθίζεται στην εντύπωση ότι κτηριακές εγκαταστάσεις, εργαστήρια, βιβλιοθήκες και υποδομές είναι κάτι ξένο που δεν χρειάζεται και τη δική του φροντίδα.
-Πιστεύετε ακράδαντα στην ανάγκη της εκπροσώπησης στο ελληνικό κοινοβούλιο των Ελλήνων της διασποράς, που διατηρούν ελληνικό διαβατήριο, με το ένα δέκατο των εδρών της βουλής; Αν ναι για ποιους λόγους;
Αν και κανείς δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να καταγράψει τον ελληνισμό της διασποράς, γνωρίζουμε ότι και πολυάριθμος είναι και συνεχώς αυξάνεται. Δεν θα μπορέσει η πατρίδα να τον αξιοποιήσει – κάτι που είναι εθνική ανάγκη –, αν τον θεωρεί ξένο σώμα. Την ισχυρότερη σύνδεση την εξασφαλίζει η δυνατότητα συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων με εκπροσώπηση στο κοινοβούλιο. Έχουν συζητηθεί και συζητιούνται διάφορες λύσεις και η δική μου άποψη δεν έχει αποκρυσταλλωθεί. Μια δημοκρατική αρχή είναι η αναλογική εκπροσώπηση εκλογικών περιφερειών στο κοινοβούλιο. Επομένως, αν θεωρήσουμε τους απόδημους που θα καταγραφούν σε εκλογικούς καταλόγους αποδήμων ως μια περιφέρεια, θα πρέπει να τους αναλογούν έδρες ανάλογες με τον αριθμό τους. Ωστόσο υπάρχει μια άλλη δυνατότητα, προς την οποία σήμερα κλίνω περισσότερο. Σύμφωνα με αυτή, όσοι απόδημοι διατηρούν ελληνικό διαβατήριο, δηλαδή αποδεικνύουν έμπρακτα τη συνέχεια της σύνδεσής τους με την πατρίδα, εγγράφονται στην εκλογική περιφέρεια της καταγωγής τους, συμμετέχουν στις εκλογές με την επιστολική ψήφο και η ψήφος τους υπολογίζεται στην εκλογική τους περιφέρεια. Πιστεύω ότι π.χ. ο Θεσσαλονικιός που ζει στη Νέα Υόρκη και έχει ελληνικό διαβατήριο ενδιαφέρεται για την πόλη του και προτιμά να βλέπει τη ψήφο του να μετράει – και να επιλέγει τον βουλευτή της προτίμησής του – από το αν «χάνεται» μέσα στη μεγάλη δεξαμενή της επικράτειας. Αλλά ανεξάρτητα από την επιστολική ψήφο, πρέπει τα κόμματα να φροντίσουν για την ένταξη αποδήμων στα ψηφοδέλτιά τους.




