Γράφει ο Οδυσσέας Αθανασιάδης, οικονομολόγος με σπουδές στην Χαϊδελβέργη και υπεύθυνος του Γραφείου στη Βόρεια Ελλάδα της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ.

Η κρίση που βιώνουμε σαν κοινωνία, είναι βίαιη, έχει ιδιαίτερα μεγάλη διάρκεια και αποτυπώνει τόσο τα αίτια και τα αποτέλεσμα της καπιταλιστικής κρίσης όσο και τις ιδιαιτερότητες του διαστρεβλωμένου ελληνικού μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης.oddiseas

Η ελληνική οικονομική κρίση είναι μέρος της κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος, την οποία αντιμετωπίζουν μια σειρά από χώρες της Ευρώπης. Σε συνδυασμό δε με την αποτυχία του εγχώριου πολιτικού συστήματος να ανταποκριθεί στοιχειωδώς στις απαιτήσεις που επιβάλουν τα νέα δεδομένα, όπως οι νέες τεχνολογίες, η ενιαία ευρωπαϊκή αγορά και η δυναμική ανάδειξη νέων κρατών όπως η Κίνα, οδήγησε την χώρα απροετοίμαστη και με μια κρατικοδίαιτη αστική τάξη σε παγκοσμιοποιημένες αγορές, με ελάχιστες δυνατότητες ανταγωνιστικής επιβίωσης.

Όταν το πιο βίαιο κομμάτι αυτών των αγορών, το χρηματιστηριακό, με την απληστία του προκάλεσε τις χρηματιστηριακές φούσκες και στην συνέχεια την κατάρρευση των αγορών και το πέρασμα της κρίσης και στην πραγματική οικονομία, οι συνθήκες θεωρήθηκαν κατάλληλες για την ανάκληση όσων παροχών προηγήθηκαν στην περίοδο της οικονομικής ανάπτυξης.

Στα πλαίσια αυτά η χώρα μας έγινε έρμαιο κερδοσκοπικών παιχνιδιών και νεοφιλελεύθερων πειραμάτων. Το πολιτικό προσωπικό, σε μεγάλο βαθμό, συστατικό στοιχείο της εγχώριας και διεθνούς διαπλοκής, δεν θέλει και δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα τεράστια προβλήματα που ανέκυψαν.

Χωρίς πρόσβαση στις περίφημες αγορές και ουσιαστικά χωρίς σοβαρή παραγωγική υποδομή, δεν μπορεί πλέον να συντηρηθεί με πανάκριβες φιέστες τύπου Ολυμπιακών Αγώνων και καταφεύγει για την επιβίωσή του, στην παράδοση άνευ όρων, στις απαιτήσεις των δανειστών.

Με αποτέλεσμα, ακόμα και μετά από σχεδόν πέντε χρόνια σκληρής λιτότητας, με καταστροφικά αποτελέσματα για την ελληνική κοινωνία και οικονομία, με διεθνώς αναγνωρισμένους οικονομολόγους να αναλύουν την αποτυχία της εφαρμοζόμενης πολιτικής, να ακολουθεί κατά γράμμα και πολλές φορές υπερκεράζοντας, όσα έξωθεν επιβάλλονται.

Υπάρχει βέβαια και η άλλη άποψη που θεωρεί ότι τα μέτρα που αποφασίσθηκαν, και με τον τρόπο που υλοποιήθηκαν, ήταν απαραίτητα και συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη.Odysseas

Η οικονομική ανάπτυξη θεωρείται από το σύνολο σχεδόν των οικονομολόγων απαραίτητη προϋπόθεση για να βγούμε από την κρίση. Τα ποιοτικά βέβαια χαρακτηριστικά αυτής της ανάπτυξης πρέπει να διαφοροποιηθούν, σε σχέση με ότι θεωρούσαμε ανάπτυξη πριν από την κρίση, γιατί αλλιώς σε λίγα χρόνια το έργο θα το ξαναδούμε.

Η ανάδειξη νέων οικονομιών με χαμηλό κόστος παραγωγής και πολλές φορές με προχωρημένη έρευνα και τεχνολογία, επιβάλλουν τον προσανατολισμό μας σ ένα οικονομικό μοντέλο που δεν θα βασίζεται στο φθηνό εργατικό κόστος, που παρά το γεγονός ότι έχει ήδη μειωθεί δραστικά, δεν φαίνεται να συμβάλει στην αύξηση των εξαγωγών και την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.

Καινοτομία και επώνυμα προϊόντα αποτελούν δύο από τα υπάρχοντα οικονομικά εργαλεία που μπορούν να συμβάλλουν στην ποιοτική διαφοροποίηση του ελληνικού οικονομικού μοντέλου και στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών.

Με ένα σύντομο και απλό σκεπτικό, μπορεί ο καθένας μας να καταλάβει την σημασία των επώνυμων προϊόντων. Μερικές σκέψεις για την σημασία των επώνυμων ελληνικών προϊόντων στις αγορές, που για διαφορετικούς λόγους, είναι ιδιαίτερα σημαντικές για την ελληνική οικονομία, μπορούν να συμβάλλουν στην δημόσια συζήτηση, για τον επαναπροσδιορισμό του οικονομικού μοντέλου στην Ελλάδα.

Στην ερώτηση «ποιες γερμανικές εταιρίες και επώνυμα προϊόντα μπορείτε αυθόρμητα να αναφέρετε» τι θα απαντούσατε; Ίσως Volkswagen, BMW, Adidas. Σε αντίστοιχη ερώτηση για τη Γαλλία θα σκεφτόσασταν ίσως Pierre Gardin, Renault, Bordeaux. Για την Ιταλία, Fiat, Benetton, Chianti.

Τι νομίζετε θα σκεφτόταν ο Ιταλός, ο Γερμανός, ο Γάλλος σε παρόμοια ερώτηση για την Ελλάδα; Για πόσα ελληνικά προϊόντα μπορούμε να ισχυριστούμε ότι μπήκαν επώνυμα σε μεγάλες αγορές του εξωτερικού και είναι γνωστά και από καταναλωτές που δεν τα καταναλώνουν οπωσδήποτε; Το όνομα ποιας επιχείρησης ή προϊόντος θυμούνται οι τουρίστες έστω, που καταναλώνουν φέτα, ελιές ή λάδι; Δυστυχώς εκτός από λίγες φωτεινές εξαιρέσεις – Μεταξά, κάποιο γαλακτοκομικό ή κρασιά – θα δυσκολευτούμε να βρούμε φίρμες που είναι εκτός Ελλάδας γνωστές.

Είναι προφανές, ότι από τον διεθνή και ευρωπαϊκό χώρο, λείπουν οι ελληνικές εταιρίες που καλλιέργησαν και πέτυχαν να προωθήσουν το προφίλ που θα τις διαφοροποιήσει από τις εταιρίες που προσφέρουν παρόμοια προϊόντα και υπηρεσίες.

Είναι όμως αυτονόητο ότι τα επώνυμα προϊόντα γνωστών εταιριών αποδίδουν περισσότερα κέρδη;

Για αγορές που προαναφέρθηκαν (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία) όπως και τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές, που αποτελούν πρωταρχικό στόχο των ελληνικών εξαγωγικών προσπαθειών, θα μπορούσαμε ανεπιφύλακτα να ισχυρισθούμε κάτι παρόμοιο για διαφορετικούς λόγους.

Πρώτον ο μέσος καταναλωτής, παρά την κρίση, διαθέτει ένα σημαντικό εισόδημα που του επιτρέπει να επιλέγει προϊόντα με κριτήρια που δεν περιορίζονται οπωσδήποτε στην τιμή και τη χρήση-λειτουργικότητα του προϊόντος. Αν το προς απόκτηση προϊόν μπορεί να του προσφέρει και μια ιδέα μοναδικότητας και διαφοροποίησης από άλλα παρόμοια, τότε οι πιθανότητες επιτυχίας για το προϊόν αυτό είναι ήδη αυξημένες.

Οι καταναλωτές κατακλύζονται από χιλιάδες μηνύματα που αναφέρονται πολλές φορές σε παρόμοια ή ακριβώς ίδια προϊόντα. Αν με τη σωστή διαφήμιση και προβολή τον διευκολύνετε στην επιλογή του, σίγουρα δεν θα φανεί αχάριστος.

Υπάρχουν χιλιάδες προϊόντα που εμφανίζονται ανταγωνιστικά στην ίδια αγορά. Πολλά από αυτά κουβαλούν μαζί τους συνδυασμούς χρωμάτων, σχεδίων, σημάτων, συσκευασμένα σε διαφορετικά μεγέθη και υλικά και έχουν σαν στόχο την ικανοποίηση υλικών, αισθητικών και ψυχολογικών αναγκών. Ένας αριθμός από τα προϊόντα αυτά ικανοποιούν πρόσκαιρα ανάγκες και μετά την χρήση τους τις περισσότερες φορές ξεχνιούνται. Αλλά πάλι καταφέρνουν να διεισδύσουν στο υποσυνείδητό μας έτσι ώστε ορισμένα μόνο από τα χαρακτηριστικά τους, να μας φέρνουν στη σκέψη το ίδιο το προϊόν.

Σε μια τέτοια αγορά θα μπορούσαν να επιβιώσουν προϊόντα χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, επειδή και μόνον έχουν κι αυτά κάποια αξία χρήσης; Όταν σήμερα η ζάχαρη προσφέρεται σε κύβους, τρίγωνα, κρυστάλλους, συσκευασμένη σε σταθερές συσκευασίες με παραστάσεις, σκληρά κουτιά με καλαίσθητα ανοίγματα, σε χαρτάκια με πληροφορίες για το ζώδιό μας, σε φακελάκια μιας χρήσης για να ελέγχετε την ποσότητα που τρώτε, σε διάφορα χρώματα, σε διαφορετικές γεύσεις, για διαφορετικές χρήσεις, παίρνοντας υπ όψιν ακόμα και την υγεία του δυνητικού καταναλωτή, ποιες πιστεύετε πιθανότητες επιτυχίας έχει η χαρτοσακούλα ή η πλαστική σακούλα του ενός κιλού, έστω και με αισθητά μειωμένη τιμή;

Αλλά την τεχνολογία της σακούλας, απλά ειπωμένα, μπορεί να την προμηθευτεί σήμερα ο κάθε ανταγωνιστής μας που σε πολλές περιπτώσεις θα έχει και φθηνότερο εργατικό κόστος και ευνοϊκότερη παραγωγική υποδομή. Αν δεν διαφοροποιηθούμε με τη φαντασία μας, τις επιτυχημένες δημόσιες σχέσεις, την διάθεση κεφαλαίων για διαφήμιση και κυρίως με την συστηματική ανάλυση των δεδομένων της αγοράς που μας ενδιαφέρει, αφήνουμε το προϊόν μας να διανύει μια πορεία σε μια αγορά, από την οποία η απουσία του δεν θα γινόταν αντιληπτή από κανέναν.

Είναι λοιπόν προφανές ότι ένα προϊόν που στηρίζεται πρώτον και κύρια στην ποιότητα του, την συσκευασία του, τον σωστό τρόπο προώθησης του και τις δημόσιες σχέσεις της εταιρίας που το παράγει και το διαθέτει, μπορεί ευκολότερα να ανοίξει μια νέα αγορά και να κερδίσει ένα μέρος της.

Βέβαια κι εδώ πρέπει για άλλη μια φορά να τονισθεί, ότι η αποτελεσματική προσπάθεια ένταξης κάποιου προϊόντος σε κάποια αγορά προϋποθέτει δύο πράγματα:

Πρώτον την ικανοποίηση κάποιων αναγκών μέσω του προϊόντος ή την δύναμη της εταιρίας που το προωθεί ή στην καλύτερη περίπτωση και τα δύο.

Με την ύπαρξη λοιπόν των προϋποθέσεων που αναφέρθηκαν, εφοδιάζουμε το προϊόν μας με το απαραίτητο διαβατήριο για το ταξίδι του στις διεθνείς αγορές και την προοπτική κατάκτησης μεριδίων της αγοράς.

Κλείνοντας πρέπει να τονίσουμε ότι μια σειρά από μικρές επιχειρήσεις νέων κάνουν σωστά βήματα στην κατεύθυνση των επώνυμων προϊόντων και εμφανίζουν μια ιδιαίτερη δημιουργικότητα στο επιχειρηματικό τους γίγνεσθαι. Αλλά για τον ρόλο της δημιουργικής οικονομίας θα αναφερθούμε σε επόμενο σχόλιο.