Απόδημος Ελληνισμός – Μια ιστορική αναδρομή

Γράφει για την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ ο Βασίλειος Κ. Μηλίτσης*.

Οι Έλληνες, στη μακραίωνη ιστορία τους, μετακινούνταν από τόπο σε τόπο είτε πιεζόμενοι από δυσχερείς πολιτικές καταστάσεις είτε για ν’ αναζητήσουν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και εργασίας. Τα πολιτικά γεγονότα και οι οικονομικές συγκυρίες δημιουργούσαν κύματα μετανάστευσης συχνά προς συγκεκριμένη κατεύθυνση. Οι μετακινήσεις αυτές των Ελλήνων τους κατέστησαν θαλασσοκράτορες της αρχαιότητας με μόνους ανταγωνιστές τους Φοίνικες. Αντίθετα με τους Φοίνικες, οι Έλληνες ήταν εξωστρεφής λαός και ερχόμενοι σε επαφή με άλλους λαούς, μετέφεραν μαζί τους τον ελληνικό τρόπο ζωής και μπόλιαζαν σ’ αυτούς τον ελληνικό πολιτισμό.

Κατά την αρχαιότητα υπήρξαν δυο μεταναστευτικά ρεύματα: Το ένα ρεύμα, γνωστό στην ιστορία σαν πρώτος ελληνικός αποικισμός εμφανίστηκε μετά το 1100 π.Χ. μετά την κάθοδο των Δωριέων. Οι Δωριείς, ελληνικό φύλλο, κατεβαίνοντας νοτιότερα κατέστρεψαν τον ελληνικό – μυκηναϊκό πολιτισμό, αναγκάζοντας πολλούς από τους προκατόχους τους, Αχαιούς – Μυκηναίους να μεταναστεύσουν στα νησιά του Αιγαίου και στα παράλια της Μικράς Ασίας, όπου κράτησαν ζωντανές τις παραδόσεις τους. Το άλλο ρεύμα, ο δεύτερος ελληνικός αποικισμός, άρχισε ίσως από τον 9ο ή 8ο αιώνα και τερματίστηκε το 6ο αιώνα. Η μετακίνηση αυτή ήταν πιο συστηματική από την πρώτη και είχε πολύ μεγαλύτερη έκταση. Τα αίτια αυτής της μετανάστευσης ήταν πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά. Όπου μετακινούνταν οι Έλληνες, ίδρυαν αποικία, η οποία είχε στενούς δεσμούς με τη ιδρύτρια πόλη, που ονομαζόταν μητρόπολη.

Βλέπομε λοιπόν τους Έλληνες να ξαπλώνονται με τον τρόπο αυτό από το Αιγαίο μέχρι τις εσχατιές του Εύξεινου Πόντου, καθώς επίσης μέχρι την Ιταλία, Βόρεια Αφρική και Ιβηρική χερσόνησο. Η σημερινή, για παράδειγμα, Μασσαλία ιδρύθηκε από τους Φωκαείς το 600 π.Χ.

Στη Σικελία και τη Νότια Ιταλία οι ελληνικές αποικίες ήταν τόσο πολλές που οι περιοχές αυτές αποκαλούνταν Μεγάλη Ελλάς. Πρώτα οι Ετρούσκοι και κατόπιν οι Λατίνοι δανείστηκαν πολλά στοιχεία από τους Έλληνες των περιοχών αυτών και κυρίως το αλφάβητο (το οποίο κατά τον 7ο αιώνα οι Έλληνες το είχαν πάρει από τους Φοίνικες και το προσάρμοσαν στη γλώσσα τους). Στις περιοχές της Κάτω Ιταλίας είχε ιδρύσει αποικίες μια ομάδα Ελλήνων προερχομένων από την περιοχή απέναντι της Ερέτριας (Τανάγρα), οι οποίοι ονομάζονταν Γραικοί. Από το όνομα αυτό προήλθε η λατινική ονομασία Graecia, από όπου προέρχονται οι σημερινές ονομασίες Grece, Greece, Giechenland κλπ. (Σημ. κατά τον Αριστοτέλη οι Γραικοί ήσαν οι αρχαιότατοι Έλληνες που κατοικούσαν στην περιοχή Δωδώνης – Αχελώου. Κατά τον Ησίοδο γενάρχης τους ήταν ο Γραικός, γιος του Δία και της Πανδώρας).

Μια τρίτη φάση εξάπλωσης των Ελλήνων γίνεται κατά τον 3ο π.Χ. αιώνα, με τις εκστρατείες του Μ. Αλεξάνδρου, οι οποίες ομολογουμένως έχουν κατακτητικό χαρακτήρα, τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα των οποίων, όμως, έχουν ευεργετικό χαρακτήρα στους άλλους λαούς. Το τεράστιο κράτος του Αλεξάνδρου περιλαμβάνει μια πανσπερμία λαών και καταλαμβάνει μια έκταση από την Ελλάδα μέχρι τις εσχατιές της Περσίας, μέχρι την Αίγυπτο και τη Βόρεια Αφρική. Στους λαούς αυτούς μεταδίδεται ο ελληνικός πολιτισμός και η ελληνική γλώσσα, η οποία γίνεται η «διεθνής» γλώσσα της εποχής αυτής. Το κέντρο του ελληνικού πολιτισμού μεταφέρεται από την Αθήνα στην Αλεξάνδρεια και εγκαινιάζεται μια καινούργια λαμπρή εποχή του ελληνισμού, η αλεξανδρινή. Εκτός από τα γράμματα, αναπτύσσονται και οι επιστήμες, όπως τα μαθηματικά, αστρονομία και γεωγραφία. Μεταφράζεται η Παλαιά Διαθήκη στα ελληνικά για να εξυπηρετηθούν οι Ιουδαίοι της διασποράς, που μιλάνε μόνο ελληνικά. Πολλοί ξένοι μαθαίνουν την ελληνική γλώσσα και κατά την εκμάθησή της οι δάσκαλοι της εποχής χρησιμοποιούν τους τόνους και τα πνεύματα προς διευκόλυνση των διδασκομένων. Μ’ αυτόν τον τρόπο το πολυτονικό σύστημα της ελληνικής γραφής, περιττό για τους Έλληνες, μας έμεινε «αμανάτι» από την αλεξανδρινή εποχή. Ο Πτολεμαίος και ο Ίππαρχος θεμελιώνουν αστρονομικά συστήματα και ο Ερατοσθένης μετράει πρώτος την περιφέρεια της γης. Ο Ηρόφιλος ήταν ο πρώτος που ανακάλυψε την κυκλοφορία του αίματος. Το μεγαλύτερο, όμως, επίτευγμα του τότε αποδήμου ελληνισμού ήταν η ίδρυση της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, η οποία κάηκε από τους Άραβες τον 7ο αιώνα μ.Χ. Σύμφωνα με τον αείμνηστο αστροφυσικό Carl Sagan, αν διασώζονταν τα χειρόγραφα της βιβλιοθήκης, ο σημερινός άνθρωπος θα είχε ήδη κατακτήσει το μεγαλύτερο μέρος του ηλιακού μας συστήματος. Τόση γνώση και σοφία περιείχε η βιβλιοθήκη αυτή!gkiterslo

Μετά το 146 π.Χ. οι Έλληνες χάνουν την κρατική τους οντότητα με την υποδούλωσή τους στους Ρωμαίους. Οι Ρωμαίοι κατακτούν την Ελλάδα και τον υπόλοιπο κόσμο, όπου υπάρχουν πολυάριθμοι διασπαρμένοι Έλληνες, δημιουργώντας τις Ρωμαϊκές επαρχίες, τις οποίες ανηλεώς εκμεταλλεύονται. Οι υπόδουλοι, όμως, Έλληνες κατακτούν με τον ανώτερό τους πολιτισμό τους τραχείς και άξεστους Ρωμαίους. Μεγάλη διάδοση έχει η ελληνική γλώσσα και στα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ. κάθε Ρωμαίος που ήθελε να θεωρείται μορφωμένος έπρεπε να ξέρει ελληνικά (Σημ. Μ. Cary, Ρωμαϊκή Ιστορία, Α τόμος, σελ. 395).

Η επαφή των Ρωμαίων με τον Ελληνισμό συνέβαλε αποφασιστικά στην καλλιέργεια της λατινικής γλώσσας και στην ανάπτυξη της λογοτεχνίας των Ρωμαίων. Βασικά οι Ρωμαίοι σοφοί μιμούνται τους αρχαίους Έλληνες. Εκεί που πρωτοτυπούν οι Ρωμαίοι είναι η συγκρότηση και κωδικοποίηση των νόμων, το γνωστό Ρωμαϊκό Δίκαιο. Οι Έλληνες, λοιπόν, μπορεί να έχασαν την ελευθερία τους, οι ρίζες τους, όμως, ο τρόπος ζωής τους και η μεγάλη πνευματική και πολιτιστική παράδοσή τους δεν αγγίχτηκαν από την ρωμαϊκή κυριαρχία.

Μετά τη διαίρεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 395 μ. Χ. από τον Μέγα Θεοδόσιο στο ανατολικό και δυτικό κράτος, το πρώτο σταδιακά εξελληνίζεται και φέρεται στην ιστορία με το όνομα Βυζαντινή Αυτοκρατορία. (Σημ. η ονομασία «βυζαντινός» αποτελεί νεολογισμό των ιστορικών του 16ου αιώνα, επειδή ο Μ. Κωνσταντίνος έκτισε την Κωνσταντινούπολη στη θέση του Βυζαντίου, αποικίας των Μεγαρέων. Οι «βυζαντινοί» ουδέποτε αποκαλούνταν με το όνομα αυτό. Λέγονταν Ρωμαίοι, από όπου προήλθε το δικό μας «Ρωμιός»). Το δυτικό ρωμαϊκό κράτος πέφτει εύκολη βορά στους βαρβάρους και διαλύεται με επακόλουθο τα ζοφερά χρόνια του μεσαίωνα. Το Βυζάντιο συνεχίζει τη λαμπρή πορεία του Ελληνισμού για χίλια χρόνια, μέχρι το 1453 που υποκύπτει στους Οθωμανούς.
Στην χιλιόχρονη ιστορία του, ο βυζαντινός ελληνισμός δεν ήκμασε μόνο μέσα στα όρια του Βυζαντίου, αλλά και εκτός αυτών. Πολλοί Έλληνες σοφοί επηρέασαν τους Πέρσες και τους Άραβες, οι οποίοι μετέφρασαν και μελέτησαν τους κλασικούς. Ο Λέων ο Φιλόσοφος ή Μαθηματικός είχε τέτοια φήμη ώστε, κατά τη βασιλείου του Θεόφιλου (829-842), τον κάλεσε στη Βαγδάτη ο χαλίφης Μαμούν να διδάξει μαθηματικά.
Το 864 οι δυο Θεσσαλονικείς αδελφοί, Κύριλλος και Μεθόδιος, ξεκίνησαν το ιεραποστολικό τους έργο του εκχριστιανισμού των Σλάβων της Μοραβίας εφοδιασμένοι με σλαβικές μεταφράσεις λειτουργικών κειμένων σε ένα νέο αλφάβητο, το γλαγολικό ή κυριλλικό, το οποίο απετέλεσε τη βάση για τη γραφή όλων των σλαβικών γλωσσών. Η αποστολή τους είχε πλήρη επιτυχία. Τα δυο αδέλφια έκτοτε συνέχισαν το έργο τους στην Κεντρική Ευρώπη. Ο Κύριλλος πέθανε το 869 στη Ρώμη, ενώ ο Μεθόδιος στη Μοραβία (σημερινή Τσεχία) το 884. Κάθε χρόνο το μήνα Μάιο οι Έλληνες της Γερμανίας τιμούν τη μνήμη των δύο Ελλήνων Αγίων κάνοντας προσκύνημα στο μεσαιωνικό ναό του Αγίου Βίτου της πόλης Ellwangen του ομοσπονδιακού κρατιδίου της Βάδης Βυρτεμβέργης.
Μια μοναδική μεταλαμπάδευση των ελληνικών γραμμάτων και του ελληνικού τρόπου ζωής στη Δύση ήταν το 972, όταν η Θεοφανώ, εξαδέλφη του Ιωάννη Τσιμισχή, αυτοκράτορα του Βυζαντίου, παντρεύτηκε τον Όθωνα Β΄, αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους. Έκτοτε αρχίζει στη Δύση η αργή και επίπονη πορεία προς την Αναγέννηση που συντελείται το 15ο αιώνα.
Το 1453 η Κωνσταντινούπολη, μετά από χιλιόχρονη ιστορία, υποκύπτει στον οθωμανικό ζυγό, ο οποίος απειλεί την ίδια την ύπαρξη του ελληνικού έθνους. Πριν την τελική πτώση του Βυζαντίου γίνεται απόπειρα συμφιλίωσης της Ρωμαιοκαθολικής με την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησίας με τον όρο η πρώτη να βοηθήσει το Βυζάντιο εναντίον των Οθωμανών. Στις συνόδους της Φερράρας και Φλωρεντίας, που συγκαλούνται (1438-45) για το σκοπό αυτό, παίρνει μέρος ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος του Μυστρά, Γεώργιος Πλήθων ή Γεμιστός.
Οι λόγιοι και οι καλλιτέχνες που κατοικούσαν ως τότε στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας ή στο Μυστρά, το τελευταίο βυζαντινό προπύργιο, αναγκάστηκαν να καταφύγουν στη Δύση. Πρώτος προορισμός τους ήταν η Ιταλική χερσόνησος, όπου στα χρόνια εκείνα παρατηρούταν ιδιαίτερη άνθηση των γραμμάτων και των τεχνών: ήταν η περίοδος της ιταλικής Αναγέννησης. Οι λόγιοι που κατέφυγαν στο εξωτερικό μετέφεραν στη Δύση τις γνώσεις τους συμβάλλοντας στην ανάπτυξη των κλασικών σπουδών και τη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων. Πολλοί απ’ αυτούς δίδαξαν σε πανεπιστήμια της Δύσης, όπου και διέδωσαν τα ελληνικά γράμματα.
Από τους λογίους και τους ανθρώπους του πνεύματος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, κάποιοι, όπως ο Χρυσολωράς, ο Χαλκοκονδύλης, ο Αργυρόπουλος ο Λάσκαρης δίδαξαν σε πανεπιστήμια, ενώ άλλοι όπως ο Βησσαρίων, ένας από τους πλέον μορφωμένους λογίους της εποχής, μετέδωσε τη γνώση της ελληνικής γλώσσας στην Ιταλία με τη σύσταση προσωπικής βιβλιοθήκης, που περιείχε μεγάλη συλλογή κλασικών χειρογράφων, καθώς με τη συγγραφή πολλών έργων και την προστασία που παρείχε σε πολλούς λογίους.
Μαζί τους μετέφεραν χειρόγραφα της κλασικής και της βυζαντινής παράδοσης, με τα οποία εμπλούτισαν τις βιβλιοθήκες και τις σπουδές στις χώρες υποδοχής. Όλοι όμως με το δικό τους τρόπο επεδίωξαν να κινητοποιήσουν ηγεμόνες της Δύσης σ’ έναν αγώνα κατά των Οθωμανών για την ανάκτηση των χαμένων εδαφών του Βυζαντίου. Η πνευματική παραγωγή των αποδήμων Ελλήνων στη Δύση παρουσίασε ιδιαίτερη άνθηση τόσο στην παραγωγή χειρογράφων όσο και στην τυπογραφία, με την οικονομική βοήθεια εμπόρων και παλιών αριστοκρατών ήδη από το 15ο αιώνα.
Λόγιοι της παλιάς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κατέφυγαν επίσης σε πανεπιστήμια και πόλεις της Ισπανίας, όπως το Bαγιαδολίδ, τη Σαραγόσα, τη Σαλαμάνκα, οι οποίες το 16ο αιώνα γνώρισαν ιδιαίτερη πνευματική άνθηση. Στην Aγγλία, την Ολλανδία, τη Γαλλία έφταναν από το 15ο αιώνα λόγιοι, αλλά και ιερωμένοι, προκειμένου να διδάξουν και να γνωρίσουν τον πνευματικό κόσμο της Δύσης. Την εποχή εκείνη ωστόσο δεν είχαν ακόμα σχηματιστεί οι πολυάνθρωπες παροικίες Ελλήνων, που άνθισαν οικονομικά το 18ο αιώνα, και οι λόγιοι και οι ιερωμένοι ήταν οι μόνοι ελληνόφωνοι στη δυτική Ευρώπη.
Στη Ρωσία τώρα, η ανεψιά του τελευταίου Αυτοκράτορα του Βυζαντίου, Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου, και κόρη του Θωμά Παλαιολόγου, Ζωή ή Σοφία Παλαιολογίνα το 1455 παντρεύεται τον πρίγκιπα Ιβάν Γ΄της Ρωσίας, παππού του Ιβάν Δ΄ του Τρομερού, και εισάγει τον βυζαντινό τρόπο ζωής και πολιτισμό στη ρωσική αυλή. Παίρνει τον τίτλο Μεγάλη Δούκισσα της Μόσχας. Κάλεσε Ιταλούς αρχιτέκτονες να κτίσουν ναούς και τα τείχη του Κρεμλίνου, όπως υπάρχουν και σήμερα. Έβαλε επίσης να ανοικοδομήσουν το πολυεδρικό ανάκτορο ,το οποίο και σήμερα υποδέχεται τους ξένους ηγέτες, που επισκέπτονται τη Μόσχα. Αναμφίβολα με την παρουσία της στη Μόσχα σφράγισε τη μεσαιωνική πολιτική και πολιτιστική ιστορία της Ρωσίας, γεγονός που αναγνώριζαν και αναγνωρίζουν και σήμερα οι Ρώσοι.

(Ο Ιησούς ευλογεί τη Ζωή Σοφία Παλαιολογίνα και τη συνοδεία της κατά την αναχώρησή τους από την Ιταλία. Εικόνα από λάβαρο της εποχής της πόλης Ούρμπινο της Ιταλίας. Στο άκρο αριστερό τμήμα της εικόνας διακρίνονται ο καρδινάλιος Βησσαρίων και η Ζωή Σοφία Παλαιολογίνα.)
(Ο Ιησούς ευλογεί τη Ζωή Σοφία Παλαιολογίνα και τη συνοδεία της κατά την αναχώρησή τους από την Ιταλία. Εικόνα από λάβαρο της εποχής της πόλης Ούρμπινο της Ιταλίας. Στο άκρο αριστερό τμήμα της εικόνας διακρίνονται ο καρδινάλιος Βησσαρίων και η Ζωή Σοφία Παλαιολογίνα.)Εκτός από τους λογίους και άρχοντες, άλλες ομάδες που μετανάστευσαν εκτός των εδαφών του πρώην Βυζαντίου ήταν έμποροι και οικονομικοί παράγοντες, πρόσφυγες.

Έμποροι

Στην εμπορική κίνηση ανάμεσα στην κεντρική Eυρώπη και την Οθωμανική Αυτοκρατορία από τα τέλη του 17ου και όλο το 18ο αιώνα, συμμετείχαν έμποροι της Μακεδονίας και της βόρειας Βαλκανικής. Οι έμποροι αυτοί με τη χρήση υποζυγίων και έχοντας ως οδηγούς νομάδες, οι οποίοι κατάγονταν από τους ορεινούς όγκους της Μακεδονίας και της Ηπείρου, ακολουθούσαν τα περάσματα των βουνών και τους φυσικούς δρόμους των ποταμών για να φτάσουν ως το Δούναβη και από εκεί στις χώρες της Αψβουργικής Μοναρχίας και των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών. Καθώς η διαδρομή ήταν πολυήμερη και δύσκολη μέσα από δύσβατα μονοπάτια και με ληστές να παραμονεύουν, το ταξίδι γινόταν με τη βοήθεια πολλών ζώων, τη συμμετοχή αρκετών εμπόρων και με συνοδεία ένοπλων ανδρών. Τα καραβάνια αυτά, μετά από ημέρες ταξιδιού, έφταναν στα σύνορα, όπου για να περάσουν στην Αψβουργική Μοναρχία έπρεπε να περάσουν από τον υγειονομικό σταθμό, το λαζαρέτο (λοιμοκαθαρτήριο). Οι έμποροι της Βαλκανικής δρούσαν είτε ως μεσάζοντες και αντιπρόσωποι ξένων εμπόρων είτε οργάνωναν με τη βοήθεια συγγενών και συνεργατών εμπορικά δίκτυα σε διάφορες πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της χώρας συναλλαγής.
Τα ταξίδια τους γίνονταν συχνά, αλλά οι οικογένειές τους έμεναν αρχικά στην πατρίδα, όπου και επένδυαν τα περισσότερα κέρδη τους. (Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Ελληνική Ιστορία στο Διαδίκτυο)

Πρόσφυγες

Τους Γενουάτες, Βενετούς και Ιωαννίτες ιππότες, που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις κτήσεις τους στη νότια Βαλκανική και τα νησιά του Αιγαίου υπό την πίεση των Οθωμανών, ήδη από το 15ο αιώνα, ακολούθησαν ντόπιοι πληθυσμοί, οι οποίοι θεώρησαν ασφαλέστερη τη μετανάστευσή τους σε νέους τόπους. Συνήθως οι μετακινήσεις των πληθυσμών ήταν οργανωμένες και γίνονταν κατόπιν διαπραγματεύσεων τόσο με τους Οθωμανούς, οι οποίοι τους εγγυόνταν την ελεύθερη μετακίνηση, όσο και με τους ως τότε κυριάρχους για την εξασφάλιση νέου τόπου εγκατάστασης. Τακτική των Οθωμανών ήταν να επιτρέπουν στους αντιπάλους τους, αλλά και σε όσους από τους ντόπιους ήθελαν, να αποχωρούν ανενόχλητοι, εφόσον παραδίνονταν. Έτσι, τους Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου το 1522 ακολούθησαν στη νέα τους εγκατάσταση στη Μάλτα και κάτοικοι του νησιού. Πολλοί Κρητικοί μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Οθωμανούς το 1669 προτίμησαν να καταφύγουν στα Επτάνησα, που ήταν υπό βενετική κυριαρχία, και την πόλη της Βενετίας. Κατά τον ίδιο τρόπο πληθυσμοί της Μάνης εγκαταστάθηκαν το 17ο αιώνα στην Κορσική, κάτοικοι των παραλίων της Πελοποννήσου, του Ναυπλίου και της Μονεμβασιάς στην Ιστρία και τη Δαλματία. Άλλοι πάλι κατέφυγαν στο Λιβόρνο, την Tοσκάνη και τη Νεάπολη. Στον τόπο εγκατάστασης προσπαθούσαν ν’ αποσπάσουν συγκεκριμένα προνόμια και ν’ αναγνωριστούν ως κοινότητα Ελλήνων για να μπορέσουν ν’ αντιμετωπίσουν την εχθρότητα και τον ανταγωνισμό των ντόπιων και τις προσηλυτιστικές προσπάθειες της καθολικής εκκλησίας. (Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Ελληνική Ιστορία στο Διαδίκτυο).
Άλλες ομάδες που πήραν το δρόμο της αποδημίας ήταν καλλιτέχνες και φοιτητές. Πολλοί απ’ αυτούς ακολούθησαν την πορεία του λογίου διαμορφώνοντας το ρεύμα του νεοελληνικού Διαφωτισμού.
Γνωστοί ζωγράφοι της Κρήτης κινήθηκαν προς την Ιταλική χερσόνησο για να συνεχίσουν τις σπουδές τους και κάποιοι απ’ αυτούς παρέμειναν στο εξωτερικό. Γνωστό είναι το παράδειγμα του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, ο οποίος, αφού πέρασε από την Ιταλία κατέληξε στην Ισπανία, και θεωρείται από τους σπουδαιότερους διαχρονικούς ζωγράφους, γνωστός ως El Greco.
Μια άλλη χαρακτηριστική περίπτωση είναι ενός Έλληνα, ο οποίος στην υπηρεσία του ισπανικού ναυτικού με το όνομα Juan de Fuca (το κανονικό του όνομα ήταν Απόστολος Βαλεριανός) εξερεύνησε το 1592 τους πορθμούς μεταξύ της συστάδας νήσων απέναντι από το Βανκούβερ του Καναδά, ο δε πορθμός μεταξύ της νήσου Βανκούβερ και των Ηνωμένων Πολιτειών φέρει το όνομά του. (Encyclopedia Britannica, σχετικό λήμμα).
Οι τόποι που αναζήτησαν οι παραπάνω για να ζήσουν μια καλύτερη ζωή ήταν, όπως ανέφερα, ήταν η Ιταλία, η Δυτική και Ανατολική Ευρώπη, η Ρωσία και αργότερα η Αίγυπτος, όπου, ιδρύοντας παροικίες, αδελφότητες και κοινότητες, με σκληρή δουλειά πρόκοψαν στο εμπόριο και τα γράμματα και αποτέλεσαν τη μαγιά για τον ξεσηκωμό των σκλαβωμένων από τους Οθωμανούς συμπατριωτών τους.
Οι παροικίες ήταν αρχικά χαλαρές μορφές οργάνωσης. Οι επιδιώξεις της παροικίας ήταν να διεκδικήσουν άδεια ανέγερσης εκκλησίας και να αναγνωριστούν επίσημα από τις αρχές ως κοινότητα, γεγονός που πολλές φορές συναντούσε δυσκολίες.
Αδελφότητες ονομάστηκαν οι οργανώσεις των παροίκων της Βενετίας και ως όρος χαρακτήριζε κυρίως παροικίες της Ιταλικής χερσονήσου. Αναγκαία προϋπόθεση για την ίδρυσή τους ήταν η έγκριση των αρχών, η οποία δε δινόταν ούτε άμεσα ούτε εύκολα. Η οργάνωση και λειτουργία των αδελφοτήτων βασιζόταν σε καταστατικά και αποσκοπούσε στην ανέγερση εκκλησίας, κοινωφελών ιδρυμάτων και σχολείων με στόχο πάντα τη διατήρηση της γλώσσας, της θρησκείας και των δεσμών με την πατρίδα. Η αδελφότητα διοικούνταν από διοικητικό συμβούλιο, που εξέλεγε η γενική συνέλευση, και προεδρείο. Ο αριθμός των μελών της αδελφότητας ήταν περιορισμένος. Aπό τις πρώτες ενέργειες της αδελφότητας ήταν η ανέγερση εκκλησίας και η μισθοδοσία ιερέα και δασκάλου για τα παιδιά των παροίκων. Οι αδελφότητες συσπείρωσαν πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και αποτέλεσαν σημαντικό κέντρο πνευματικής δράσης της ελληνικής διασποράς, καθώς έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον προς αυτή την κατεύθυνση.
Οι κοινότητες συγκροτούνταν με βάση το θρησκευτικό στοιχείο των μελών τους, το ορθόδοξο δόγμα. Συμμετείχαν σ’ αυτές ορθόδοξοι Βαλκάνιοι, δηλαδή μέλη τους ήταν Έλληνες, Σέρβοι, Βλάχοι, Βούλγαροι και ενδεχομένως Αρμένιοι. Στα τέλη του 18ου αιώνα και καθώς και στα Βαλκάνια αναπτύσσονταν εθνικιστικά κινήματα, το μόνο ενοποιητικό στοιχείο, το δόγμα, δεν επαρκούσε για να εγγυηθεί την ενότητα της κοινότητας. Έτσι παρατηρούνται, από τα μέσα ήδη του 18ου αιώνα, προσπάθειες διάσπασης και αυτονόμησης των Ελλήνων από τους Σέρβους και τους Βλάχους. Οι κοινότητες ωστόσο κατάφεραν με τον πλούτο των μελών τους ν’ αποκτήσουν δύναμη και περιουσία και ν’ αποτελέσουν πόλο έλξης και ανάδειξης των πνευματικών ανθρώπων του Ελληνισμού της διασποράς μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. (Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Ελληνική Ιστορία στο Διαδίκτυο).
Η πνευματική άνθηση της δυτικής Ευρώπης του 15ου αιώνα προσέλκυε ανθρώπους του πνεύματος. Πολλοί νέοι φοίτησαν σε σχολές και πανεπιστήμια ευρωπαϊκών πόλεων και κατόπιν είτε εργάστηκαν στον ευρωπαϊκό χώρο είτε επέστρεψαν στην πατρίδα τους, όπου μετέφεραν τη νεότερη εκδοτική παραγωγή, ιδέες και φιλοσοφικά ή καλλιτεχνικά ρεύματα.. Οι ίδιοι, σαν διανοούμενοι, προσπάθησαν να διαδώσουν ιδέες για την Επανάσταση στον οθωμανικό χώρο και την απελευθέρωση των Ελλήνων από τους κυριάρχους τους. Από αυτούς προήλθαν τα πρώτα επαναστατικά κείμενα και οι τυπωμένες προκηρύξεις που καλούσαν τους Έλληνες σε επανάσταση.
Στο τέλος του 18ου αιώνα παρατηρείται μια αύξηση του παροικιακού ελληνισμού στις μεγάλες πόλεις της Ευρώπης, όπως Βενετία, Τεργέστη, Άμστερνταμ, Παρίσι, Μασσαλία και αλλού. Οι παροικίες φτάνουν σε δεκάδες και σταδιοδρομούν χιλιάδες έμποροι, τεχνίτες και λόγιοι Έλληνες. Σημαντική είναι η παροικία της Βενετίας, όπου ακόμη το 1539 οι Έλληνες κτίζουν τον ορθόδοξο ναό του Αγίου Γεωργίου. Στη Βενετία επίσης με κληροδότημα του νομικού και εμπόρου Φλαγγίνη (1578-1648) ιδρύθηκε το ονομαστό Φλαγγινιανό Φροντιστήριο, όπου φοίτησαν και μορφώθηκαν πολλοί απόδημοι Έλληνες. Ίδρυσαν τυπογραφεία, όπου τυπώθηκαν εκατοντάδες ελληνικά βιβλία. Άλλες σημαντικές κοινότητες των Ελλήνων της διασποράς ιδρύθηκαν στο Λιβόρνο, στη Νάπολι και την Ανκόνα, όπου εκδίδουν εφημερίδες τυπώνοντας συγχρόνως έντυπα με επαναστατικό περιεχόμενο για τον ξεσηκωμό των ραγιάδων συμπατριωτών τους.
Ο δρόμος των καραβανιών, που μετέφεραν εμπορεύματα από την Ανατολή στην Ουγγαρία, Αυστρία και Γερμανία έφερε Έλληνες εμπόρους στις πόλεις των χωρών αυτών, όπου δημιουργήθηκαν πυρήνες ελληνικών παροικιών. Τέτοιες παροικίες άκμασαν στη Βιέννη και στην Τεργέστη. Στη Βιέννη δημοσιεύτηκαν τα έργα του Ρήγα Φερραίου και εκεί εκδόθηκε από το 1791 μέχρι το 1797 η πρώτη ελληνική εφημερίδα από τους αδερφούς Πούλιου, καταγόμενους από τη Στάτιστα.
Οι Έλληνες της Ευρώπης συνετέλεσαν επίσης στη δημιουργία φιλελληνικών κινημάτων και συλλόγων, που αποτελούταν από ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης και μόρφωσης και συγκέντρωναν χρήματα για την οικονομική ενίσχυση του ελληνικού αγώνα.
Ένα άλλο σημαντικό κέντρο του ελληνικού παροικιακού στοιχείου κατά το 19ο αιώνα υπήρξε η Οδησσός – λιμάνι της Μαύρης θάλασσας – όπου στις 14 Σεπτεμβρίου 1814 οι τρεις Έλληνες έμποροι, Ξάνθος, Σκουφάς και Τσακάλωφ συνέλαβαν την ιδέα της συγκρότησης της Φιλικής Εταιρείας και έβαλαν τις βάσεις για την έναρξη μιας επαναστατικής κίνησης στα Βαλκάνια.
Το 18ο αιώνα η παρουσία Ελλήνων εντοπίζεται και σε άλλες πόλεις της ρωσικής ενδοχώρας, ακόμη και στην Αγία Πετρούπολη, την πρωτεύουσα της τσαρικής Ρωσίας. Αρκετοί απ’ αυτούς ήταν στην υπηρεσία του τσάρου και της οικογένειάς του ως υπασπιστές και έμπιστοί τους ή ως κρατικοί αξιωματούχοι, όπως οι οικογένειες Υψηλάντη και Καποδίστρια. Το γεγονός ότι η ρωσική αυτοκρατορία ακολουθούσε το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα ήταν ένα ισχυρό κίνητρο, ώστε αρκετοί Έλληνες ορθόδοξοι να εγκατασταθούν στα εδάφη της. Η παραγωγή της χώρας σε γούνες, πολύτιμους λίθους, ξυλεία και πολλά άλλα εμπορεύματα έδινε τη δυνατότητα στους απόδημους Έλληνες για σημαντική εμπορική δραστηριότητα με αξιόλογα περιθώρια κέρδους.
Ένας άλλος τόπος ακμής των ξενιτεμένων Ελλήνων ήταν και η Αίγυπτος. Το Πατριαρχείο της Aλεξάνδρειας αποτελούσε κέντρο των ορθοδόξων της βόρειας Aφρικής και τους συνέδεε με την Κωνσταντινούπολη. Μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα όμως, οι ορθόδοξοι της περιοχής ήταν Κόπτες και ελάχιστοι μεταξύ τους ήταν Έλληνες. Με την άνοδο του Μωχάμετ Άλι στην εξουσία της Aιγύπτου το 1811 άρχισαν να προσέρχονται έλληνες έμποροι από διάφορες περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του εξωτερικού, καθώς είχαν δημιουργηθεί ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη του εμπορίου. Ο ίδιος ο Μωχάμετ Άλι έδειξε θρησκευτική ανοχή και δημιούργησε το κατάλληλο κλίμα για την οικονομική ανάπτυξη των Eλλήνων. Οι Έλληνες συγκεντρώθηκαν στην Αλεξάνδρεια, ενώ μέχρι το 18ο αιώνα κατοικούσαν κυρίως στο Κάιρο. Μετά την εκστρατεία του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο το 1825-1827, που σκοπό είχε την καταστολή της Επανάστασης, πολλοί Έλληνες, με την αποχώρηση των αιγυπτιακών στρατευμάτων, μεταφέρθηκαν ως αιχμάλωτοι στην Aίγυπτο. Αρκετοί απ’ αυτούς, ακόμα και μετά την απελευθέρωσή τους, παρέμειναν στη χώρα. Το 1843 ιδρύθηκε η Eλληνική Κοινότητα της Aλεξάνδρειας, η οποία επέδειξε έντονη δράση στον πολιτιστικό, εκπαιδευτικό και φιλανθρωπικό τομέα.
Συνάγεται λοιπόν το συμπέρασμα ότι οι απόδημοι Έλληνες δεν έμειναν αναπαυμένοι στα πλούτη τους αλλά διατηρούσαν πάντα άσβεστη τη φλόγα της λευτεριάς των σκλαβωμένων αδερφών τους. Χρησιμοποιώντας τη μόρφωσή τους και την οικονομική τους ευμάρεια έκαναν τα πάντα για την αφύπνιση των συμπατριωτών τους. Θυσίασαν όχι μόνο πνευματικούς κόπους αλλά και τεράστια χρηματικά ποσά για να χρηματοδοτήσουν τον αγώνα.
(Δυστυχώς σήμερα που η πολύπαθη πατρίδα μας υφίσταται τα πάνδεινα με την οικονομική κρίση, οι κροίσοι έλληνες δεν ευαισθητοποιούνται να βοηθήσουν την Ελλάδα και προτιμούν τα φυλάσσουν τεράστια ποσά στο εξωτερικό και να ιδρύουν τις επιλεγόμενες off-shore εταιρίες για να μην πληρώνουν φόρους!)
Αυτοί που συνέβαλαν αποφασιστικά στον ξεσηκωμό του έθνους μας είναι οι μεγάλες μορφές, όπως Ρήγας, ο Κοραής, ο Βούλγαρης, ο Μοισιόδακας. Ο Ρήγας με έργα πολιτικού και επαναστατικού περιεχομένου και ο Κοραής με εκδόσεις κλασικών έργων και με διαφωτιστικές παραινέσεις που πολεμούσαν τη δεισιδαιμονία τη διχόνοια και τυραννία, μόρφωσαν και εμψύχωσαν τον υπόδουλο ελληνισμό προετοιμάζοντας τον ξεσηκωμό του.
Ο Βούλγαρης φέρνει στους υπόδουλους Έλληνες τις ιδέες του Διαφωτισμού, ενώ o Μοισιόδακας υπερασπίζεται με πάθος τη λαϊκή γλώσσα, σαν το πιο κατάλληλο όργανο μόρφωσης των Ελλήνων.
Η ιστορία της ελληνικής διασποράς σχετίζεται άμεσα με την ιστορία της μητροπολιτικής Ελλάδας. Οι πλούσιοι Έλληνες έμποροι που εγκαταστάθηκαν κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα στην Αυστρία, Ουγγαρία, στο Βουκουρέστι της Ρουμανία, στην Οδησσό της Ρωσίας στη Βενετία, στο Κάιρο και αργότερα στη Μασσαλία, Λονδίνο και Άμστερνταμ συνεισέφεραν τα μέγιστα στην πνευματική αναγέννηση του ελληνισμού της μητρόπολης και στην ελευθερία του έθνους.
Το 19ο αιώνα η ελεύθερη Ελλάδα ήταν μια χώρα υπανάπτυκτη, γι’ αυτό το λόγο πληθώρα Ελλήνων έπαιρνε το δρόμο της ξενιτιάς για μια καλύτερη τύχη. Τι τραγούδια και ποιήματα δεν έχουν γραφεί για τις αντίξοες συνθήκες που αντιμετώπισαν οι Έλληνες στα ξένα! Κατά την περίοδο αυτή ένα μεγάλο ποσοστό μεταναστών που είχε κατακλύσει την Ευρώπη ήταν φοιτητές. Έτσι μια φτωχή χώρα σαν την Ελλάδα παρήγε εγκεφάλους, οι οποίοι μη βρίσκοντας απασχόληση στη χώρα τους σπούδαζαν στο εξωτερικό, όπου έμεναν μετά και στελέχωναν την εκεί κοινωνία. Μια φτωχή, λοιπόν, και υπανάπτυκτη χώρα ήταν ο κύριος εξαγωγέας πνευματικών στελεχών στην Ευρώπη και αλλού. Μετά την ανεξαρτησία της Ελλάδας από τους Τούρκους, σαν Έλληνες της διασποράς πρέπει να θεωρηθούν και εκείνοι που κατοικούσαν στις αλύτρωτες περιοχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπως η Μακεδονία, η Μ. Ασία και ο Πόντος. Η Σμύρνη μόνο αριθμούσε 250.000 ελληνισμό, για να μην αναφέρουμε τους ΄Ελληνες της Κωνσταντινουπόλεως, του Καΐρου, της Αλεξάνδρειας και άλλων πόλεων. Ο ελληνισμός αυτός έσφυζε από οικονομική ευμάρεια και πνευματική ανάπτυξη. Πολλοί Έλληνες επιχειρηματίες είχαν επίσης δραστηριότητες μέχρι τη μακρινή Ινδία, όπως ήταν οι ονομαστοί Ράλληδες από τη Χίο.
Το 1897, μετά τον καταστροφή της Ελλάδας στον πόλεμο με την Τουρκία, η κατάσταση στη χώρα χειροτέρευσε αν και προσαρτήθηκε η Θεσσαλία. Παρουσιάζεται, λοιπόν, μεγάλος όγκος μεταναστών που προέρχονται κυρίως από τον αγροτικό πληθυσμό της δυτικής Πελοποννήσου, ο οποίος είχε πληγεί και από την κρίση της σταφίδας. Επειδή το προϊόν δεν απορροφούταν εύκολα, πολλοί αγρότες έπεφταν θύματα τοκογλυφίας και έτσι η μοναδική τους σωτηρία ήταν η αποδημία. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των ανθρώπων μετανάστευε στις ΗΠΑ, όπου δεν απέβλεπε σε μόνιμη εγκατάσταση, αλλά στην κάλυψη βραχυπρόθεσμων βιοτικών αναγκών. Γι’ αυτό άλλωστε οι περισσότεροι ύστερα από λίγο χρόνο επιστρέφουν στις εστίες τους.
Μεταξύ της δεκαετίας του 1890 και 1920, ιδιαίτερα, όμως, μετά το 1900 παρατηρείται έντονο μεταναστευτικό ρεύμα προς τις ΗΠΑ, όταν άνοιξαν οι αμερικανικές πύλες για την αποδοχή μεταναστών από τις μεσογειακές χώρες. Όταν η Ελλάδα είχε το 1907 2.631.952 κατοίκους, 386.611 μεταναστεύουν στο εξωτερικό, εκ των οποίων το συντριπτικό ποσοστό μεταβαίνει στην Αμερική. Μέχρι το 1910 το 10% του συνολικού πληθυσμού της χώρας ή το 25% του ενεργού της δυναμικού ξενιτεύτηκε στην Αμερική.
Μεγάλα κύματα μεταναστών παρατηρούνται μετά τα τραγικά γεγονότα το 1922 – τη λεγόμενη μικρασιατική καταστροφή. Μεγάλος αριθμός μεταναστών καταφεύγει στις Ηνωμένες Πολιτείες για μόνιμη πλέον εγκατάσταση, ενώ μεγάλος αριθμός Ελλήνων του Πόντου καταφεύγουν στον Καύκασο, την Κριμαία ή την Αζοφική χερσόνησο, όπου ήδη υπάρχει ελληνισμός από προηγούμενες εποχές. Κατά την περίοδο του μεσοπολέμου ο εκεί ελληνισμός εκτοπίζεται μαζί με τους Τατάρους με διαταγή του Στάλιν προς το Ουζμπεκιστάν.
Πολλοί από τους Έλληνες μετανάστες των ΗΠΑ που είχαν πάρει την αμερικανική υπηκοότητα πολέμησαν στην υπηρεσία του αμερικανικού στρατού κατά των Γερμανών στη Νορμανδία και αλλού.
Μετά τον εμφύλιο πόλεμο, μεγάλος αριθμός αριστερών καταφεύγει στη Σοβιετική Ένωση και στις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού ως πολιτικοί πρόσφυγες.berlin
Με τις αρχές της δεκαετίας του 1950 ανοίγουν καινούργιοι δρόμοι για μετανάστευση προς την Αυστραλία και στα τέλη της δεκαετίας αρχίζει η μετανάστευση στη Γερμανία, Βέλγιο και αργότερα στη Σουηδία. Οι περισσότεροι που μεταβαίνουν στην Αυστραλία εγκαθίστανται μόνιμα εκεί, γιατί οι αποστάσεις είναι μεγάλες. Το όνειρο αυτών που φεύγουν για τις Ευρωπαϊκές χώρες είναι δουλεύοντας σκληρά να αποκτήσουν κάποιες οικονομίες και να επιστρέψουν στην πατρίδα έχοντας βελτιώσει τα οικονομικά τους. Στην αρχή όλοι οι μετανάστες αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του εργατικού δυναμικού των χωρών υποδοχής. Βαθμιαία, όμως, ένας μεγάλος αριθμός ξεφεύγει από την εξαρτημένη εργασία και ασχολείται με ελεύθερα επαγγέλματα, όπως εμπόριο, επιχειρήσεις και κυρίως εστιατόρια, όπου διαπρέπουν οικονομικά.
Πολλοί επίσης μετανάστες κάνουν ανώτερες σπουδές και διαπρέπουν σαν επιστήμονες. Σημειωτέον ότι πολλοί Έλληνες μετανάστευσαν και σε αφρικανικές χώρες, κυρίως στη Νότια Αφρική, όπου και διέπρεψαν σ’ όλους τους τομείς.
Σήμερα η ομογένεια της διασποράς αριθμεί τα έξι εκατομμυρίων, σ’ ολόκληρο τον κόσμο, όπως ΗΠΑ, Αυστραλία, Αφρική, Ευρώπη. Επίσης αν συμπεριλάβουμε και του Έλληνες δεύτερης και τρίτης γενιάς καθώς και αυτούς που προέρχονται από μεικτούς γάμους, τότε με συντηρητικούς υπολογισμούς ο ελληνισμός του εξωτερικού ανέρχεται σ’ άλλα έξι εκατομμύρια.
Ο ελληνισμός αυτός, πιστός στις πατροπαράδοτες αξίες και παραδόσεις του εξακολουθεί να εξάγει πολιτισμό και να αποτελεί ένα πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό και πολιτιστικό στήριγμα του ελληνισμού της μητρόπολης. Ο ελληνισμός του εξωτερικού σφύζει από ζωντάνια και διακρίνεται από πρόοδο σ’ όλους τους τομείς. Έλληνες επιχειρηματίες, πολιτικοί, καλλιτέχνες, λόγιοι και επιστήμονες διαπρέπουν στο παγκόσμιο στερέωμα. Ενταγμένοι αρμονικά στην κοινωνία της δεύτερης πατρίδας τους, διατηρούν πάραυτα τη γλώσσα τους, τη θρησκεία τους και τις ελληνικές ρίζες τους, δημιουργώντας, όπως και τότε, τις παροικίες τους, τις κοινότητές τους και τις ενορίες τους. Ακόμη και οι απλά εργαζόμενοι μετανάστες με τα εμβάσματά τους στην πατρίδα έχουν συμβάλει σημαντικά στην ανόρθωση της οικονομίας της μητροπολιτικής χώρας. κοινωνικής προώθησης και ένταξης των ομογενών. Γενικά οι ομογενείς του εξωτερικού είναι καλύτερα οργανωμένοι και περισσότερο «εξελιγμένοι» από τους Έλληνες της Ελλάδας. Άρα δεν ήσαν αβάσιμα τα λεγόμενα του αείμνηστου Κ. Καραμανλή: «Έξω πάμε καλά, μέσα δεν πάμε καλά».

*Ο Βασίλης Μηλίτσης γεννήθηκε στο χωριό Μεσενικόλας της Καρδίτσας το 1947. Παρακολούθησε στοιχειώδη εκπαίδευση στο χωριό του και κατόπιν τη μέση εκπαίδευση στην Καρδίτσα. Από το 1963 συνέχισε τις σπουδές του στις ΗΠΑ, στο Λύκειο Apopka Memorial High School, κοντά στο Ορλάντο της Florida. Πήρε το απολυτήριο του λυκείου και το Proficiency Certificate of English of the University of Michigan. Το 1973 αποφοίτησε από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, από το τμήμα Αγγλικής της Φιλοσοφικής Σχολής. Υπήρξε ιδιοκτήτης φροντιστηρίου ξένων γλωσσών επί 18 χρόνια στη Θεσσαλονίκη, αποδεχόμενος κατόπιν το διορισμό του στη δημόσια εκπαίδευση. Δίδαξε στο γυμνάσιο και το λύκειο, τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Γερμανία. Συνταξιοδοτήθηκε το 2010.
Εκτός της ελληνικής μιλάει άπταιστα αγγλικά. Κατέχει επίσης αρκετά καλή γνώση της γερμανικής, ιταλικής και γαλλικής. Έχει επίσης μακρά μεταφραστική πείρα σε κείμενα που κυμαίνονται από απλά επαγγελματικά μέχρι και λογοτεχνικά.
Ο ίδιος με τον Wolfgang Reumuth είναι συγγραφείς γραμματικής της νεοελληνικής γλώσσας για αλλοδαπούς με τον τίτλο Praktische Grammatik der neugriechischen Sprache, εκδόσεις Gottfried Egert Verlag, ISBN 978-3-936496-42-0