Έχω την εντύπωση πάντως ότι η Ελλάδα… μετακομίζει! Και αποδημεί!

Συνέντευξη με τον πρωτοπρεσβύτερο-ποιητή Αναστάσιο Σαλαπάτα.

 Επιμέλεια: Βάσω Β. Παππά

vas_nikpap@yahoo.gr

Ο πρωτοπρεσβύτερος Αναστάσιος Σαλαπάτας γεννήθηκε στο Ναύπλιο αλλά τις τελευταίες δεκαετίες ζει μόνιμα στο Λονδίνο, όπου διακονεί την Αρχιεπισκοπή Θυατείρων και την Ελληνική Παροικιακή Εκπαίδευση. Πρόκειται για μια πολυσχιδή προσωπικότητα με πολύ καλές σπουδές τόσο στο Πανεπιστήμιο Αθηνών όσο και στα Πανεπιστήμια της Ουαλίας και του Λονδίνου. Συγγραφέας αρκετών βιβλίων κυρίως ιστορικού περιεχομένου, ποιητής και αρθρογράφος άρθρων ιστορικού, θεολογικού και πολιτιστικού περιεχομένου. Γράφει συνήθως στην Ελληνική και την Αγγλική γλώσσα, ενώ κείμενά του έχουν μεταφρασθεί στη Γερμανική και τη Ρωσική. salapatas

Πατέρα Αναστάσιε, τι θυμάστε με νοσταλγία από τα παιδικά σας χρόνια; Στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς σας πόσο συνέβαλε η οικογένειά σας;

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην καρδιά της Αργολικής γης, εκεί όπου ωρίμασε η συλλογική συνείδηση των Νεο-Ελλήνων, όπως θα έλεγε κι ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, σ’ ένα σπίτι όπου ως πάτωμα είχε το ίδιο το χώμα. Έτσι κόλλησε πάνω μου η μυρωδιά της γης, που με έκανε ρεαλιστή και πραγματιστή. Αυτό το ζωηρό βίωμα της χωμάτινης πραγματικότητας, στο βαθμό που με δένει με τη γη, προσπαθώ σ’ όλη μου τη ζωή να το υπερβώ. Με βοηθούσε από πάντα το πέταγμα του χαρταετού, που ήταν από τις πιο αγαπημένες μου παιδικές κι εφηβικές ενασχολήσεις και διασκεδάσεις. Μου θύμιζε την αναμέτρηση του ανθρώπου με οτιδήποτε χοϊκό και το τελικό πέταγμα σήμαινε βέβαια τη νίκη και την επιτυχία στην προσπάθεια αυτή.

Η οικογένεια ήταν το κέντρο της ζωής. Ο παππούς, παρασημοφορημένος ήρωας της Μικρασιατικής εκστρατείας, ο πατέρας, που με τη βελούδινη φωνή του τραγουδούσε πάντα μελωδικότατα σε όλες τις ιδιαίτερες οικογενειακές στιγμές, και η μητέρα, που με τη στοργή και τη χριστιανική ευλάβειά της μου μετέδωσε εμπειρικά τις αρχές εκείνες που κυριολεκτικά δόμησαν την ψυχοπνευματική μου οντότητα.

Με λιγοστά υλικά στοιχεία, αλλά χωρίς έλλειψη των απαραίτητων, γεύθηκα στα παιδικά μου χρόνια πλούσια κοινωνικά βιώματα, εμπλουτισμένα με μεγάλη δόση παιχνιδιού, που -μαζί με τον αδελφό μου και με τα γειτονόπουλά μας- έφτανε μέχρι σημείου εξάντλησης.

Στα όνειρά μου γυρίζω πάντα στα χρόνια εκείνα, στην ευλογημένη πατρική εστία και στη γειτονιά μας. Όλα παραμένουν ένα διαρκές «σήμερον» στη μνήμη και την ψυχή, μέσα από μια μυστηριακή και άφατη υπερχρονικότητα.

Τις τελευταίες δεκαετίες ζείτε μόνιμα στο Λονδίνο, όπου διακονείτε την Αρχιεπισκοπή Θυατείρων και την Ελληνική Παροικιακή Εκπαίδευση. Πότε αποφασίσατε να ακολουθήσετε το ιερατικό σχήμα και ποιοι οι σημαντικότεροι σταθμοί στη ζωή σας;

Aπό τεσσάρων χρονών διακονούσα στο Ιερό Βήμα της πατρικής (ή μητρικής αν θέλετε) Ενορίας. Οι Άγγλοι λένε «four years old», δηλαδή «γέροντας τεσσάρων ετών»! Κοντά στον Ιερέα της Ενορίας, που έγινε ο πνευματικός μου και ο καθοδηγός μου στην ζωή της Εκκλησίας και της Θεολογίας, γέμισα άπειρες φορές το θυμιατήρι με καρβουνάκι και λιβάνι. Έτσι πλημύρισε η ψυχή με ευωδίες υπερκόσμιες και με βιωματικές εκκλησιαστικές εμπειρίες, που προφανώς ήταν ο νάρθηκας της ιερωσύνης. Αυτός ο τρόπος ζωής έφερε ως φυσιολογική εξέλιξη τις θεολογικές σπουδές, οι οποίες με οδήγησαν -συμβολικά ομιλώντας πάντα- στον κυρίως Ναό της ιερωσύνης. Από κει και πέρα το βήμα εισόδου στα Άγια των Αγίων της μυστηριακής ιερωσύνης ήταν μια κίνηση συνείδησης και καρδιακής αποδοχής της κλίσης του Θεού.

Η συνειδητή και παιδιόθεν γνωριμία μου με τον μοναχισμό, οι Θεολογικές και Ιστορικές σπουδές σε Αθήνα, Ουαλία και Λονδίνο, ο γάμος με την γυναίκα που αποτελεί κυριολεκτικά τον θηλυκό εαυτό μου και την κεντήστρα των ονείρων μου, η οικογένεια που συστήσαμε μαζί και που μας προσέφερε ως δώρο Θεού τα δυο πολυτάλαντα παιδιά μας, η έκδοση και κυκλοφορία των ταπεινών ιδεών μου (σε 18 βιβλία -με ιστορικό και ποιητικό περιεχόμενο- και πολλά άρθρα) και βέβαια η ένταξη και βιωματική πορεία μέσα στο πλαίσιο του Απόδημου Ελληνισμού, ήταν τα κυριώτερα μέχρι σήμερα σημεία της επίγειας «περιπέτειας», με τις πολλές χαρές και τις όποιες δοκιμασίες, που ως επισκέψεις Θεού στη ζωή των ανθρώπων μας εμπλουτίζουν πνευματικά και ηθικά.

Κατά καιρούς έρχονται στο φως της δημοσιότητας διάφορα «ηθικά παραπτώματα» και σκάνδαλα τόσο ιεραρχών όσο και από ιερωμένους που προέρχονται από τον κατώτερο κλήρο. Μήπως αυτή η διολίσθηση οφείλεται στην εκκοσμίκευση της Εκκλησίας;

Είναι γνωστό, σε θεολογικό επίπεδο, ότι η Εκκλησία δεν έχει πρόβλημα, γιατί κατά βάση αυτό που ορίζουμε ως Εκκλησία είναι ο ίδιος ο Χριστός. Η Εκκλησία βέβαια στην ανθρώπινη διάστασή της, είναι ένας μικρόκοσμος της κοινωνίας, ίσως κάτι σαν το πλατύ ποτάμι του Σεφέρη, που φέρνει μέσα του πολλά και διάφορα στοιχεία. Κι ας μην ξεχνούμε ότι στη μικρή αρχαία Εκκλησία των 12 μαθητών ένας από αυτούς αποδείχθηκε προδότης.

Οι παγίδες του πονηρού είναι πάντα πρωτότυπες. Μην σκεπτόμεθα κλασικές ασθένειες, αλλά να έχουμε υπ’ όψιν μας ότι βρισκόμαστε πάντα μέσα σ’ έναν αόρατο πόλεμο, κατά τον Νικόδημο Αγιορείτη, του οποίου η τεχνολογία και οι ιδιοπροσωπεία αλλάζουν συνεχώς.

Το κακό έχει ως βασικό στόχο του να αντιμάχεται πάντα το καλό. Όμως αν αποβάλλουμε την ανθρώπινη υπεροψία και οχειρωθούμε με ταπείνωση στο πλαίσιο της Εκκλησίας και της δυοχιλιόχρονης Ιερής μας Παράδοσης, θα γευθούμε σίγουρα την πνευματική ασφάλεια της Αγίας Ορθοδοξίας και θα απολαύσουμε την ευωδία της ευλάβειας και της αγιωσύνης.

Ασχολείστε με την ποίηση και μάλιστα έχετε εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές με τίτλο «Φαεσφόρος Αίνος»και «Όπου γης» με το ψευδώνυμο Τάσος Βυζάντιος. Τι είναι η ποίηση για σας; Μήπως μια αντίσταση στα γεγονότα;

Ο αγαπημένος μου Ουαλός και ουαλόφωνος ποιητής Euros Bowen, τον οποίο είχα την παμμέγιστη χαρά να πρωτοπαρουσιάσω στο ελληνόφωνο κοινό, και με τον οποίο διατηρώ προσωπικά και πνευματικά μια παράξενη και ιδιόμορφη χιαστή σχέση, γράφει σ’ ένα ποίημά του (η μετάφραση δική μου): «Τα στοιχεία του ποιήματος δεν είναι λέξεις / αλλά οι περιπλανήσεις του ύδατος στη γη, / στη ζέση του ξημερώματος και στις νύχτες της άμμου, / υγραίνοντας τους οφθαλμούς των ζώντων / κι ανοίγοντας τα χείλη των νεκρών… / Το ποίημα δεν φτιάχνεται με λέξεις / αλλά με το χορό της φωτιάς… / εκεί όπου η σοφία της φλόγας / αναταράσσει το φως».

Η ποίηση δηλαδή δεν είναι λόγια, είναι υλικά. Είναι, όπως τονίζει ο Bowen, μυστηριακά στοιχεία μέσω των οποίων αντιλαμβανόμαστε προσωπικά αλλά και δια-προσωπικά τη χαρά και την ευτυχία. Είναι στοιχεία αρχέγονα, μοναδικά κι ανεπανάληπτα, όπως το ύδωρ και το χιόνι, το φως και η φωτιά, που αλληλοπεριχωρούνται, διαλέγονται και παράγουν σχέσεις, εμπειρίες και πολιτισμό.

Τα χαρακτηριστικά κι οι ιδιότητες των στοιχείων αυτών είναι αναφαίρετης αξίας για όλες τις εποχές, για όλους τους ανθρώπους. Αυτά τα στοιχεία, μέσα από τη διαχρονικότητα και τη σταθερή συμπόρευσή τους με το ανθρώπινο γένος δημιουργούν και παράγουν πλήθος συναισθημάτων, που όταν πλημυρίζουν την ψυχή του ανθρώπου εκρήγνυνται και αναβλύζουν ως πίδακας και ως λάβα, που καυτηριάζει τις ανθρώπινες και γήϊνες ενοχές.

Έτσι, η ποίηση είναι η ίδια η ζωή, είναι τα συναισθήματα και οι σχέσεις μας, και βέβαια έχει ιδιότητες εξαγνιστικές, που εξιλεώνουν και θεραπεύουν τον άνθρωπο από τις όποιες πνευματικές και ηθικές πτώσεις, πληγές και ασθένειες.

Λέγεται ότι η έμπνευση είναι μία υπέρβαση. Πιστεύετε ότι όλοι οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν υπερβάσεις;

Θεωρώ κατ’ αρχάς πως πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η έμπνευση είναι ένα δώρο, είναι δώρο Θεού στο άνθρωπο. Η έμπνευση δεν βγαίνει από μέσα μας. Εκείνο που προσφέρεται από την ανθρώπινη πλευρά είναι η εργασία ή συνεργασία, η επιμέλεια, η επιμονή μας σε κάτι που πιστεύουμε σημαντικό για εμάς και τους γύρω μας και αγωνιζόμαστε να το διεκδικήσουμε και να το αποκτήσουμε. Ο Έντισον έλεγε πως, «η επιτυχία είναι 10% έµπνευση και 90% ιδρώτας».

Έχω επίσης την αίσθηση ότι η έμπνευση δεν είναι ένα μόνιμο δώρο, αλλά αίρεται σε κάποιες περιπτώσεις, ανάλογα με διάφορα συμβάντα και περιστάσεις. Αυτό αποδεικνύεται από τη ζωή και το έργο των λογοτεχνών και των καλλιτεχνών, οι οποίοι δεν έχουν ποτέ μια απόλυτα σταθερή και τακτική ροή λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής παραγωγής.

Υπάρχουν βέβαια στοιχεία ή τρόποι ζωής που προσελκύουν ή κινητοποιούν ή δημιουργούν έμπνευση και ωθούν ένα άνθρωπο προς τα μπρος και προς τα πάνω. Έτσι έχουμε τον μοναχό που αποχωρεί από την κοινωνία και υπερβαίνει εαυτόν, μεταμορφούμενος σε ένα είδος υπερανθρώπου! Έχει γραφεί για τον μακαριστό π. Ιάκωβο Τσαλίκη, Ηγούμενο Ι.Μ. Οσίου Δαβίδ του Γέροντος, πως «εργαζόταν σαν υπεράνθρωπος, νήστευε σαν άγγελος και υπάκουε σαν δούλος».

Αλλά και μέσα στο κόσμο, παρατηρούμε πολλές κατηγορίες ανθρώπων, όπως τον πολύτεκνο γονέα, τον απροστάτευτο ασθενή, τον παραολυμπιακό αθλητή, να κάνουν μεγάλες και ουσιαστικές υπερβάσεις για να καταφέρουν το ποθούμενο, που προφανώς διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση.

Τελικά, αν όλοι είμαστε καλεσμένοι στο δείπνο της Ουράνιας Βασιλείας, που είμαστε, τότε όντως όλοι μπορούν να κάνουν υπερβάσεις.

Τι διαφορετικό απαιτεί η ανάγνωση ενός κειμένου των Πατέρων της Εκκλησίας από την ανάγνωση ενός ποιήματος;

Ο Αϊνστάϊν προσέφερε κάποτε μια Αγία Γραφή σε κάποιο φίλο του, με την αφιέρωση: «Η Βίβλος είναι μια ανεξάντλητη πηγή σοφίας και παρηγορίας». Θεωρώ πως και τα δύο αυτά στοιχεία, κείμενα Πατέρων και ποίηση, μπορούν να αποτελέσουν για τον άνθρωπο ανάλογες πηγές σοφίας και παρηγορίας, προφανώς σε διαφορετικό βαθμό στην μία και την άλλη περίπτωση. Οπωσδήποτε και τις δύο αυτές μορφές κειμένων θα πρέπει να τις δούμε και να τις κατανοήσουμε σε μια προοπτική σχέσης, εφόσον είναι κώδικες επικοινωνίας: τα κείμενα των Πατέρων με τον ίδιο τον Θεό και Δημιουργό, ενώ τα ποιήματα με τον συνοδοιπόρο και συνάνθρωπο. Έτσι, τα Πατερικά κείμενα τα προσεγγίζουμε με προσευχητική στάση, με φόβο Θεού και σεβασμό, ενώ προς το ποίημα πορευόμαστε με ανθρώπινο συναίσθημα, απαλότητα κι ευαισθησία.

Πάντως και τα δύο αυτά στοιχεία είναι σαφέστατα αγωγοί θεραπείας της ανθρώπινης φύσης.

Ο Γιώργος Χρονάς έχει πει ότι οι ποιητές προβλέπουν τα μελλούμενα. Σε μια κατεξοχήν αντιποιητική εποχή, μπορεί η ποίηση να πρεσβεύσει το νέο, να κεντρίσει το ενδιαφέρον των νέων;

Δεν είμαι σίγουρος ότι η εποχή μας είναι αντιποιητική. Μάλλον δεν μπορούμε να πούμε ότι υπήρξε κάποτε μια καθαρά ποιητική εποχή. Η ποίηση μπορεί να μην αποτελεί κριτήριο ευημερίας ενός λαού, είναι όμως η παρηγοριά και η απαντοχή του, ειδικά σε περιόδους κρίσης, όπως και η σημερινή.

Οι νέοι όλων των εποχών και πολιτισμών ακουμπούν στην ποίηση, την κατανοούν ως ελπίδα και την θεωρούν ως ηθικό τους στήριγμα. Ο Απ. Παύλος υποστηρίζει πως «εκεί όπου πλεονάζει η αμαρτία εκεί υπερπερισσεύει η χάρις». Σε πνευματικό και θεολογικό επίπεδο η χάρις είναι δώρο του Θεού εξ ουρανού. Σε καθαρά κοινωνικό και ανθρώπινο επίπεδο η χάρις είναι η ίδια η ποίηση. Ως τέτοια, λοιπόν, προσελκύει και αιχμαλωτίζει τους νέους, μπολιάζοντάς τους με τις ιδέες εκείνες και τις εικόνες που τους είναι απαραίτητες για το επίγειο ταξίδι και πλουμίζοντάς τους με τις πλούσιες βιωματικές εμπειρίες και δωρεές της, οι οποίες θα τους συνοδεύουν και θα τους χαρακτηρίζουν σε όλη τους τη ζωή.

Η ποίηση είναι απόλυτα και διαυγέστατα προφητική. Κι αυτό σημαίνει όχι μόνο προβλέπουσα τα μέλλοντα να συμβούν, αλλά κυρίως διδάσκουσα τα απαραίτητα για την επιβίωση και τη σωτηρία, αφού, σύμφωνα με τον Γιώργο Σεφέρη: «η ποίηση μας σώζει πάντα από την ταραχή των παθών»!

Προσωπικά δεν πιστεύω ότι οι πωλήσεις των βιβλίων κάνουν κάποιον/α μεγάλο συγγραφέα. Κατά τη γνώμη σας ποια η διαφορά μεταξύ ενός μέτριου κι ενός μεγάλου συγγραφέα;

Η ευχή μας πάντοτε είναι το κάθε νέο βιβλίο να είναι καλοτάξιδο κι ευπώλητο. Δεν είναι όμως όλα τα βιβλία ευπώλητα. Πολλών συγγραφέων / ποιητών τα έργα δε, έγιναν ευπώλητα μετά το θάνατό τους!

Ίσως τελικά η απάντηση που ψάχνουμε στο ερώτημά σας αυτό να είναι η διαχρονικότητα του μηνύματος που εμπεριέχεται σε ένα έργο. Κάποια έργα αναγνωρίζονται ως ελκυστικά και πρόσκαιρα δημοφιλή, ανάλογα με την εποχή και τις τάσεις. Κι αυτό είναι κατανοητό κι αποδεκτό. Ανάλογα συμβαίνει βέβαια και στη μουσική. Όμως η ελκυστικότητα και η πρόσκαιρη δημοφιλία δεν μπορεί να αποτελούν αντικειμενικά κριτήρια αξίας.

Εκείνο το έργο που θα μείνει, είτε στον γραπτό λόγο, είτε στην αντίστοιχη μουσική δημιουργία, είναι εκείνο που πραγματικά συγκινεί και εμπνέει τον αναγνώστη και τον ακροατή. Είναι εκείνο που δημιουργεί δονήσεις στην ψυχή, που φωτίζει το δρόμο μας ως αυθεντικός οδοδείκτης και τελικά χαρακτηρίζεται ως κλασικό.

Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι φυσικά η Αγία Γραφή, με τα αιώνια μηνύματά της. Στο χώρο της κοσμικής λογοτεχνίας δε, υπάρχουν αρκετά ενδιαφέροντα παραδείγματα, όπως ο «παππούς» μας ο Όμηρος, αλλά και άλλοι «ξένοι», όπως ο Σαίξπηρ, για τον οποίο ο Νίκος Καζαντζάκης έγραψε πως είναι «ο πιο αθάνατος θνητός που πλάστηκε από εγγλέζικο χώμα»!

Αν και ζείτε στο Λονδίνο, υποθέτω ότι παρακολουθείτε όλα αυτά που συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Υπάρχει κάτι που σας φοβίζει και που σας κάνει να ανησυχείτε; Πείτε μου κάτι που είδατε και ακούσατε τελευταία για την Ελλάδα και σας ενόχλησε…

Ειλικρινέστατα αυτά που συμβαίνουν στην Πατρίδα (πάντα γράφω τον όρο αυτό με «Π» κεφαλαίο) το τελευταίο διάστημα, με απασχολούν ιδιαίτερα, διανοητικά αλλά και ψυχικά, κι έχουν αποτελέσει ένα από τα κύρια αντικείμενα της προσευχής μου.

Η σύγχρονη κρίση, που προφανέστατα δεν είναι μόνο οικονομική, την οποία θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε βασικά ως μοναδική ευκαιρία διοικητικής αναδόμησης και κοινωνικής αναβάθμισης, ανέδειξε την τεράστια σημασία και τον υπέροχο και θετικότατο ρόλο της οικογένειας στο πλαίσιο της ελληνικής κοινωνίας. Η συσπείρωση των μελών, η επιστροφή των απομακρυσμένων μελών, η επανένταξη των ηλικιωμένων στην οικογενειακή εστία, σαφώς μπορούν να χαρακτηρισθούν ως στοιχεία πνευματικής υγείας μέσα στις δύσκολες εποχές που διανύουμε.

Στον αντίποδα αυτών μπορεί κανείς να διακρίνει πολλά προβλήματα, όπως τα υψηλά ποσοστά ανεργίας των νέων, το κλείσιμο πολλών μικρών επιχειρήσεων, η επαιτεία στους δρόμους πόλεων και χωριών (σε πρόσφατη επίσκεψή μου στην αγαπημένη μου Αθήνα με αιφνιδίασαν με την ξαφνική και απότομη παρουσία τους μπροστά μου τρεις διαφορετικοί επαίτες μέσα σε ένα πρωϊνό) και η ενεχυρίαση ή και εκποίηση ακόμα του πλούτου και της τιμής των ανθρώπων, με τη μορφή της παράδοσης σε ενεχυροδανειστήρια, ή όπου αλλού, των πολύτιμων προσωπικών και οικιακών αντικειμένων τους.

Εκτός από την προσωπική μου παρατήρηση και ερμηνεία των θεμάτων αυτών, σαφώς υπάρχει και ενόχληση, όπως τέθηκε και στο ερώτημα. Κι αυτό συνίσταται στο απαράδεκτο και δυστυχώς πραγματικό γεγονός του ρατσισμού, το οποίο παρατηρείται έντονα το τελευταίο διάστημα και μάλιστα αποκτά και επίσημη φωνή και εκπροσώπηση στην ελληνική κοινωνία. Δεν χρειάζεται νομίζω να αναφερθώ σε συγκεκριμένα συμβάντα. Και μόνο η ύπαρξη του φαινομένου αυτού καθ’ αυτού μας γεμίζει ντροπή ως έθνος. Εμάς που είμασταν από γεννησιμιού μας -ως φυλή- ανοιχτόκαρδοι, ανοιχτόμυαλοι (open-minded, όπως λένε κι οι Άγγλοι) και φιλόξενοι. Περιττό να αναφέρω ότι με εκφράζει απόλυτα το σύνθημα: «Οι παππούδες μας πρόσφυγες, οι γονείς μας μετανάστες, εμείς ρατσιστές;».

Η εμπειρία μου από την Διασπορά, στο χώρο της οποίας κινούμαι και δρω για 27 συναπτά έτη, μου δίνει το δικαίωμα να αναφέρω και να υπογραμμίσω ότι όπου κι αν έζησα, όπου κι αν ταξίδεψα, όπου κι αν κινήθηκα, σπούδασα, έκανα γνωριμίες και φίλους, παντού με αντιμετώπισαν ως ίσο, παντού με καλωσόρισαν και μου προσέφεραν χώρο να πατήσω, να κατοικήσω, να αναπτυχθώ. Κανένας δεν μου έθεσε κανένα εμπόδιο στην πορεία μου. Πώς, λοιπόν, να μην ενοχλούμαι και να μην αντιδρώ με τα ρατσιστικά φαινόμενα και τις διάφορες εκφράσεις τους που βλέπω, ακούω και διαβάζω πως συμβαίνουν στην Πατρίδα μας, που είναι -εκτός των άλλων- και η γενέθλια γη της δημοκρατίας!

Δεν μπορώ να μην καταθέσω εδώ και την σύγχρονη ποιμαντική εμπειρία μας, που έχει αναφορά στο νέο μεταναστευτικό ρεύμα, κυρίως νέων ανθρώπων, στην πλειοψηφία τους επιστημόνων, που οδηγεί μακριά από την Πατρίδα τη ραχοκοκκαλιά του νέου επιστημονικού κι επιχειρηματικού δυναμικού της πληγωμένης -ίσως ανεπανόρθωτα- ελληνικής κοινωνίας. Πολλοί μας τηλεφωνούν από την Ελλάδα (ακόμα και τελείως άγνωστοι σε εμάς) ζητώντας μας να μεριμνήσουμε για εύρεση εργασίας. Άλλοι μπαίνουν σε ένα αεροπλάνο και καταφθάνουν. Μας κτυπούν την πόρτα και μας κοιτούν ίσια στα μάτια με αγωνία και λαχτάρα…

Η αλήθεια είναι ότι πολλοί βρίσκουν αυτό που επιθυμούν. Και χαιρόμαστε πολύ όταν μπορούμε να βοηθήσουμε. Άλλοι, ίσως οι περισσότεροι, ταλαιπωρούνται αρκετά. Δεν είναι εύκολο να συνδράμεις όλους. Χρειάζεται συστηματική, συντονισμένη κι επιστημονική αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού, η οποία δεν είναι ακόμα έτοιμη και οργανωμένη. Έχω την εντύπωση πάντως ότι η Ελλάδα… μετακομίζει! Και αποδημεί!

Κλείνοντας, θα ήθελα να μας πείτε ένα στόχο που έχετε για το μέλλον…

H ψυχή έχει πάντα πολλές λαχτάρες. Σε διάφορα επίπεδα υπάρχουν και θα υπάρχουν πάντα στόχοι, βλέψεις και καρδιακές επιθυμίες. Αλλά για να καταφέρνω να παραμένω άνθρωπος και για να δικαιούμαι να κηρύττω Ιησού και να προβάλλω τον Έλληνα λόγο, έχω υποχρέωση να ασκηθώ και να καλλιεργήσω περισσότερο κάποιες αναγκαίες αρετές, όπως την υπομονή και τη μακροθυμία… Ίσως κάποτε να κατακτήσω κάποιες κορυφές, αλλά αυτές δεν θα είναι επ’ ουδενί το τέλος, αλλά η αφετηρία για κάτι καινούργιο, υψηλότερο και πλουσιότερο. Όπως λέει κι ο ποιητής (Γιώργος Σεφέρης): «Λίγο ακόμα να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα»!