Αποκαλύπτουν επίσημα στοιχεία, που καταγράφουν κατακόρυφη άνοδο των ποσοστών της φτώχειας!
-Οι μεγάλες περικοπές για ασφάλιση, περίθαλψη, κοινωνική πρόνοια και απασχόληση στην τριετία διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ (2015-2017), σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα 2012-2014, φθάνει τα 5,7 δισεκατομμύρια ευρώ!

Επιμέλεια: Ευθύμιος Χατζηϊωάννου

Την δραματική μείωση των λεγόμενων κοινωνικών δαπανών αποκαλύπτουν τα επίσημα στοιχεία, τα οποία καταγράφουν κατακόρυφη άνοδο των ποσοστών της φτώχειας στην χώρα μας κατά την τελευταία τριετία, καθώς και μεγάλες περικοπές των κοινωνικών δαπανών, (για ασφάλιση, περίθαλψη, κοινωνική πρόνοια και απασχόληση), που στην τριετία διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ (2015-2017), σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα 2012-2014, φθάνει τα 5,7 δισεκατομμύρια ευρώ!
Όπως επισημαίνουν και ειδικοί αναλυτές η σύγκριση των αριθμών είναι καταλυτική και γκρεμίζει το βασικό αφήγημα, με το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ και οι «Ανεξάρτητοι Έλληνες» αναρριχήθηκαν στην εξουσία. Δηλαδή, το ότι υπάρχουν από τη μία οι «ανάλγητες, μνημονιακές παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις» και από την άλλη οι «κοινωνικά ευαίσθητες αντιμνημονιακές δυνάμεις», που «διαπραγματεύτηκαν αποτελεσματικά και διέσωσαν τα κοινωνικά αδύναμα στρώματα».
Κατά τους ίδιους αναλυτές, στην τελευταία τριετία, τα ποσοστά φτώχειας στην Ελλάδα απογειώνονται, τα κοινωνικά χάσματα διευρύνονται, η περιθωριοποίηση χτυπά κόκκινο και η υποτυπώδης, ενίοτε ευκαιριακή, επιδοματική πολιτική αποτελεί απλώς το «φύλλο συκής» για την κυβερνητική ρητορική.
Η παρατεταμένα υψηλή ανεργία, παρά τις αλχημείες του Υπουργείου Εργασίας, που εμφανίζουν εικονική μείωσή της, η υποαπασχόληση και η κακά πληρωμένη εργασία, η σημαντική μείωση των εισοδημάτων για την πλειοψηφία των εργαζομένων, η υπερφορολόγηση και οι συνεχείς επιβαρύνσεις για μεγάλα τμήματα της κοινωνίας, έχουν εκτοξεύσεις την εξαθλίωση και τις ανισότητες.

Η Ελλάδα είναι πρωταθλήτρια στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με το ποσοστό των Ελλήνων, που ζουν στο όριο της φτώχειας, να αγγίζει το 35,6% του πληθυσμού (3,8 εκατομμύρια άνθρωποι), όταν στην Ε.Ε. το αντίστοιχο ποσοστό έπεσε το 2016, σε σχέση με το 2008, στο 23,4% (117,5 εκατομμύρια άνθρωποι)!

Η συνεχής δε υποβάθμιση του κοινωνικού κράτους, έχει φέρει σε οριακό σημείο διαβίωσης νέες πληθυσμιακές ομάδες, όπως τα νέα ζευγάρια με παιδιά και άλλες. Τα στοιχεία είναι αμείλικτα: Η Ελλάδα είναι πρωταθλήτρια στην Ευρωπαϊκή Ένωση με το ποσοστό των Ελλήνων, που ζουν στο όριο της φτώχειας να αγγίζει το 35,6% του πληθυσμού (3,8 εκατομμύρια άνθρωποι), έναντι 28,1% το 2008. Στην Ε.Ε. το αντίστοιχο ποσοστό έπεσε το 2016 στο 23,4% (117,5 εκατ. άνθρωποι), κάτω από τα επίπεδα του 2008 (23,7%).
Το νέο ψαλίδι, που έρχεται στα κοινωνικά επιδόματα, αναμένεται να επιδεινώσει και άλλο την ήδη τραγική  κατάσταση, η οποία δεν μπορεί πλέον να ανατραπεί από την ασθενική ανάπτυξη του 2017, ούτε, όμως, και από οποιαδήποτε επίτευξη μεγαλύτερων αναπτυξιακών ρυθμών από την επόμενη χρονιά.
Όπως υποστηρίζουν οι ίδιοι αναλυτές, μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2018 η Κυβέρνηση θα κληθεί να προωθήσει την δημιουργία ενιαίου φορέα διαχείρισης των προνοιακών επιδομάτων στα πρότυπα του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης. Η ενσωμάτωση όλων των προνοιακών και κοινωνικών επιδομάτων στο επονομαζόμενο εγγυημένο κοινωνικό εισόδημα, θα οδηγήσει σε πλήρη ανατροπή ή και κατάργηση πλήθους επιδομάτων αναπηρίας (μειώσεις άνω του 50% επί του συνόλου), στα οικογενειακά (κατάργηση του επιδόματος για το τρίτο τέκνο), στο επίδομα θέρμανσης, στα φοιτητικά βοηθήματα και στα επιδόματα στέγασης, ενώ θα μειωθούν δραστικά οι δικαιούχοι τους.

Σήμερα η φτώχεια στην Ελλάδα μετατοπίζεται προς την ομάδα των νεότερων ζευγαριών με παιδιά, προς τους νέους εργαζόμενους και τους ανέργους, αλλά, αντί να υπάρχει αύξηση των κοινωνικών δαπανών, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο!

Όπως προκύπτει από στοιχεία της Eurostat και της Τράπεζας της Ελλάδος (Έκθεση του διοικητή για το 2010), οι προβλέψεις των κοινωνικών δαπανών (ως ποσοστού του ΑΕΠ) μετά το 1995 δεν συνοδεύθηκε από μείωση της οικονομικής ανισότητας και της φτώχειας, καθώς η αναδιανεμητική επίδραση των κοινωνικών παροχών του κατακερματισμένου κράτους πρόνοιας ήταν περιορισμένη σε σχέση με τις άλλες χώρες της Ε.Ε., με την εικόνα να επιδεινώνεται από την εποχή του Μνημονίου και μετά.
Σήμερα, μετά τις περικοπές των συντάξεων, την κατάργηση του ΕΚΑΣ και με τις περικοπές των επιδομάτων, η φτώχεια μετατοπίζεται προς την ομάδα των νεότερων ζευγαριών με παιδιά, προς τους νέους εργαζόμενους και, φυσικά, τους ανέργους. Και ενώ τα στοιχεία αυτά είναι εφιαλτικά , αντί να είναι το μείζον ζήτημα της πολιτικής, η αύξηση των κοινωνικών δαπανών συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Όπως επισημαίνει η Τράπεζα της Ελλάδος (Έκθεση του Διοικητή για το 2015), όσον αφορά το επίδομα μακροχρόνια ανέργων, παραμένουν σοβαρά προβλήματα σχεδιασμού που οδηγούν σε χαμηλά ποσοστά κάλυψης. Η ίδια παρατήρηση αφορά και την χορήγηση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος και, γενικά, για τον έλεγχο των κονδυλίων του Κοινωνικού Προϋπολογισμού, ο οποίος κατασπαράσσεται από «μαϊμού» συνταξιούχους και εισοδηματούχους.

Όπως λειτουργεί τώρα το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, ανταμείβονται όσοι αποκρύπτουν τα πραγματικά εισοδήματα!

Η σημερινή Κυβέρνηση, όπως, άλλωστε και οι προηγούμενες, κατέφυγε στην εύκολη τακτική των περικοπών μερικών κοινωνικών επιδομάτων, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί το κόστος του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης στον προϋπολογισμό του 2017. Αυτό σημαίνει, επίσης, ότι είναι μηδαμινός έλεγχος για το που δίνονται τα επιδόματα και με ποια κριτήρια. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της Παγκόσμιας Τράπεζας, η καθολική εφαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, που τώρα ονομάζεται Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης, το 2013 στην Ελλάδα θα μπορούσε να αυξήσει το εισόδημα 1.200.000 ατόμων (ή 11% του πληθυσμού), μειώνοντας το χάσμα της φτώχειας κατά το ένα τρίτο. Το φαινόμενο της μείωσης των κοινωνικών δαπανών συμβαίνει, παρά την δέσμευση της Ελλάδος, με την συμφωνία του 2015 (Νόμος 2336/2015),να βελτιώσει τον σχεδιασμό του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας, με την συνολική επανεξέτασή του, καθότι, όπως λειτουργεί σήμερα το σύστημα, ανταμείβονται όσοι αποκρύπτουν τα πραγματικά εισοδήματα, οι οποίοι στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με την μελέτη της Παγκόσμιας Τράπεζας, είναι 754.269 άτομα.