Apostolis Zois
Έτοιμη για ανεξαρτησία η σκωτσέζικη οικονομία;
Η τοπική κυβέρνηση της Σκωτίας επιδιώκει ένα νέο δημοψήφισμα με στόχο την ανεξαρτητοποίηση από τη Μ. Βρετανία. Ωστόσο, η οικονομία της έχει πληγεί από τις επιπτώσεις της χρηματοοικονομικής κρίσης.Ήδη κατά την προσγείωση μια πτήσης προς τη Σκωτία μπορεί να διακρίνει κανείς τα δυνατά -και αδύνατα- σημεία της τοπικής οικονομίας. Μπροστά από τις βραχώδεις ακτές πλατφόρμες άντλησης πετρελαίου «ξεπηδούν» μέσα από τη θάλασσα. Από τη δεκαετία του 1970 το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο από τη Βόρεια Θάλασσα συνιστούν σημαντικό οικονομικό παράγοντα στον Βορρά της Μ. Βρετανίας. Τα έσοδα από την εκμετάλλευση των πόρων αυτών αποτέλεσαν βασικό επιχείρημα όσων είχαν ταχθεί υπέρ της ανεξαρτητοποίησης της Σκωτίας ενόψει του σχετικού δημοψηφίσματος το 2014. Ωστόσο, οι Σκωτσέζοι αποφάσισαν σε ποσοστό 55% να παραμείνουν στο Ηνωμένο Βασίλειο, μεταξύ άλλων και εξαιτίας των αμφιβολιών για το μέλλον της τοπικής οικονομίας.
Από τότε η τιμή του πετρελαίου έχει μειωθεί περίπου κατά το ήμισυ. Τα έσοδα του προϋπολογισμού από την πετρελαϊκή βιομηχανία περιορίστηκαν κατά δύο τρίτα. Από το πετρέλαιο εξαρτώνται και άλλοι κλάδοι της οικονομίας, όπως ο ξενοδοχειακός τομέας και οι επιχειρήσεις εστίασης. Πάντως, η τοπική κυβέρνηση θέλει να κάνει άλλη μια τολμηρή προσπάθεια. Η τοπική πρωθυπουργός Νίκολα Στέρτζον εξήγγειλε χθες τη διεξαγωγή ενός νέου δημοψηφίσματος με στόχο την ανεξαρτησία της Σκωτίας. Αιτία είναι η διαμάχη με την κεντρική κυβέρνηση του Λονδίνου σχετικά με το Brexit. Το Λονδίνο θέλει να βγει από την ενιαία εσωτερική αγορά της ΕΕ, σε αντίθεση με τη Σκωτία που θέλει να παραμείνει εντός.
Μια ανεξαρτητοποίηση προμηνύει σκληρές περικοπές
Όμως θα μπορέσει η σκωτσέζικη οικονομία να απορροφήσει τους κραδασμούς της απόσχισης από το Λονδίνο, δεδομένου ότι περίπου τα δύο τρίτα των σκωτσέζικων εξαγωγών διοχετεύονται στο Ηνωμένο Βασίλειο; «Η αφετηρία είναι σίγουρα χειρότερη σε σχέση με το 2014», επισημαίνει ο Γκρέιμ Ρόυ, διευθυντής του διακεκριμένου Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών Fraser of Allander της Γλασκώβης. Επιπλέον, σοβαρή ανησυχία εμπνέει η κατάσταση του χρηματοοικονομικού τομέα στη Σκωτίας, ο οποίος είναι «σκιά του εαυτού του». Η μερικώς κρατικοποιημένη τράπεζα Royal Bank of Scotland αδυνατεί να ανακάμψει επαρκώς, καταγράφοντας απώλειες για ένατη διαδοχική χρονιά. Να σημειωθεί ακόμη ότι ο τομέας της παροχής υπηρεσιών αντιστοιχεί τα δύο τρίτα της οικονομίας.
Οι σημαντικότεροι δείκτες της οικονομίας δεν συνηγορούν στην άποψη ότι η Σκωτία θα βρισκόταν σε καλύτερη μοίρα εκτός Ηνωμένου Βασιλείου. Ο τοπικός ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης περιορίστηκε πέρσι στο ένα τρίτο περίπου του αντίστοιχου δείκτη που αφορά ολόκληρη τη χώρα. Και η ανεργία –οριακά κάτω του 5%- υπερβαίνει ελαφρώς την αντίστοιχη σε παμβρετανικό επίπεδο. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, μια ανεξάρτητη Σκωτία θα είχε να αντιμετωπίσει μια τρύπα στον προϋπολογισμό της μεγέθους 18 δις ευρώ, η οποία αντιστοιχεί στο 10% του σκωτσέζικου ΑΕΠ.
Ορισμένοι ελπίζουν ότι μια ανεξάρτητη Σκωτία θα μπορούσε να επιτύχει ανάπτυξη και πέρα από τα όρια της πετρελαϊκής βιομηχανίας. Τομείς όπως η έρευνα και η τεχνολογική ανάπτυξη, ο τουρισμός και η βιομηχανία τροφίμων, θεωρούνται αρκετά ελπιδοφόροι. Ο οικονομολόγος Γκρέιμ Ρόυ εκτιμά πάντως ότι σε περίπτωση ανεξαρτητοποίησης η Σκωτία θα κληθεί «να σφίξει το ζωνάρι» κάνοντας σκληρές περικοπές. Ωστόσο, όπως φάνηκε και με την απόφαση των Βρετανών σε ό,τι αφορά το Brexit, έτσι και στην περίπτωση ενός νέου σκωτσέζικου δημοψηφίσματος «η απόφαση θα ληφθεί μάλλον με πολιτικά παρά με οικονομικά κριτήρια», επισημαίνει ο Ρόυ.
Κρίστοφ Μέγερ (dpa) / Άρης Καλτιριμτζής

Τούρκοι σκηνοθέτες αυτολογοκρίνονται
Δεν έχουν χρηματοδότηση, ούτε κοινό. Από το κράτος δεν λαμβάνουν καμία υποστήριξη, το αντίθετο. Η λογοκρισία είναι καθημερινό φαινόμενο για τους περισσότερους τούρκους σκηνοθέτες. Όπως και η αυτολογοκρισία.Αντιμέτωποι με την κρατική καταστολή δεν βρίσκονται μόνο οι τούρκοι δημοσιογράφοι και οι πολιτικοί αντιφρονούντες. Μεγάλες δυσκολίες αντιμετωπίζουν πλέον στην καθημερινότητά τους και οι τούρκοι κινηματογραφιστές. Η αυστηρή αντιτρομοκρατική πολιτική της τουρκικής κυβέρνησης οδηγεί μεταξύ άλλων στη λογοκρισία του καλλιτεχνικού έργου. «Όλοι όσοι εκφράζονται με κριτική σκέψη μπλοκάρονται από την τουρκική κυβέρνηση. Τουρκικά κανάλια και διανομείς ταινιών δεν ενδιαφέρονται πλέον για τον τουρκικό κινηματογράφο. Κι όταν αποφασίζουν να προβάλουν ταινίες τούρκων σκηνοθετών, τότε το κοινό που τις βλέπει είναι περιορισμένο», αναφέρει ο Αντίλ Καγιά, διευθυντής του Φεστιβάλ Γερμανοτουρκικού Κινηματογράφου που ολοκληρώθηκε την περασμένη Κυριακή στη Νυρεμβέργη. Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα των τούρκων σκηνοθετών είναι ότι τα τελευταία χρόνια είναι αποκλεισμένοι από προγράμματα κρατικών επιχορηγήσεων.Σε όλα αυτά προστίθεται η αγωνία και ο φόβος των διώξεων, ιδίως μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016.
Η τουρκική τέχνη σε κώμα
«Σε μια δημοκρατία οι πολίτες στηρίζουν τις ελπίδες τους στην αντιπολίτευση, περιμένουν τις επόμενες εκλογές. Αλλά στην Τουρκία η αντιπολίτευση είναι ανύπαρκτη, γι' αυτό και ανησυχώ», λέει χαρακτηριστικά ο τούρκος σκηνοθέτης Τεφίκ Μπασέρ. Όπως αναφέρει ο 66χρονος σκηνοθέτης, πολλοί συνάδελφοί του στην Τουρκία είναι πλέον άνεργοι.
«Όταν ένας πολίτης δεν μπορεί να μιλήσει ελεύθερα στην ίδια του τη χώρα, αυτό ισοδυναμεί με θάνατο», λέει ο Μπασέρ. Παρόμοιες ανησυχίες έχουν όλοι οι τούρκοι σκηνοθέτες που συμμετείχαν στον φεστιβάλ της Νυρεμβέργης, επισημαίνοντας ότι τα τελευταία χρόνια η κατάσταση οδεύει από το κακό στο χειρότερο. «Είμαι 57 ετών και έχω ζήσει ήδη τρία πραξικοπήματα στην Τουρκία», αναφέρει από την πλευρά του ο σεναριογράφος, σκηνοθέτης και ηθοποιός Ερκάν Κεσάλ από την Κωνσταντινούπολη. Για τον ίδιο η σημερινή κατάσταση στην Τουρκία του Ερντογάν δεν είναι κάτι νέο. Όποιος εκφράζεται δημόσια με οποιοδήποτε μέσο διατρέχει κίνδυνο δίωξης. Επομένως η άσκηση πίεσης στους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο στην χώρα, αλλά μάλλον μια τακτική ευρέως διαδεδομένη με βαθιές ρίζες στο παρελθόν.
Υπάρχει και η άλλη Τουρκία...
«Είναι η πατρίδα μας. Αλλά μέχρι σήμερα δεν ξέρουμε τι θα πει ελευθερία της έκφρασης ή σεβασμός της πολυφωνίας», εκτιμά ο Μπασέρ. «Βρισκόμαστε σε κώμα», λέει εμφατικά, σημειώνοντας ότι υπό τις παρούσες συνθήκες είναι δύσκολο για τους τούρκους σκηνοθέτες να δημιουργήσουν τέχνη άνευ όρων και ορίων. Ωστόσο εκτιμά ότι αυτό είναι και το μεγάλο στοίχημα. Κάνοντας μια αντιπαραβολή με την πλούσια κινηματογραφική παραγωγή χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ, όπου παρά την κρατική λογοκρισία Ούγγροι, Τσέχοι και Ουκρανοί σκηνοθέτες κατάφεραν να φτιάξουν μια δική τους αλληγορική κινηματογραφική γλώσσα, θεωρεί ότι και στην Τουρκία όσοι ασχολούνται με το σινεμά θα πρέπει να σταματήσουν να αυτολογοκρίνονται.
Σε καιρούς καταστολής η καλλιτεχνική δημιουργικότητα αυξάνεται, υπενθυμίζει ο Ερκάν Κεσάλ, υπογραμμίζοντας ότι ακόμη και σήμερα μπορεί κανείς να βρει αξιόλογες ανεξάρτητες τουρκικές παραγωγές. Αυτό φάνηκε άλλωστε και από τις ταινίες που προβλήθηκαν στη Νυρεμβέργη, όπου το βάρος έπεσε στην ανάδειξη της «άλλης Τουρκίας», αυτής που μένει μακριά από τις διεθνείς ειδήσεις. Ο Κεσάλ πιστεύει ακράδαντα ότι ο κόσμος αλλάζει μόνο μέσα από αγώνες και αντίσταση. «Και εμείς λοιπόν θα αγωνιστούμε και θα συνδράμουμε την αντίσταση». Βέβαια, αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι τόσο ο Μπασέρ όσο και ο Κεσάλ βλέπουν με κριτική ματιά όχι μόνο την Τουρκία αλλά και τη Γερμανία, η οποία, όπως λένε, δεν έδειχνε τον ίδιο ζήλο για τα τεκταινόμενα στην Τουρκία στο παρελθόν. Όλα άλλαξαν με το ξέσπασμα της προσφυγικής κρίσης, όταν πλέον Ευρώπη και Γερμανία άρχισαν να βλέπουν την Τουρκία ως «συνοριοφύλακα» της Ευρώπης. «Χρειαζόμαστε την αλληλεγγύη της Ευρώπης και της Γερμανίας», σημειώνει ο Κεσάλ αλλά όχι μόνο προς όφελος των συμφερόντων τους αλλά πολύ περισσότερο για να βοηθήσουν πραγματικά την Τουρκία να εμπεδώσει και να εδραιώσει τη δημοκρατική παράδοση.
Κάτριν Σίμον, dpa / Δήμητρα Κυρανούδη

Τούρκοι σκηνοθέτες αυτολογοκρίνονται
Δεν έχουν χρηματοδότηση, ούτε κοινό. Από το κράτος δεν λαμβάνουν καμία υποστήριξη, το αντίθετο. Η λογοκρισία είναι καθημερινό φαινόμενο για τους περισσότερους τούρκους σκηνοθέτες. Όπως και η αυτολογοκρισία.Αντιμέτωποι με την κρατική καταστολή δεν βρίσκονται μόνο οι τούρκοι δημοσιογράφοι και οι πολιτικοί αντιφρονούντες. Μεγάλες δυσκολίες αντιμετωπίζουν πλέον στην καθημερινότητά τους και οι τούρκοι κινηματογραφιστές. Η αυστηρή αντιτρομοκρατική πολιτική της τουρκικής κυβέρνησης οδηγεί μεταξύ άλλων στη λογοκρισία του καλλιτεχνικού έργου. «Όλοι όσοι εκφράζονται με κριτική σκέψη μπλοκάρονται από την τουρκική κυβέρνηση. Τουρκικά κανάλια και διανομείς ταινιών δεν ενδιαφέρονται πλέον για τον τουρκικό κινηματογράφο. Κι όταν αποφασίζουν να προβάλουν ταινίες τούρκων σκηνοθετών, τότε το κοινό που τις βλέπει είναι περιορισμένο», αναφέρει ο Αντίλ Καγιά, διευθυντής του Φεστιβάλ Γερμανοτουρκικού Κινηματογράφου που ολοκληρώθηκε την περασμένη Κυριακή στη Νυρεμβέργη. Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα των τούρκων σκηνοθετών είναι ότι τα τελευταία χρόνια είναι αποκλεισμένοι από προγράμματα κρατικών επιχορηγήσεων.Σε όλα αυτά προστίθεται η αγωνία και ο φόβος των διώξεων, ιδίως μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016.
Η τουρκική τέχνη σε κώμα
«Σε μια δημοκρατία οι πολίτες στηρίζουν τις ελπίδες τους στην αντιπολίτευση, περιμένουν τις επόμενες εκλογές. Αλλά στην Τουρκία η αντιπολίτευση είναι ανύπαρκτη, γι' αυτό και ανησυχώ», λέει χαρακτηριστικά ο τούρκος σκηνοθέτης Τεφίκ Μπασέρ. Όπως αναφέρει ο 66χρονος σκηνοθέτης, πολλοί συνάδελφοί του στην Τουρκία είναι πλέον άνεργοι.
«Όταν ένας πολίτης δεν μπορεί να μιλήσει ελεύθερα στην ίδια του τη χώρα, αυτό ισοδυναμεί με θάνατο», λέει ο Μπασέρ. Παρόμοιες ανησυχίες έχουν όλοι οι τούρκοι σκηνοθέτες που συμμετείχαν στον φεστιβάλ της Νυρεμβέργης, επισημαίνοντας ότι τα τελευταία χρόνια η κατάσταση οδεύει από το κακό στο χειρότερο. «Είμαι 57 ετών και έχω ζήσει ήδη τρία πραξικοπήματα στην Τουρκία», αναφέρει από την πλευρά του ο σεναριογράφος, σκηνοθέτης και ηθοποιός Ερκάν Κεσάλ από την Κωνσταντινούπολη. Για τον ίδιο η σημερινή κατάσταση στην Τουρκία του Ερντογάν δεν είναι κάτι νέο. Όποιος εκφράζεται δημόσια με οποιοδήποτε μέσο διατρέχει κίνδυνο δίωξης. Επομένως η άσκηση πίεσης στους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο στην χώρα, αλλά μάλλον μια τακτική ευρέως διαδεδομένη με βαθιές ρίζες στο παρελθόν.
Υπάρχει και η άλλη Τουρκία...
«Είναι η πατρίδα μας. Αλλά μέχρι σήμερα δεν ξέρουμε τι θα πει ελευθερία της έκφρασης ή σεβασμός της πολυφωνίας», εκτιμά ο Μπασέρ. «Βρισκόμαστε σε κώμα», λέει εμφατικά, σημειώνοντας ότι υπό τις παρούσες συνθήκες είναι δύσκολο για τους τούρκους σκηνοθέτες να δημιουργήσουν τέχνη άνευ όρων και ορίων. Ωστόσο εκτιμά ότι αυτό είναι και το μεγάλο στοίχημα. Κάνοντας μια αντιπαραβολή με την πλούσια κινηματογραφική παραγωγή χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ, όπου παρά την κρατική λογοκρισία Ούγγροι, Τσέχοι και Ουκρανοί σκηνοθέτες κατάφεραν να φτιάξουν μια δική τους αλληγορική κινηματογραφική γλώσσα, θεωρεί ότι και στην Τουρκία όσοι ασχολούνται με το σινεμά θα πρέπει να σταματήσουν να αυτολογοκρίνονται.
Σε καιρούς καταστολής η καλλιτεχνική δημιουργικότητα αυξάνεται, υπενθυμίζει ο Ερκάν Κεσάλ, υπογραμμίζοντας ότι ακόμη και σήμερα μπορεί κανείς να βρει αξιόλογες ανεξάρτητες τουρκικές παραγωγές. Αυτό φάνηκε άλλωστε και από τις ταινίες που προβλήθηκαν στη Νυρεμβέργη, όπου το βάρος έπεσε στην ανάδειξη της «άλλης Τουρκίας», αυτής που μένει μακριά από τις διεθνείς ειδήσεις. Ο Κεσάλ πιστεύει ακράδαντα ότι ο κόσμος αλλάζει μόνο μέσα από αγώνες και αντίσταση. «Και εμείς λοιπόν θα αγωνιστούμε και θα συνδράμουμε την αντίσταση». Βέβαια, αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι τόσο ο Μπασέρ όσο και ο Κεσάλ βλέπουν με κριτική ματιά όχι μόνο την Τουρκία αλλά και τη Γερμανία, η οποία, όπως λένε, δεν έδειχνε τον ίδιο ζήλο για τα τεκταινόμενα στην Τουρκία στο παρελθόν. Όλα άλλαξαν με το ξέσπασμα της προσφυγικής κρίσης, όταν πλέον Ευρώπη και Γερμανία άρχισαν να βλέπουν την Τουρκία ως «συνοριοφύλακα» της Ευρώπης. «Χρειαζόμαστε την αλληλεγγύη της Ευρώπης και της Γερμανίας», σημειώνει ο Κεσάλ αλλά όχι μόνο προς όφελος των συμφερόντων τους αλλά πολύ περισσότερο για να βοηθήσουν πραγματικά την Τουρκία να εμπεδώσει και να εδραιώσει τη δημοκρατική παράδοση.
Κάτριν Σίμον, dpa / Δήμητρα Κυρανούδη

Τούρκοι σκηνοθέτες αυτολογοκρίνονται
Δεν έχουν χρηματοδότηση, ούτε κοινό. Από το κράτος δεν λαμβάνουν καμία υποστήριξη, το αντίθετο. Η λογοκρισία είναι καθημερινό φαινόμενο για τους περισσότερους τούρκους σκηνοθέτες. Όπως και η αυτολογοκρισία.Αντιμέτωποι με την κρατική καταστολή δεν βρίσκονται μόνο οι τούρκοι δημοσιογράφοι και οι πολιτικοί αντιφρονούντες. Μεγάλες δυσκολίες αντιμετωπίζουν πλέον στην καθημερινότητά τους και οι τούρκοι κινηματογραφιστές. Η αυστηρή αντιτρομοκρατική πολιτική της τουρκικής κυβέρνησης οδηγεί μεταξύ άλλων στη λογοκρισία του καλλιτεχνικού έργου. «Όλοι όσοι εκφράζονται με κριτική σκέψη μπλοκάρονται από την τουρκική κυβέρνηση. Τουρκικά κανάλια και διανομείς ταινιών δεν ενδιαφέρονται πλέον για τον τουρκικό κινηματογράφο. Κι όταν αποφασίζουν να προβάλουν ταινίες τούρκων σκηνοθετών, τότε το κοινό που τις βλέπει είναι περιορισμένο», αναφέρει ο Αντίλ Καγιά, διευθυντής του Φεστιβάλ Γερμανοτουρκικού Κινηματογράφου που ολοκληρώθηκε την περασμένη Κυριακή στη Νυρεμβέργη. Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα των τούρκων σκηνοθετών είναι ότι τα τελευταία χρόνια είναι αποκλεισμένοι από προγράμματα κρατικών επιχορηγήσεων.Σε όλα αυτά προστίθεται η αγωνία και ο φόβος των διώξεων, ιδίως μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016.
Η τουρκική τέχνη σε κώμα
«Σε μια δημοκρατία οι πολίτες στηρίζουν τις ελπίδες τους στην αντιπολίτευση, περιμένουν τις επόμενες εκλογές. Αλλά στην Τουρκία η αντιπολίτευση είναι ανύπαρκτη, γι' αυτό και ανησυχώ», λέει χαρακτηριστικά ο τούρκος σκηνοθέτης Τεφίκ Μπασέρ. Όπως αναφέρει ο 66χρονος σκηνοθέτης, πολλοί συνάδελφοί του στην Τουρκία είναι πλέον άνεργοι.
«Όταν ένας πολίτης δεν μπορεί να μιλήσει ελεύθερα στην ίδια του τη χώρα, αυτό ισοδυναμεί με θάνατο», λέει ο Μπασέρ. Παρόμοιες ανησυχίες έχουν όλοι οι τούρκοι σκηνοθέτες που συμμετείχαν στον φεστιβάλ της Νυρεμβέργης, επισημαίνοντας ότι τα τελευταία χρόνια η κατάσταση οδεύει από το κακό στο χειρότερο. «Είμαι 57 ετών και έχω ζήσει ήδη τρία πραξικοπήματα στην Τουρκία», αναφέρει από την πλευρά του ο σεναριογράφος, σκηνοθέτης και ηθοποιός Ερκάν Κεσάλ από την Κωνσταντινούπολη. Για τον ίδιο η σημερινή κατάσταση στην Τουρκία του Ερντογάν δεν είναι κάτι νέο. Όποιος εκφράζεται δημόσια με οποιοδήποτε μέσο διατρέχει κίνδυνο δίωξης. Επομένως η άσκηση πίεσης στους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο στην χώρα, αλλά μάλλον μια τακτική ευρέως διαδεδομένη με βαθιές ρίζες στο παρελθόν.
Υπάρχει και η άλλη Τουρκία...
«Είναι η πατρίδα μας. Αλλά μέχρι σήμερα δεν ξέρουμε τι θα πει ελευθερία της έκφρασης ή σεβασμός της πολυφωνίας», εκτιμά ο Μπασέρ. «Βρισκόμαστε σε κώμα», λέει εμφατικά, σημειώνοντας ότι υπό τις παρούσες συνθήκες είναι δύσκολο για τους τούρκους σκηνοθέτες να δημιουργήσουν τέχνη άνευ όρων και ορίων. Ωστόσο εκτιμά ότι αυτό είναι και το μεγάλο στοίχημα. Κάνοντας μια αντιπαραβολή με την πλούσια κινηματογραφική παραγωγή χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ, όπου παρά την κρατική λογοκρισία Ούγγροι, Τσέχοι και Ουκρανοί σκηνοθέτες κατάφεραν να φτιάξουν μια δική τους αλληγορική κινηματογραφική γλώσσα, θεωρεί ότι και στην Τουρκία όσοι ασχολούνται με το σινεμά θα πρέπει να σταματήσουν να αυτολογοκρίνονται.
Σε καιρούς καταστολής η καλλιτεχνική δημιουργικότητα αυξάνεται, υπενθυμίζει ο Ερκάν Κεσάλ, υπογραμμίζοντας ότι ακόμη και σήμερα μπορεί κανείς να βρει αξιόλογες ανεξάρτητες τουρκικές παραγωγές. Αυτό φάνηκε άλλωστε και από τις ταινίες που προβλήθηκαν στη Νυρεμβέργη, όπου το βάρος έπεσε στην ανάδειξη της «άλλης Τουρκίας», αυτής που μένει μακριά από τις διεθνείς ειδήσεις. Ο Κεσάλ πιστεύει ακράδαντα ότι ο κόσμος αλλάζει μόνο μέσα από αγώνες και αντίσταση. «Και εμείς λοιπόν θα αγωνιστούμε και θα συνδράμουμε την αντίσταση». Βέβαια, αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι τόσο ο Μπασέρ όσο και ο Κεσάλ βλέπουν με κριτική ματιά όχι μόνο την Τουρκία αλλά και τη Γερμανία, η οποία, όπως λένε, δεν έδειχνε τον ίδιο ζήλο για τα τεκταινόμενα στην Τουρκία στο παρελθόν. Όλα άλλαξαν με το ξέσπασμα της προσφυγικής κρίσης, όταν πλέον Ευρώπη και Γερμανία άρχισαν να βλέπουν την Τουρκία ως «συνοριοφύλακα» της Ευρώπης. «Χρειαζόμαστε την αλληλεγγύη της Ευρώπης και της Γερμανίας», σημειώνει ο Κεσάλ αλλά όχι μόνο προς όφελος των συμφερόντων τους αλλά πολύ περισσότερο για να βοηθήσουν πραγματικά την Τουρκία να εμπεδώσει και να εδραιώσει τη δημοκρατική παράδοση.
Κάτριν Σίμον, dpa / Δήμητρα Κυρανούδη

Οι εργοδότες μπορούν να απαγορεύουν τη μαντήλα
Με μια σημαντική απόφαση το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου έκρινε ότι είναι θεμιτό επιχειρήσεις να απαγορεύουν βάσει εσωτερικού κανονισμού τη μαντήλα σε μουσουλμάνες εργαζόμενες. Κάτι τέτοιο δεν αποτελεί δυσμενή διάκριση.Ο εσωτερικός κανονισμός μιας επιχείρησης, ο οποίος απαγορεύει στους εργαζόμενους να φορούν οποιοδήποτε πολιτικό, θρησκευτικό και φιλοσοφικό σύμβολο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβάλει δυσμενή διάκριση σε βάρος των εργαζομένων και συνεπώς δεν υπάρχει παραβίαση του Ευρωπαϊκού Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.
Αυτό αποφάνθηκε σήμερα το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) απαντώντας σε προδικαστικό ερώτημα του Ανώτατου Βελγικού Δικαστηρίου, το οποίο είχε επιληφθεί προσφυγής εργαζόμενης μουσουλμανικού θρησκεύματος. Η εν λόγω εργαζόμενη επί της υποδοχής πελατών απολύθηκε γιατί αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τον κανονισμό της επιχείρησης που απαγόρευε τη μουσουλμανική μαντήλα.
Ένα θέμα που διχάζει τα κράτη-μέλη της ΕΕ
Πρόκειται για μια σημαντική ευρωπαϊκή δικαστική απόφαση η οποία θα αποτελέσει νομολογία πλέον σε όλη την ΕΕ πάνω σε ένα ιδιαίτερα θέμα ευαίσθητο, όπως αυτό της μουσουλμανικής μαντήλας, που απασχολεί έντονα την κοινή γνώμη εδώ και χρόνια σε πολλά κράτη-μέλη.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο διαπίστωσε σήμερα ότι η απαγόρευση της χρήσης συμβόλων δεν μπορεί να θεωρηθεί διάκριση γιατί αφορά όλους τους εργαζόμενους ανεξαρτήτως πεποιθήσεων. Ένας τέτοιος κανόνας δεν εισάγει άμεση διάκριση λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων όπως αυτές ορίζονται από το ευρωπαϊκό δίκαιο, αναφέρει ειδικότερα η απόφαση.
Επιπλέον το Δικαστήριο επισημαίνει ότι είναι θεμιτό ένας εργοδότης να επιθυμεί να επιδεικνύει μια εικόνα ουδετερότητας έναντι των πελατών του, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, ιδίως όταν τούτο αφορά μόνον τους εργαζομένους που έρχονται σε επαφή με τους πελάτες. Ειδικότερα, η βούληση αυτή συνδέεται με την επιχειρηματική ελευθερία, η οποία αναγνωρίζεται επίσης από τον Χάρτη Θεμελιωδών δικαιωμάτων, επισημαίνει η απόφαση.
Νίκος Μπέλλος, Βρυξέλλες

Οι εργοδότες μπορούν να απαγορεύουν τη μαντήλα
Με μια σημαντική απόφαση το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου έκρινε ότι είναι θεμιτό επιχειρήσεις να απαγορεύουν βάσει εσωτερικού κανονισμού τη μαντήλα σε μουσουλμάνες εργαζόμενες. Κάτι τέτοιο δεν αποτελεί δυσμενή διάκριση.Ο εσωτερικός κανονισμός μιας επιχείρησης, ο οποίος απαγορεύει στους εργαζόμενους να φορούν οποιοδήποτε πολιτικό, θρησκευτικό και φιλοσοφικό σύμβολο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβάλει δυσμενή διάκριση σε βάρος των εργαζομένων και συνεπώς δεν υπάρχει παραβίαση του Ευρωπαϊκού Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.
Αυτό αποφάνθηκε σήμερα το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) απαντώντας σε προδικαστικό ερώτημα του Ανώτατου Βελγικού Δικαστηρίου, το οποίο είχε επιληφθεί προσφυγής εργαζόμενης μουσουλμανικού θρησκεύματος. Η εν λόγω εργαζόμενη επί της υποδοχής πελατών απολύθηκε γιατί αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τον κανονισμό της επιχείρησης που απαγόρευε τη μουσουλμανική μαντήλα.
Ένα θέμα που διχάζει τα κράτη-μέλη της ΕΕ
Πρόκειται για μια σημαντική ευρωπαϊκή δικαστική απόφαση η οποία θα αποτελέσει νομολογία πλέον σε όλη την ΕΕ πάνω σε ένα ιδιαίτερα θέμα ευαίσθητο, όπως αυτό της μουσουλμανικής μαντήλας, που απασχολεί έντονα την κοινή γνώμη εδώ και χρόνια σε πολλά κράτη-μέλη.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο διαπίστωσε σήμερα ότι η απαγόρευση της χρήσης συμβόλων δεν μπορεί να θεωρηθεί διάκριση γιατί αφορά όλους τους εργαζόμενους ανεξαρτήτως πεποιθήσεων. Ένας τέτοιος κανόνας δεν εισάγει άμεση διάκριση λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων όπως αυτές ορίζονται από το ευρωπαϊκό δίκαιο, αναφέρει ειδικότερα η απόφαση.
Επιπλέον το Δικαστήριο επισημαίνει ότι είναι θεμιτό ένας εργοδότης να επιθυμεί να επιδεικνύει μια εικόνα ουδετερότητας έναντι των πελατών του, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, ιδίως όταν τούτο αφορά μόνον τους εργαζομένους που έρχονται σε επαφή με τους πελάτες. Ειδικότερα, η βούληση αυτή συνδέεται με την επιχειρηματική ελευθερία, η οποία αναγνωρίζεται επίσης από τον Χάρτη Θεμελιωδών δικαιωμάτων, επισημαίνει η απόφαση.
Νίκος Μπέλλος, Βρυξέλλες

Οι εργοδότες μπορούν να απαγορεύουν τη μαντήλα
Με μια σημαντική απόφαση το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου έκρινε ότι είναι θεμιτό επιχειρήσεις να απαγορεύουν βάσει εσωτερικού κανονισμού τη μαντήλα σε μουσουλμάνες εργαζόμενες. Κάτι τέτοιο δεν αποτελεί δυσμενή διάκριση.Ο εσωτερικός κανονισμός μιας επιχείρησης, ο οποίος απαγορεύει στους εργαζόμενους να φορούν οποιοδήποτε πολιτικό, θρησκευτικό και φιλοσοφικό σύμβολο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβάλει δυσμενή διάκριση σε βάρος των εργαζομένων και συνεπώς δεν υπάρχει παραβίαση του Ευρωπαϊκού Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.
Αυτό αποφάνθηκε σήμερα το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) απαντώντας σε προδικαστικό ερώτημα του Ανώτατου Βελγικού Δικαστηρίου, το οποίο είχε επιληφθεί προσφυγής εργαζόμενης μουσουλμανικού θρησκεύματος. Η εν λόγω εργαζόμενη επί της υποδοχής πελατών απολύθηκε γιατί αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τον κανονισμό της επιχείρησης που απαγόρευε τη μουσουλμανική μαντήλα.
Ένα θέμα που διχάζει τα κράτη-μέλη της ΕΕ
Πρόκειται για μια σημαντική ευρωπαϊκή δικαστική απόφαση η οποία θα αποτελέσει νομολογία πλέον σε όλη την ΕΕ πάνω σε ένα ιδιαίτερα θέμα ευαίσθητο, όπως αυτό της μουσουλμανικής μαντήλας, που απασχολεί έντονα την κοινή γνώμη εδώ και χρόνια σε πολλά κράτη-μέλη.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο διαπίστωσε σήμερα ότι η απαγόρευση της χρήσης συμβόλων δεν μπορεί να θεωρηθεί διάκριση γιατί αφορά όλους τους εργαζόμενους ανεξαρτήτως πεποιθήσεων. Ένας τέτοιος κανόνας δεν εισάγει άμεση διάκριση λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων όπως αυτές ορίζονται από το ευρωπαϊκό δίκαιο, αναφέρει ειδικότερα η απόφαση.
Επιπλέον το Δικαστήριο επισημαίνει ότι είναι θεμιτό ένας εργοδότης να επιθυμεί να επιδεικνύει μια εικόνα ουδετερότητας έναντι των πελατών του, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, ιδίως όταν τούτο αφορά μόνον τους εργαζομένους που έρχονται σε επαφή με τους πελάτες. Ειδικότερα, η βούληση αυτή συνδέεται με την επιχειρηματική ελευθερία, η οποία αναγνωρίζεται επίσης από τον Χάρτη Θεμελιωδών δικαιωμάτων, επισημαίνει η απόφαση.
Νίκος Μπέλλος, Βρυξέλλες

«Παρέλυσαν» τα αεροδρόμια του Βερολίνου
Συνεχίζεται το χάος στα δυο αεροδρόμια του Βερολίνου, Σένεφελντ και Τέγκελ, με αφορμή τη συνεχιζόμενη απεργία του προσωπικού εδάφους. Αύξηση του ωρομισθίου κατά ένα ευρώ ζητά το συνδικάτο Verdi.Οι κινητοποιήσεις των εργαζομένων που συνεχίζονται για δεύτερη μέρα οδηγούν στην ακύρωση του συνόλου σχεδόν των πτήσεων από και προς τα δυο αεροδρόμια. Την απεργία προκήρυξε το συνδικάτο Verdi με αφορμή μισθολογικές διεκδικήσεις για τους 2.000 περίπου εργαζόμενους. Αν και οι κινητοποιήσεις επρόκειτο να διαρκέσουν αρχικά μέχρι σήμερα το πρωί, παρατάθηκαν τελικώς για άλλες 24 ώρες μέχρι το πρωί της Τετάρτης.
Μέχρι το πρωί της Τρίτης είχαν ακυρωθεί 466 πτήσεις από και προς το Τέγκελ καθώς και 195 πτήσεις από και προς το Σένεφελντ, όπως ανακοίνωσε εκπρόσωπος της διαχειρίστριας εταιρίας των αεροδρομίων. Και σήμερα αναμένεται να ματαιωθούν εκατοντάδες πτήσεις ενώ ένα μικρό μέρος τους ενδέχεται να πραγματοποιηθεί από κοντινά αεροδρόμια, όπως της Λειψίας και της Δρέσδης.
Κριτική στις απεργίες
Πολλοί επιβάτες φαίνεται να δείχνουν κατανόηση για τα αιτήματα των εργαζομένων, αλλά μόνον εν μέρει: «Είναι δικαίωμά τους μέχρι τη στιγμή που προσκρούει στα δικά μας δικαιώματα. Θα πρέπει λοιπόν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί (…). Έκαναν απεργία για ένα συγκεκριμένο διάστημα και αποφάσισαν να την επιμηκύνουν. Οι αεροπορικές εταιρίες όμως δεν ήταν ενήμερες και έτσι οι επιβάτες αρχίζουν να καταφθάνουν στο αεροδρόμιο, νομίζοντας ότι οι απεργίες τελείωσαν».
Δριμεία κριτική στις απεργιακές κινητοποιήσεις του προσωπικού εδάφους που έχουν καθηλώσει τα αεροπλάνα στο έδαφος και χιλιάδες επιβάτες στις αίθουσες αναμονής ασκούν οι αεροπορικές εταιρίες, ζητώντας την άμεση παρέμβαση της πολιτικής. Ο σύνδεσμος γερμανικών αεροδρομίων ADV τονίζει ότι η τακτική του συνδικάτου Verdi «ξεπερνά κάθε όριο» αφού έχει ως αποτέλεσμα να «αποκόπτει επί μέρες τη γερμανική πρωτεύουσα από τις εναέριες συγκοινωνίες».
Κριτική στη «φτωχή» προσφορά των εργοδοτών
Η απεργία γίνεται με αφορμή μισθολογικές διεκδικήσεις του προσωπικού εδάφους. Το Verdi ζητά αύξηση του ωρομισθίου κατά ένα ευρώ στο πλαίσιο μιας ετήσιας συλλογικής συμφωνίας. Από την πλευρά τους οι εργοδότες αντιπροτείνουν μια σταδιακή αύξηση 8% σε ορίζοντα τριετίας για όλες τις μισθολογικές ομάδες. Σύμφωνα με το συνδικάτο, η πρόταση αυτή αντιστοιχεί για έναν απλό εργαζόμενο σε μια αύξηση κατά μόλις 27 σεντ την ώρα.
Όπως δήλωσε ο εκπρόσωπος του Verdi Γενς Γκρέγκερ: «Συνεχίζουμε την απεργία διότι οι εργοδότες δεν κατέθεσαν καλύτερη προσφορά. (…) Κάναμε τους υπολογισμούς μας και (η προσφορά τους) σημαίνει 27 λεπτά του ευρώ ανά ώρα, το οποίο είναι απαράδεκτο για τους συναδέλφους μας».
Τα αιτήματα του συνδικάτου αφορούν 2.000 υπαλλήλους του προσωπικού εδάφους. Μεταξύ άλλων είναι επιφορτισμένοι με το check-in, την φόρτωση εμπορευμάτων, αποσκευών και ταχυδρομείου, τον καθαρισμό και ανεφοδιασμό των αεροσκαφών καθώς και το catering.
Οι απεργίες των εργαζομένων στα αεροδρόμια του Τέγκελ και του Σένεφελντ ξεκίνησαν την Παρασκευή. Το Σαββατοκύριακο οι εργοδότες δεν κατέθεσαν νέα προσφορά και έτσι το Verdi αποφάσισε τη συνέχιση των κινητοποιήσεων.
dpa, rtrd, Κώστας Συμεωνίδης

Stay in touch:
Newsletter
Don't miss
«Πλαφόν» στους ξένους μαθητές θέλει η Μελόνι
Στα σχέδια που προωθεί η Ιταλίδα πρωθυπουργός περιλαμβάνονται απαγόρευση...
To ελληνικό πρόγραμμα της DW συνεχίζει
Το Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο της Deutsche Welle αποφάσισε ομόφωνα τη...
Διπλές κάλπες: Νέα δοκιμασία για τη γερμανική δημοκρατία
Οι κάλπες σε Βερολίνο και Μεκλεμβούργο δεν κρίνουν μόνο...
ΠΟΛΙΤΙΚΗ-ΑΠΟΨΕΙΣ / POLITIK-ANSICHTEN / ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Θάνατος Μαζωνάκη: Κρεσέντο Τηλεοπτικής «Ανθρωποφαγίας!…»
Προφορικό πιπεράτο του Γιώργο Πιπερόπουλου
Θα είμαι Λακωνικός και...


