Τελευταία νέα:

SPD: Κόμμα στα πρόθυρα νευρικής κρίσης

Για το ιστορικότερο κόμμα της Γερμανίας, το Σοσιαλδημοκρατικό, η...

Μοχάμαντ Γκαλιμπάφ: Ο συνομιλητής του Τραμπ;

Ποιος είναι ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου του Ιράν και...

O Ερντογάν ποντάρει ξανά στη διπλωματία της κρίσης

Η Άγκυρα επιδιώκει και πάλι να αναλάβει ρόλο μεσολαβητή,...

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ-ΙΣΤΟΡΙΑ / KULTUR-GESCHICHTE

SPD: Κόμμα στα πρόθυρα νευρικής κρίσης

Για το ιστορικότερο κόμμα της Γερμανίας, το Σοσιαλδημοκρατικό, η τρέχουσα περίοδος είναι ίσως η χειρότερη της ιστορίας του και πολλοί φοβούνται ότι ακόμα δεν...

Μοχάμαντ Γκαλιμπάφ: Ο συνομιλητής του Τραμπ;

Ποιος είναι ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου του Ιράν και δυνητικός συνομιλητής του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ σε μια προοπτική κατάπαυσης των εχθροπραξιών.Ο πρόεδρος των...

O Ερντογάν ποντάρει ξανά στη διπλωματία της κρίσης

Η Άγκυρα επιδιώκει και πάλι να αναλάβει ρόλο μεσολαβητή, με τη χώρα ως ηγεμονική δύναμη στην περιοχή, ενώ τοποθετείται κατά της «ρητορικής μίσους και...

Επικό ντοκιμαντέρ για την Αθήνα της κρίσης

Το «Combat au bout de la nuit» του καναδού σκηνοθέτη Συλβαίν Λ' Εσπεράνς είναι το πρώτο μέρος μιας τριλογίας για την κρίση στην Ελλάδα. Πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου.«Τι νάναι αυτό που φέγγει στο σκοτάδι, νάναι άραγε ήλιος», με αυτό το στίχο του Τάσου Λειβαδίτη από το Χρονικό της Μακρονήσου που έχει το γενικό τίτλο «Μάχη στην άκρη της νύχτας» ξεκινά το νέο ντοκιμαντέρ του Συλβαίν Λ'Εσπεράν,ς το οποίο φέρει ακριβώς τον ίδιο τίτλο. Τη Δευτέρα το «Combat au bout de la nuit», δηλαδή «Μάχη στην άκρη της νύχτας», είχε πρεμιέρα στο τμήμα Πανόραμα της Berlinale. Ο κοινός παρονομαστής Εδώ και σχεδόν 30 χρόνια ο καναδός σκηνοθέτης Συλβαίν Λ' Εσπεράνς γυρίζει ντοκιμαντέρ. Το ενδιαφέρον των βραβευμένων ταινιών του αφορά κυρίως την Αφρική και προπαντός τους πρόσφυγες. Οπότε, κάποια στιγμή ήταν σχεδόν φυσικό να τους ακολουθήσει στο ταξίδι τους για την Ευρώπη. Από το 2014 ως το 2016 ταξίδεψε έξι φορές στην Αθήνα, ενώ τα γυρίσματα της ταινίας κράτησαν πάνω από οκτώ μήνες. Το αποτέλεσμα αυτής της δουλειάς είναι ένα ντοκιμαντέρ 285 λεπτών για μια Αθήνα που είναι βυθισμένη στην κρίση. Αρχική του πρόθεση δεν ήταν όμως να γυρίσει μια ταινία για την κρίση, διευκρινίζει ο σκηνοθέτης στη Deutsche Welle «αλλά μια ταινία που “βλέπει” με το μάτι των μεταναστών, των προσφύγων. Με την πάροδο του χρόνου η κατάσταση στη Ελλάδα είχε όμως αρχίσει να αλλάζει ραγδαία - η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, οι διαπραγματεύσεις με την τρόικα, η συνθηκολόγηση. Έτσι αποφάσισα να τα συμπεριλάβω όλα αυτά στην ταινία.» Με τη βοηθό σκηνοθέτη Φιλιώ Χατζηνάκου παρακολουθούν τον αγώνα των απολυμένων καθαριστριών του υπουργείου Οικονομικών, τις συζητήσεις εργατών στα ναυπηγεία, που προσπαθούν να αναλύσουν το φαινόμενο του φασισμού, την προσφορά γιατρών στα κοινωνικά ιατρεία και εθελοντών σε στέκια αστέγων, αλλά και πρόσφυγες από το Αφγανιστάν, τη Συρία, την Αφρική που πολλές φορές έχουν να αντιμετωπίσουν στην Ελλάδα χειρότερες συνθήκες από αυτές που τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους. Οι περιπτώσεις των ανθρώπων που παρουσιάζονται στην ταινία είναι τόσο διαφορετικές που δύσκολα αναγνωρίζει κανείς τον κοινό παρονομαστή. Όμως υπάρχει, επιμένει ο Συλβαίν Λ' Εσπεράνς: «Για μένα όλοι αυτοί οι άνθρωποι συνδέονται μεταξύ τους. Όλοι τους αγωνίζονται για κοινωνική δικαιοσύνη, εργασία, ψωμί, μια στέγη – για όλα αυτά που όλοι μας τα θέλουμε στη ζωή μας. Ο κάθε ένας με τον τρόπο του ζητά το ίδιο.» Υπάρχει ακόμη αντίσταση Αγωνίζονται όμως πράγματι οι Έλληνες; Τα πρώτα χρόνια της κρίσης όντως υπήρξε ένα κύμα διαμαρτυρίας. Τώρα όμως; Για ποιο λόγο λοιπόν δίνει στην ταινία του τόσο μεγάλη έκταση στον αγώνα των απολυμένων καθαριστριών του υπουργείου Οικονομικών; «Μπορεί να έχετε δίκιο ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει πολύ κόσμος που να αγωνίζεται πλέον. Πιστεύω όμως ότι οι καθαρίστριες αντιπροσωπεύουν αυτό που κρύβουν μέσα τους οι Έλληνες». Στην ταινία του ο Συλβαίν Λ' Εσπεράνς δείχνει ότι οι δύσκολες καταστάσεις δεν προκαλούν μόνο απελπισία. Δεν είναι λίγοι αυτοί, κυρίως από τα μεσαία στρώματα, που δείχνουν αλληλεγγύη προσφέροντας ανιδιοτελώς τη βοήθειά τους οργανώνοντας για παράδειγμα συσσίτια για άπορους και πρόσφυγες. Μα ούτε και οι πρόσφυγες είναι άβουλα πλάσματα και κακόμοιροι. Στη ταινία βλέπουμε αρκετές περιπτώσεις προσφύγων, οι οποίοι σε μια χώρα που πλήττεται από τεράστια οικονομικά προβλήματα και ανεργία δημιουργούν μόνοι τους ευκαιρίες για να κερδίσουν χρήματα για να μην εξαρτώνται από άλλους. Το πρώτο μέρος μιας τριλογίας Ο Συλβαίν Λ' Εσπεράνς δεν διαφωνεί με την παρατήρηση ότι η ταινία του κατά κάποιο τρόπο συνιστά καταγγελία. Με τη διαφορά ότι δεν είναι ο όδιος που διατυπώνει τις κατηγορίες. «Εγώ πηγαίνω και βρίσκω ανθρώπους και τους ακούω. Και αυτό κάνω και σε αυτή την ταινία. Πήγα στην Ελλάδα και προσπάθησα να καταλάβω τι έχουν οι άνθρωποι στο μυαλό τους. Για αυτό μου μιλούν στη ταινία. Ναι, είναι λοιπόν μια καταγγελία, την οποία όμως δεν διατυπώνω εγώ, αλλά οι Έλληνες που παίρνουν το λόγο» υποστηρίζει ο σκηνοθέτης. Όπως δηλώνει στη Deutsche Welle, η «Μάχη στην άκρη της νύχτας» είναι το πρώτο μέρος μιας τριλογίας γύρω από την ελληνική κρίση. Ήδη προετοιμάζει τα γυρίσματα για το επόμενο. Παναγιώτης Κουπαράνης, Βερολίνο

Επικό ντοκιμαντέρ για την Αθήνα της κρίσης

Το «Combat au bout de la nuit» του καναδού σκηνοθέτη Συλβαίν Λ' Εσπεράνς είναι το πρώτο μέρος μιας τριλογίας για την κρίση στην Ελλάδα. Πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου.«Τι νάναι αυτό που φέγγει στο σκοτάδι, νάναι άραγε ήλιος», με αυτό το στίχο του Τάσου Λειβαδίτη από το Χρονικό της Μακρονήσου που έχει το γενικό τίτλο «Μάχη στην άκρη της νύχτας» ξεκινά το νέο ντοκιμαντέρ του Συλβαίν Λ'Εσπεράν,ς το οποίο φέρει ακριβώς τον ίδιο τίτλο. Τη Δευτέρα το «Combat au bout de la nuit», δηλαδή «Μάχη στην άκρη της νύχτας», είχε πρεμιέρα στο τμήμα Πανόραμα της Berlinale. Ο κοινός παρονομαστής Εδώ και σχεδόν 30 χρόνια ο καναδός σκηνοθέτης Συλβαίν Λ' Εσπεράνς γυρίζει ντοκιμαντέρ. Το ενδιαφέρον των βραβευμένων ταινιών του αφορά κυρίως την Αφρική και προπαντός τους πρόσφυγες. Οπότε, κάποια στιγμή ήταν σχεδόν φυσικό να τους ακολουθήσει στο ταξίδι τους για την Ευρώπη. Από το 2014 ως το 2016 ταξίδεψε έξι φορές στην Αθήνα, ενώ τα γυρίσματα της ταινίας κράτησαν πάνω από οκτώ μήνες. Το αποτέλεσμα αυτής της δουλειάς είναι ένα ντοκιμαντέρ 285 λεπτών για μια Αθήνα που είναι βυθισμένη στην κρίση. Αρχική του πρόθεση δεν ήταν όμως να γυρίσει μια ταινία για την κρίση, διευκρινίζει ο σκηνοθέτης στη Deutsche Welle «αλλά μια ταινία που “βλέπει” με το μάτι των μεταναστών, των προσφύγων. Με την πάροδο του χρόνου η κατάσταση στη Ελλάδα είχε όμως αρχίσει να αλλάζει ραγδαία - η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, οι διαπραγματεύσεις με την τρόικα, η συνθηκολόγηση. Έτσι αποφάσισα να τα συμπεριλάβω όλα αυτά στην ταινία.» Με τη βοηθό σκηνοθέτη Φιλιώ Χατζηνάκου παρακολουθούν τον αγώνα των απολυμένων καθαριστριών του υπουργείου Οικονομικών, τις συζητήσεις εργατών στα ναυπηγεία, που προσπαθούν να αναλύσουν το φαινόμενο του φασισμού, την προσφορά γιατρών στα κοινωνικά ιατρεία και εθελοντών σε στέκια αστέγων, αλλά και πρόσφυγες από το Αφγανιστάν, τη Συρία, την Αφρική που πολλές φορές έχουν να αντιμετωπίσουν στην Ελλάδα χειρότερες συνθήκες από αυτές που τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους. Οι περιπτώσεις των ανθρώπων που παρουσιάζονται στην ταινία είναι τόσο διαφορετικές που δύσκολα αναγνωρίζει κανείς τον κοινό παρονομαστή. Όμως υπάρχει, επιμένει ο Συλβαίν Λ' Εσπεράνς: «Για μένα όλοι αυτοί οι άνθρωποι συνδέονται μεταξύ τους. Όλοι τους αγωνίζονται για κοινωνική δικαιοσύνη, εργασία, ψωμί, μια στέγη – για όλα αυτά που όλοι μας τα θέλουμε στη ζωή μας. Ο κάθε ένας με τον τρόπο του ζητά το ίδιο.» Υπάρχει ακόμη αντίσταση Αγωνίζονται όμως πράγματι οι Έλληνες; Τα πρώτα χρόνια της κρίσης όντως υπήρξε ένα κύμα διαμαρτυρίας. Τώρα όμως; Για ποιο λόγο λοιπόν δίνει στην ταινία του τόσο μεγάλη έκταση στον αγώνα των απολυμένων καθαριστριών του υπουργείου Οικονομικών; «Μπορεί να έχετε δίκιο ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει πολύ κόσμος που να αγωνίζεται πλέον. Πιστεύω όμως ότι οι καθαρίστριες αντιπροσωπεύουν αυτό που κρύβουν μέσα τους οι Έλληνες». Στην ταινία του ο Συλβαίν Λ' Εσπεράνς δείχνει ότι οι δύσκολες καταστάσεις δεν προκαλούν μόνο απελπισία. Δεν είναι λίγοι αυτοί, κυρίως από τα μεσαία στρώματα, που δείχνουν αλληλεγγύη προσφέροντας ανιδιοτελώς τη βοήθειά τους οργανώνοντας για παράδειγμα συσσίτια για άπορους και πρόσφυγες. Μα ούτε και οι πρόσφυγες είναι άβουλα πλάσματα και κακόμοιροι. Στη ταινία βλέπουμε αρκετές περιπτώσεις προσφύγων, οι οποίοι σε μια χώρα που πλήττεται από τεράστια οικονομικά προβλήματα και ανεργία δημιουργούν μόνοι τους ευκαιρίες για να κερδίσουν χρήματα για να μην εξαρτώνται από άλλους. Το πρώτο μέρος μιας τριλογίας Ο Συλβαίν Λ' Εσπεράνς δεν διαφωνεί με την παρατήρηση ότι η ταινία του κατά κάποιο τρόπο συνιστά καταγγελία. Με τη διαφορά ότι δεν είναι ο όδιος που διατυπώνει τις κατηγορίες. «Εγώ πηγαίνω και βρίσκω ανθρώπους και τους ακούω. Και αυτό κάνω και σε αυτή την ταινία. Πήγα στην Ελλάδα και προσπάθησα να καταλάβω τι έχουν οι άνθρωποι στο μυαλό τους. Για αυτό μου μιλούν στη ταινία. Ναι, είναι λοιπόν μια καταγγελία, την οποία όμως δεν διατυπώνω εγώ, αλλά οι Έλληνες που παίρνουν το λόγο» υποστηρίζει ο σκηνοθέτης. Όπως δηλώνει στη Deutsche Welle, η «Μάχη στην άκρη της νύχτας» είναι το πρώτο μέρος μιας τριλογίας γύρω από την ελληνική κρίση. Ήδη προετοιμάζει τα γυρίσματα για το επόμενο. Παναγιώτης Κουπαράνης, Βερολίνο

Berlinale: Μια γερμανική ταινία στη Σαντορίνη

Το οικογενειακό δράμα «Η κόρη» της Μάσα Σιλίνσκι στο τμήμα «Προοπτική Γερμανικού Κινηματογράφου» της Berlinale διαδραματίζεται στη Σαντορίνη. Σε πρώτο ρόλο η Άρτεμις Χαλκίδου.Σε μια αμμουδιά της Σαντορίνης η ελληνογερμανίδα Χάνα ανακοινώνει στην πεντάχρονη κόρη της Λούκα ότι μόλις επιστρέψουν στο Βερολίνο θα χωρίσουν με τον πατέρα της Τζίμι. Και πράγματι, ο Τζίμι τον οποίο υποδύεται ο Κάρστεν Αντόνιο Μίλκε, μετακομίζει σε άλλο διαμέρισμα. Δύο χρόνια αργότερα οι τρεις τους επιστρέφουν ξανά μαζί στο νησί μόνο και μόνο επειδή βρέθηκε αγοραστής για το εξοχικό τους. Και εδώ συμβαίνει το απροσδόκητο – ο Τζίμι και η Χάνα, που υποδύεται η Άρτεμις Χαλκίδου, ξαναερωτεύονται. Η εξέλιξη αυτή δεν αρέσει καθόλου στην πλέον επτάχρονη Λούκα, που ενσαρκώνει καταπληκτικά η Χέλενα Τσένκελ. Το παιδί τύραννος Στο ενδιάμεσο διάστημα η Λούκα είχε αναπτύξει στενή σχέση με τον πατέρα της ενώ ταυτόχρονα είχε απομακρυνθεί από τη μητέρα της. Όπως εξηγεί η σκηνοθέτις της ταινίας, Μάσα Σιλίνσκι «όταν ενώνονται ξανά οι γονείς η Λούκα αισθάνεται σαν να εκδιώκεται από τον παράδεισο. Αυτό που θέλει είναι να είναι ξανά η βασίλισσα στο πλευρό του πατέρα της. Παρ' όλο που τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν είναι ασυνήθιστες - αντιμετωπίζονται ως ταμπού. Ήθελα οπωσδήποτε να γυρίσω ταινία γύρω από αυτό το θέμα». Η συμπεριφορά της Λούκα γίνεται αφόρητη. Δεν αφήνει τους γονείς της να κοιμηθούν στο ίδιο κρεβάτι, φεύγει από το εξοχικό για ώρες και με τυραννικό τρόπο προσπαθεί να αποσπάσει την προσοχή του πατέρα της. Το αποκορύφωμα έρχεται όταν η ξανθιά Λούκα λέει στη μελαχρινή μητέρα της ότι δεν της μοιάζει καθόλου και ότι για αυτό το λόγο δεν πιστεύει πως είναι κόρη της. Μάλιστα εκφράζει την υποψία ότι πιθανώς να έγινε κάποιο μπέρδεμα μετά τη γέννα στο νοσοκομείο. Τελικά το ζευγάρι δεν καταφέρνει να ξεπεράσει τα εμπόδια που τους θέτει η κόρη του. Το παιδί που τους ενώνει θα είναι η αιτία που δεν μπορούν να ζήσουν μαζί. Γιατί στη Σαντορίνη; Η επιλογή της Σαντορίνης ως τόπος όπου διαδραματίζεται η ταινία δεν είναι τυχαία. Όπως εξομολογείται η σκηνοθέτις Μάσα Σιλίνσικι «όταν ήμουν παιδί ερχόμουν συχνά στην Ελλάδα και για αυτό έχω μια στενή σχέση με τη χώρα. Κυρίως στη Σαντορίνη έχω περάσει μεγάλα διαστήματα με τη μητέρα μου και με φίλους της οικογένειας. Το νησί είναι για μένα ένας μοναδικός τόπος γεμάτος μαγεία.» Αλλά και η επιλογή της Άρτεμης Χαλκίδου ήταν σχεδόν δεδομένη, λέει η Μάσα Σιλίνσικι: «Αυτό που μου άρεσε πάρα πολύ είναι ότι σου δίνει την εντύπωση ότι κρύβει μέσα της ένα μεγάλο μυστικό. Και ο ρόλος της μητέρας έχει ανάγκη από αυτό το μυστικό, δηλαδή το να μη ξέρεις από που πηγάζει η δύναμη να τα αντέξει όλα αυτά.» Η 44χρονη Άρτεμις Χαλκίδου είναι κόρη Έλληνα και Ελληνοκύπριας που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Γερμανία. Μετά την αποφοίτησή της από τη δραματική σχολή στο Μόναχο το 1995, γύρισε ταινίες για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση και έπαιξε σε θέατρα στο Μόναχο, το Αμβούργο, την Κολωνία, τη Λειψία και το Βερολίνο όπου και ζει. Όπως θυμάται, πάντα ήθελε να γίνει ηθοποιός και ήδη από την εφηβική της ηλικία τής είχε δοθεί κατά κάποιο τρόπο η ευκαιρία να αναπτύξει το ταλέντο της: «Οι γονείς μου είχαν για πολλά χρόνια εστιατόριο σε ένα χωριό στη Γερμανία. Και εμείς τα παιδιά δουλεύαμε στο εστιατόριο που ήταν κάτι σαν σκηνή. Ο πατέρας μου είχε βάλει μια πίστα όπου εγώ και τα τρία αδέλφια μου χορεύαμε. Υπήρχε δηλαδή πάντα αυτό το σόου στο εστιατόριο.» Η Άρτεμις Χαλκίδου δεν έχει παίξει ακόμη σε ελληνική ταινία. Θα το ήθελε; Ναι, λέει, αν υπάρξει μια ενδιαφέρουσα πρόταση. Παναγιώτης Κουπαράνης, Βερολίνο

Berlinale: Μια γερμανική ταινία στη Σαντορίνη

Το οικογενειακό δράμα «Η κόρη» της Μάσα Σιλίνσκι στο τμήμα «Προοπτική Γερμανικού Κινηματογράφου» της Berlinale διαδραματίζεται στη Σαντορίνη. Σε πρώτο ρόλο η Άρτεμις Χαλκίδου.Σε μια αμμουδιά της Σαντορίνης η ελληνογερμανίδα Χάνα ανακοινώνει στην πεντάχρονη κόρη της Λούκα ότι μόλις επιστρέψουν στο Βερολίνο θα χωρίσουν με τον πατέρα της Τζίμι. Και πράγματι, ο Τζίμι τον οποίο υποδύεται ο Κάρστεν Αντόνιο Μίλκε, μετακομίζει σε άλλο διαμέρισμα. Δύο χρόνια αργότερα οι τρεις τους επιστρέφουν ξανά μαζί στο νησί μόνο και μόνο επειδή βρέθηκε αγοραστής για το εξοχικό τους. Και εδώ συμβαίνει το απροσδόκητο – ο Τζίμι και η Χάνα, που υποδύεται η Άρτεμις Χαλκίδου, ξαναερωτεύονται. Η εξέλιξη αυτή δεν αρέσει καθόλου στην πλέον επτάχρονη Λούκα, που ενσαρκώνει καταπληκτικά η Χέλενα Τσένκελ. Το παιδί τύραννος Στο ενδιάμεσο διάστημα η Λούκα είχε αναπτύξει στενή σχέση με τον πατέρα της ενώ ταυτόχρονα είχε απομακρυνθεί από τη μητέρα της. Όπως εξηγεί η σκηνοθέτις της ταινίας, Μάσα Σιλίνσκι «όταν ενώνονται ξανά οι γονείς η Λούκα αισθάνεται σαν να εκδιώκεται από τον παράδεισο. Αυτό που θέλει είναι να είναι ξανά η βασίλισσα στο πλευρό του πατέρα της. Παρ' όλο που τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν είναι ασυνήθιστες - αντιμετωπίζονται ως ταμπού. Ήθελα οπωσδήποτε να γυρίσω ταινία γύρω από αυτό το θέμα». Η συμπεριφορά της Λούκα γίνεται αφόρητη. Δεν αφήνει τους γονείς της να κοιμηθούν στο ίδιο κρεβάτι, φεύγει από το εξοχικό για ώρες και με τυραννικό τρόπο προσπαθεί να αποσπάσει την προσοχή του πατέρα της. Το αποκορύφωμα έρχεται όταν η ξανθιά Λούκα λέει στη μελαχρινή μητέρα της ότι δεν της μοιάζει καθόλου και ότι για αυτό το λόγο δεν πιστεύει πως είναι κόρη της. Μάλιστα εκφράζει την υποψία ότι πιθανώς να έγινε κάποιο μπέρδεμα μετά τη γέννα στο νοσοκομείο. Τελικά το ζευγάρι δεν καταφέρνει να ξεπεράσει τα εμπόδια που τους θέτει η κόρη του. Το παιδί που τους ενώνει θα είναι η αιτία που δεν μπορούν να ζήσουν μαζί. Γιατί στη Σαντορίνη; Η επιλογή της Σαντορίνης ως τόπος όπου διαδραματίζεται η ταινία δεν είναι τυχαία. Όπως εξομολογείται η σκηνοθέτις Μάσα Σιλίνσικι «όταν ήμουν παιδί ερχόμουν συχνά στην Ελλάδα και για αυτό έχω μια στενή σχέση με τη χώρα. Κυρίως στη Σαντορίνη έχω περάσει μεγάλα διαστήματα με τη μητέρα μου και με φίλους της οικογένειας. Το νησί είναι για μένα ένας μοναδικός τόπος γεμάτος μαγεία.» Αλλά και η επιλογή της Άρτεμης Χαλκίδου ήταν σχεδόν δεδομένη, λέει η Μάσα Σιλίνσικι: «Αυτό που μου άρεσε πάρα πολύ είναι ότι σου δίνει την εντύπωση ότι κρύβει μέσα της ένα μεγάλο μυστικό. Και ο ρόλος της μητέρας έχει ανάγκη από αυτό το μυστικό, δηλαδή το να μη ξέρεις από που πηγάζει η δύναμη να τα αντέξει όλα αυτά.» Η 44χρονη Άρτεμις Χαλκίδου είναι κόρη Έλληνα και Ελληνοκύπριας που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Γερμανία. Μετά την αποφοίτησή της από τη δραματική σχολή στο Μόναχο το 1995, γύρισε ταινίες για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση και έπαιξε σε θέατρα στο Μόναχο, το Αμβούργο, την Κολωνία, τη Λειψία και το Βερολίνο όπου και ζει. Όπως θυμάται, πάντα ήθελε να γίνει ηθοποιός και ήδη από την εφηβική της ηλικία τής είχε δοθεί κατά κάποιο τρόπο η ευκαιρία να αναπτύξει το ταλέντο της: «Οι γονείς μου είχαν για πολλά χρόνια εστιατόριο σε ένα χωριό στη Γερμανία. Και εμείς τα παιδιά δουλεύαμε στο εστιατόριο που ήταν κάτι σαν σκηνή. Ο πατέρας μου είχε βάλει μια πίστα όπου εγώ και τα τρία αδέλφια μου χορεύαμε. Υπήρχε δηλαδή πάντα αυτό το σόου στο εστιατόριο.» Η Άρτεμις Χαλκίδου δεν έχει παίξει ακόμη σε ελληνική ταινία. Θα το ήθελε; Ναι, λέει, αν υπάρξει μια ενδιαφέρουσα πρόταση. Παναγιώτης Κουπαράνης, Βερολίνο

Εγκαίνια της Μπερλινάλε με «Django»

Με μια ταινία-αφιέρωμα στον θρυλικό τζαζ κιθαρίστα Τζάνγκο Ράινχαρντ ξεκίνησε η 67η Μπερλινάλε. Έντονο ελληνικό χρώμα στο διασημότερο γερμανικό φεστιβάλ κινηματογράφου.«Καλώς ήρθατε, καλώς ήρθατε στην 67η Μπερλινάλε» λέει χαμογελαστά η Άνκε Ένγκελκε παρουσιάστρια του διασημότερου γερμανικού φεστιβάλ κινηματογράφου στον κόσμο απευθυνόμενη στους 1.600 καλεσμένους. Χαριτολογώντας ρωτάει κυρίως τους Αμερικανούς επισκέπτες εάν πράγματι ήρθαν στο Βερολίνο για το φεστιβάλ ή απλά δεν θέλουν πια να γυρίσουν στην πατρίδα τους. Και αυτό δεν ήταν το μοναδικό υπονοούμενο για τον νέο αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Κανείς δεν αναφέρθηκε σε εκείνον με το όνομά του, ωστόσο έμμεσες αναφορές στην πολιτική του έγιναν πολλές. Σπάνια τα εγκαίνια της Μπερλινάλε είχαν τόσο έντονη πολιτική χροιά. Πολιτική, αλλά όχι μόνο, ήταν και η ταινία «Τζάνγκο» του Ετιέν Κομάρ, με την οποία ξεκίνησε χθες το βράδυ επίσημα η Μπερλινάλε. Μια ταινία-αφιέρωμα στο θρυλικό Γάλλο κιθαρίστα της τζαζ Τζάνγκο Ράινχαρντ, ο οποίος ήταν Ρομά. Υπήρξε ένας από τους κορυφαίους τζαζ μουσικούς του 20ου αιώνα και θεωρείται συνιδρυτής του Gypsy-Swing. Η ταινία εξιστορεί τη φυγή του από την Γαλλία μετά την κατάληψή της από τους ναζί στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρά το ενδιαφέρον σενάριο, η ταινία δεν κατάφερε να κερδίσει τους θεατές. Η δραματουργία, οι ξύλινοι διάλογοι και τα αναρίθμητα κλισέ δυσκόλεψαν το κοινό. Παρόντες οι κορυφαίοι γερμανοί ηθοποιοί και σκηνοθέτες Οι περισσότεροι από 1.600 προσκεκλημένοι συγκεντρώθηκαν στο Berlinale Palast στην πλατεία Πότσνταμ. Στο κόκκινο χαλί ο διευθυντής του φεστιβάλ Ντίντερ Κόσλικ εκτός από τους συντελεστές της ταινίας «Τζάνγκο» υποδέχθηκε τον διάσημο ηθοποιό και σκηνοθέτη Ρίτσαρντ Γκιρ, σχεδόν σύσσωμη την γερμανική κινηματογραφική αφρόκρεμα, όπως τους ηθοποιούς Ίρις Μπέρμπεν, Τομ Σίλινγκ, η Χάικε Μάκατς, Μαρία Σράντερ, αλλά και τους σκηνοθέτες Βιμ Βέντερς, Αντρέας Ντρέσεν και Φόλκερ Σλέντορφ. Η γερμανίδα υφυπουργός Πολιτισμού Μόνικα Γκρύτερς ξεκίνησε την ομιλία της δίνοντας πολιτικό τόνο λέγοντας «πρώτα οι καλλιτέχνες» και προσθέτοντας πως η Μπερλινάλε είναι «γιορτή της ελευθερίας της τέχνης». Σε πολιτική αποστολή βρισκόταν πάντως ήδη από το πρωί ο Ρίτσαρντ Γκιρ, ο οποίος μίλησε και με την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Την Παρασκευή θα παρουσιαστεί στην Μπερλινάλε η ταινία του με τον τίτλο «Το δείπνο». Εκτός από το «Τζάνγκο» διαγωνίζονται για τη Χρυσή Άρκτο 17 ακόμα ταινίες. Από γερμανικής πλευράς τρεις Γερμανοί σκηνοθέτες συμμετέχουν στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα. Ο Φόλκερ Σλέντορφ συμμετέχει με την ταινία «Επιστροφή στο Μοντάουκ». Ο Αντρές Βάιελ παρουσιάζει το ντοκιμαντέρ «Μπόις» για τον γνωστό Γερμανό εικαστικό Γιόζεφ Μπόις και ο Τόμας Άρσλαν παρουσιάζει την ταινία δρόμου «Λευκές Νύχτες». Στη φετινή Μπερλινάλε συναντάμε και αρεκτά ελληνικά ονόματα σε διάφορες εκδηλώσεις και δραστηριότητες του φεστιβάλ. Για παράδειγμα ο Κων/νος Γιάνναρης έχει έρθει φέτος στο Βερολίνο όχι ως σκηνοθέτης αλλά ως κριτικός στην επιτροπής των Εuropean Shooting Stars. Το φεστιβάλ κινηματογράφου ολοκληρώνεται σε έντεκα ημέρες. Γιόχεν Κίρτεν, dpa / Μαρία Ρηγούτσου

Πρεμιέρα στη Μπερλινάλε με «Django»

Με μια ταινία-αφιέρωμα στον θρυλικό τζαζ κιθαρίστα Τζάνγκο Ράινχαρντ ξεκίνησε η 67η Μπερλινάλε. Έντονο ελληνικό χρώμα στο διασημότερο γερμανικό φεστιβάλ κινηματογράφου.«Καλώς ήρθατε, καλώς ήρθατε στην 67η Μπερλινάλε» λέει χαμογελαστά η Άνκε Ένγκελκε παρουσιάστρια του διασημότερου γερμανικού φεστιβάλ κινηματογράφου στον κόσμο απευθυνόμενη στους 1.600 καλεσμένους. Χαριτολογώντας ρωτάει κυρίως τους Αμερικανούς επισκέπτες εάν πράγματι ήρθαν στο Βερολίνο για το φεστιβάλ ή απλά δεν θέλουν πια να γυρίσουν στην πατρίδα τους. Και αυτό δεν ήταν το μοναδικό υπονοούμενο για τον νέο αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Κανείς δεν αναφέρθηκε σε εκείνον με το όνομά του, ωστόσο έμμεσες αναφορές στην πολιτική του έγιναν πολλές. Σπάνια τα εγκαίνια της Μπερλινάλε είχαν τόσο έντονη πολιτική χροιά. Πολιτική, αλλά όχι μόνο, ήταν και η ταινία «Τζάνγκο» του Ετιέν Κομάρ, με την οποία ξεκίνησε χθες το βράδυ επίσημα η Μπερλινάλε. Μια ταινία-αφιέρωμα στο θρυλικό Γάλλο κιθαρίστα της τζαζ Τζάνγκο Ράινχαρντ, ο οποίος ήταν Ρομά. Υπήρξε ένας από τους κορυφαίους τζαζ μουσικούς του 20ου αιώνα και θεωρείται συνιδρυτής του Gypsy-Swing. Η ταινία εξιστορεί τη φυγή του από την Γαλλία μετά την κατάληψή της από τους ναζί στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρά το ενδιαφέρον σενάριο, η ταινία δεν κατάφερε να κερδίσει τους θεατές. Η δραματουργία, οι ξύλινοι διάλογοι και τα αναρίθμητα κλισέ δυσκόλεψαν το κοινό. Παρόντες οι κορυφαίοι γερμανοί ηθοποιοί και σκηνοθέτες Οι περισσότεροι από 1.600 προσκεκλημένοι συγκεντρώθηκαν στο Berlinale Palast στην πλατεία Πότσνταμ. Στο κόκκινο χαλί ο διευθυντής του φεστιβάλ Ντίντερ Κόσλικ εκτός από τους συντελεστές της ταινίας «Τζάνγκο» υποδέχθηκε τον διάσημο ηθοποιό και σκηνοθέτη Ρίτσαρντ Γκιρ, σχεδόν σύσσωμη την γερμανική κινηματογραφική αφρόκρεμα, όπως τους ηθοποιούς Ίρις Μπέρμπεν, Τομ Σίλινγκ, η Χάικε Μάκατς, Μαρία Σράντερ, αλλά και τους σκηνοθέτες Βιμ Βέντερς, Αντρέας Ντρέσεν και Φόλκερ Σλέντορφ. Η γερμανίδα υφυπουργός Πολιτισμού Μόνικα Γκρύτερς ξεκίνησε την ομιλία της δίνοντας πολιτικό τόνο λέγοντας «πρώτα οι καλλιτέχνες» και προσθέτοντας πως η Μπερλινάλε είναι «γιορτή της ελευθερίας της τέχνης». Σε πολιτική αποστολή βρισκόταν πάντως ήδη από το πρωί ο Ρίτσαρντ Γκιρ, ο οποίος μίλησε και με την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Την Παρασκευή θα παρουσιαστεί στην Μπερλινάλε η ταινία του με τον τίτλο «Το δείπνο». Εκτός από το «Τζάνγκο» διαγωνίζονται για τη Χρυσή Άρκτο 17 ακόμα ταινίες. Από γερμανικής πλευράς τρεις Γερμανοί σκηνοθέτες συμμετέχουν στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα. Ο Φόλκερ Σλέντορφ συμμετέχει με την ταινία «Επιστροφή στο Μοντάουκ». Ο Αντρές Βάιελ παρουσιάζει το ντοκιμαντέρ «Μπόις» για τον γνωστό Γερμανό εικαστικό Γιόζεφ Μπόις και ο Τόμας Άρσλαν παρουσιάζει την ταινία δρόμου «Λευκές Νύχτες». Στη φετινή Μπερλινάλε συναντάμε και αρεκτά ελληνικά ονόματα σε διάφορες εκδηλώσεις και δραστηριότητες του φεστιβάλ. Για παράδειγμα ο Κων/νος Γιάνναρης έχει έρθει φέτος στο Βερολίνο όχι ως σκηνοθέτης αλλά ως κριτικός στην επιτροπής των Εuropean Shooting Stars. Το φεστιβάλ κινηματογράφου ολοκληρώνεται σε έντεκα ημέρες. Γιόχεν Κίρτεν, dpa / Μαρία Ρηγούτσου

Πρεμιέρα στη Μπερλινάλε με «Django»

Με μια ταινία-αφιέρωμα στον θρυλικό τζαζ κιθαρίστα Τζάνγκο Ράινχαρντ ξεκίνησε η 67η Μπερλινάλε. Έντονο ελληνικό χρώμα στο διασημότερο γερμανικό φεστιβάλ κινηματογράφου.«Καλώς ήρθατε, καλώς ήρθατε στην 67η Μπερλινάλε» λέει χαμογελαστά η Άνκε Ένγκελκε παρουσιάστρια του διασημότερου γερμανικού φεστιβάλ κινηματογράφου στον κόσμο απευθυνόμενη στους 1.600 καλεσμένους. Χαριτολογώντας ρωτάει κυρίως τους Αμερικανούς επισκέπτες εάν πράγματι ήρθαν στο Βερολίνο για το φεστιβάλ ή απλά δεν θέλουν πια να γυρίσουν στην πατρίδα τους. Και αυτό δεν ήταν το μοναδικό υπονοούμενο για τον νέο αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Κανείς δεν αναφέρθηκε σε εκείνον με το όνομά του, ωστόσο έμμεσες αναφορές στην πολιτική του έγιναν πολλές. Σπάνια τα εγκαίνια της Μπερλινάλε είχαν τόσο έντονη πολιτική χροιά. Πολιτική, αλλά όχι μόνο, ήταν και η ταινία «Τζάνγκο» του Ετιέν Κομάρ, με την οποία ξεκίνησε χθες το βράδυ επίσημα η Μπερλινάλε. Μια ταινία-αφιέρωμα στο θρυλικό Γάλλο κιθαρίστα της τζαζ Τζάνγκο Ράινχαρντ, ο οποίος ήταν Ρομά. Υπήρξε ένας από τους κορυφαίους τζαζ μουσικούς του 20ου αιώνα και θεωρείται συνιδρυτής του Gypsy-Swing. Η ταινία εξιστορεί τη φυγή του από την Γαλλία μετά την κατάληψή της από τους ναζί στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρά το ενδιαφέρον σενάριο, η ταινία δεν κατάφερε να κερδίσει τους θεατές. Η δραματουργία, οι ξύλινοι διάλογοι και τα αναρίθμητα κλισέ δυσκόλεψαν το κοινό. Παρόντες οι κορυφαίοι γερμανοί ηθοποιοί και σκηνοθέτες Οι περισσότεροι από 1.600 προσκεκλημένοι συγκεντρώθηκαν στο Berlinale Palast στην πλατεία Πότσνταμ. Στο κόκκινο χαλί ο διευθυντής του φεστιβάλ Ντίντερ Κόσλικ εκτός από τους συντελεστές της ταινίας «Τζάνγκο» υποδέχθηκε τον διάσημο ηθοποιό και σκηνοθέτη Ρίτσαρντ Γκιρ, σχεδόν σύσσωμη την γερμανική κινηματογραφική αφρόκρεμα, όπως τους ηθοποιούς Ίρις Μπέρμπεν, Τομ Σίλινγκ, η Χάικε Μάκατς, Μαρία Σράντερ, αλλά και τους σκηνοθέτες Βιμ Βέντερς, Αντρέας Ντρέσεν και Φόλκερ Σλέντορφ. Η γερμανίδα υφυπουργός Πολιτισμού Μόνικα Γκρύτερς ξεκίνησε την ομιλία της δίνοντας πολιτικό τόνο λέγοντας «πρώτα οι καλλιτέχνες» και προσθέτοντας πως η Μπερλινάλε είναι «γιορτή της ελευθερίας της τέχνης». Σε πολιτική αποστολή βρισκόταν πάντως ήδη από το πρωί ο Ρίτσαρντ Γκιρ, ο οποίος μίλησε και με την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Την Παρασκευή θα παρουσιαστεί στην Μπερλινάλε η ταινία του με τον τίτλο «Το δείπνο». Εκτός από το «Τζάνγκο» διαγωνίζονται για τη Χρυσή Άρκτο 17 ακόμα ταινίες. Από γερμανικής πλευράς τρεις Γερμανοί σκηνοθέτες συμμετέχουν στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα. Ο Φόλκερ Σλέντορφ συμμετέχει με την ταινία «Επιστροφή στο Μοντάουκ». Ο Αντρές Βάιελ παρουσιάζει το ντοκιμαντέρ «Μπόις» για τον γνωστό Γερμανό εικαστικό Γιόζεφ Μπόις και ο Τόμας Άρσλαν παρουσιάζει την ταινία δρόμου «Λευκές Νύχτες». Στη φετινή Μπερλινάλε συναντάμε και αρεκτά ελληνικά ονόματα σε διάφορες εκδηλώσεις και δραστηριότητες του φεστιβάλ. Για παράδειγμα ο Κων/νος Γιάνναρης έχει έρθει φέτος στο Βερολίνο όχι ως σκηνοθέτης αλλά ως κριτικός στην επιτροπής των Εuropean Shooting Stars. Το φεστιβάλ κινηματογράφου ολοκληρώνεται σε έντεκα ημέρες. Γιόχεν Κίρτεν, dpa / Μαρία Ρηγούτσου

«Πάτησαν τον τσολιά» στην Κολωνία

Το καλοκαίρι δυο Έλληνες καλλιτέχνες, ο Μ. Αναστασάκος και ο Β. Γρυπάρης, έφτιαξαν ένα γκράφιτι με έναν τσολιά στην Κολωνία που παρεξηγήθηκε. Παρόλα αυτά η ελληνογερμανική συνεργασία θα συνεχιστεί στην Αθήνα.Στην πιο πολύχρωμη γειτονιά της Κολωνίας, στο Έρενφελντ, μια γειτονιά όπου αναμειγνύονται τα χρώματα και τα αρώματα της Τουρκίας μαζί με αυτά των Ιταλών και των Αράβων μεταναστών αλλά και των ντόπιων κατοίκων, το γκράφιτι «Ο περήφανος τσολιάς;» του Μανώλη Αναστασάκου δεσπόζει σε έναν τοίχο, μήκους περίπου τριάντα μέτρων, στο σιδηροδρομικό σταθμό της περιοχής. Τον φιλοτέχνησε τον περασμένο Αύγουστο μαζί με τον φίλο και συνεργάτη του Βασίλη Γρυπάρη. Σήμερα όμως «η περηφάνεια» του αγέρωχου τσολιά έχει πληγεί. Ένας πωλητής χρωμάτων στην περιοχή διέδωσε λάθος φήμες ότι ο Βασίλης έσβησε έργα άλλων καλλιτεχνών. Κάποιοι για αντεκδίκηση «πάτησαν» το έργο των Ελλήνων, όπως λένε οι καλλιτέχνες του δρόμου στη γλώσσα τους, δηλαδή ζωγράφισαν πάνω σε αυτό. Τελικά η αλήθεια έλαμψε. Οι δυο Έλληνες καλλιτέχνες δεν είχαν το περασμένο καλοκαίρι την πρόθεση να πειράξουν το έργο κανενός και τώρα ο δήμος της Κολωνίας και όσοι ενεπλάκησαν στην παρεξήγηση αναζητούν λύση, ώστε να αποκατασταθεί η «τιμή» και η εικόνα του «πατημένου» τσολιά. Μια καλή συνεργασία μακριά από στερεότυπα Η παρεξήγηση αυτή όμως φέρνει στο προσκήνιο μια πολύ επιτυχημένη ελληνογερμανική συνεργασία σε επίπεδο καλλιτεχνών, μακριά από στερεότυπα και αγκυλώσεις. Η τέχνη βέβαια ήταν πάντα πιο ανοιχτόμυαλη από την πολιτική που συχνά αναπαράγει ή και κατασκευάζει στερεότυπα. Ο 40χρονος Γερμανός Τζον Ίβεν, διευθύνει την ομάδα Colorrevolution στην Κολωνία, μια ομάδα καλλιτεχνών του δρόμου που συστήθηκε το 2010, είναι γνωστή διεθνώς και με όπλο τα χρώματα και τα σχέδια επιχειρεί να αλλάξει λίγο την πραγματικότητα. «Αφού εσείς έχετε παντού τις διαφημίσεις σας με γιγαντοαφίσες, τότε κι εμείς θα ζωγραφίζουμε τεράστιους άδειους τοίχους για να περνάμε τα δικά μας μηνύματα μέσω της τέχνης και όχι μέσω της διαφήμισης» λέει ο Τζον στην Deutsche Welle. O Tζον Ίβεν πέρασε δώδεκα καλοκαίρια σαν παιδί με τους γονείς του στη Λέσβο κάνοντας κάμπινγκ. Γνωρίζει και αγαπάει την Ελλάδα. Σε ένα ταξίδι του στην Αθήνα είδε τα έργα του Μανώλη Αναστασάκου στους τοίχους της πρωτεύουσας και θέλησε να τον καλέσει ώστε να συμβάλει σε ένα πρόγραμμα αναμόρφωσης της πόλης της Κολωνίας. «Η πρώτη μας συνεργασία με τον Μανώλη πήγε θαυμάσια. Είναι ένας εξαιρετικός επαγγελματίας, ένας «Γερμανός» επαγγελματίας. Γελούσαμε πάντα και λέγαμε πως αυτός είναι ο «Γερμανός» γιατί είναι πάντα τόσο συνεπής κι εγώ είμαι ο «Ελληνας» που είμαι λίγο πιο ασυνεπής. Κανένα από τα στερεότυπα δεν ίσχυσε στη συνεργασία μας. Πήγε πολύ καλά, ο Μανώλης είναι ένας πολύπλευρος καλλιτέχνης και μας ενέπνευσε η συνεργασία μαζί του». Ραντεβού στην Καλλιθέα Ο Μανώλης Αναστασάκος είναι όντως ένας πολύπλευρος καλλιτέχνης. Ο ίδιος συστήνεται ως καλλιτεχνικός διευθυντής "Βιομιμητισμού Ελλάδος Έρευνας και Καινοτομίας". Ένα καλλιτεχνικό κίνημα που εμπνέεται και διδάσκεται από τη φύση. Ο Μανώλης σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Θεσσαλονίκης. Έχει ασχοληθεί με την εικαστική ψυχοθεραπεία και έχει κάνει ανάμεσα στα άλλα σκηνοθεσία με τον Εμίρ Κουστουρίτσα στη Σερβία. Στην Κολωνία φιλοτέχνησε έναν φουστανελά. Στο βάθος της εικόνας διακρίνεται μια άποψη του Πειραιά όπως αυτός ήταν πριν από αρκετές δεκαετίες. Ο τσολιάς ακουμπάει σε ένα τεράστιο κίτρινο smiley που στο ένα μάτι έχει το δολάριο και στο άλλο το ευρώ. «Είμαστε άραγε περήφανοι για αυτή τη διαδικασία, το ότι έχουμε αγκαλιάσει ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα το οποίο είναι πληθωρισματικό και μας κουράζει και μας ταλαιπωρεί αλλά κανείς δεν μιλάει για αυτό; Είμαστε άραγε υπερήφανοι που στέκουμε αδύναμοι κόντρα στους αριθμούς και στο οικονομικό καθεστώς; Αυτά είναι τα δικά μου κομμάτια. Τώρα το τι καταλαβαίνει ο κάθε θεατής είναι στη δική του κρίση και σε τελική ανάλυση το έργο εκφράζει την κριτική του εκάστοτε θεατή» λέει ο Μανώλης Αναστασάκος. Θέλοντας να ανταποδώσει την άψογη φιλοξενία και συνεργασία στους Γερμανούς καλλιτέχνες, ο Μανώλης Αναστασάκος τους κάλεσε στην Αθήνα. Ο δήμος της Καλλιθέας έδωσε τελικά την άδεια για να χρησιμοποιηθούν πέντε τοίχοι. Η ομάδα της Κολωνίας φτιάχνει τώρα τα σχέδια αλλά δεν είναι ακόμα σαφές πότε θα πραγματοποιηθούν. Το κόστος σημεωτέον προκειμένου να καλυφθούν όλα τα έξοδα για έναν τοίχο, όπως διευκρινίζει ο Τζον στην DW, είναι δεκαπλάσιο στην Ελλάδα σε σύγκριση με την Γερμανία, όσο και να φαίνεται απίστευτο, ενώ οι καλλιτέχνες συναντούν δυσκολίες και με τη μεγάλη γραφειοκρατία. Δεν πειράζει όμως, σημασία τώρα έχει πως το επόμενο ραντεβού είναι στην Καλλιθέα. Τα χρώματα, τα σχέδια και το κέφι για δημιουργία είναι πιο δυνατά από τη γραφειοκρατία και τα στερεότυπα. Μαρία Ρηγούτσου

Ακολουθήστε μας στα κοινωνικά δίκτυα

23,280ΥποστηρικτέςΚάντε Like
729ΑκόλουθοιΑκολουθήστε

Μάρτιος 2025