Τα κάλαντα – του Μάριου Μιχαηλίδη

ΔΙΗΓΗΜΑ.

Χριστούγεννα, παραμονές. Στα 1963. Η είδηση μάς ήρθε τρεμάμενη. Η γιαγιά πέθαινε. Στο ρόγχο απάνω την προφτάσαμε. Και σ’ ένα τελευταίο άνοιγμα των ματιών της, τη στιγμή που της ξέφευγε ένα άπνοο, σχεδόν ξεψυχισμένο Αχ… Αυτό ήταν. Μας άφησε καιρούς.

Ορκίζομαι πως την άκουσα… Ναι, την άκουσα την ψυχή της να φτερουγίζει. Το ορκίζομαι. Πλατάγισε γλυκά, καθώς έβγαινε από το στήθος της κι απ’ τα στεγνά της χείλη και μετά πήρε να κάνει γύρους μες στο δωμάτιό της, σαν να ’θελε να την ξαναδεί και να την αποχαιρετίσει. Μετά ακούστηκε ένα φρρρρρ…

Μέρες γυρόφερνε στο μυαλό μου, μέχρι που μου καρφώθηκε η ιδέα μιας εξόδιας και συνάμα θριαμβικής φυγής. Και μ’ έπιανε το πικρό παράπονο. Έλεγα, γιατί, γιατί μια τέτοια αναχώρηση. Κι ο ρόγχος; ο ρόγχος, τότε, γιατί να ήταν τόσο ήρεμος; Μήπως η γιαγιά Μαρία μάς βαρέθηκε; Το ’λεγα και το ξανάλεγα, μα δεν έδινε κανείς σημασία.

Μόνο εκείνη, μόνο η γιαγιά μου θα μ’ είχε ακούσει. Το ξέρω. Πάντα με άκουγε. Βέβαια, ήταν φορές που θύμωνε, μα ήξερε ν’ ακούει. Αφουγκραζόταν τα ρητά και τα άρρητα η γιαγιά Μαρία. Από τότε που γεννήθηκε στην Αλάγια της Μικρασίας, Ανατολικά της Αττάλειας.

Χριστούγεννα ήταν. Παραμονές. Το βράδυ άκουγα τα βήματα τ’ αλόγου του. Ο Αι Γιώργης. Κι όλο έλεγα του παππού σου του Ιορδάνη, πάμε να φύγουμε… σε λίγο θα ’ρθούνε οι τσέτες… Τον είδα τον Άγιο να βγαίνει από τη Θεοτόκο, να τριγυρνάει με τ’ άλογό του το ολόλευκο και μετά να φεύγει. Δε μ’ άκουσε. Το πρωί, ανήμερα, ήρθαν και τον πήρανε. Από τότε δεν τον ξαναείδα τον Ιορδάνη. Χριστούγεννα ήταν.

Η γιαγιά όλα τ’ άκουγε και τα ’βλεπε. Τα ανήκουστα και τ’ άρρητα.

Τα κάλαντα; Όχι δεν τα είπα. Είχα μιαν άρνηση. Η μάνα μου επέμενε. Βγες με τους φίλους σου, πηγαίνετε να τα πείτε. Πήγα στο σπίτι του Ερπίλ. Τουρκάκι. Τώρα ένας θεός ξέρει αν ζει και πού βρίσκεται. Γιατί, εν τω μεταξύ, τον τόπο μας τον σκέπασε η μαύρη καταχνιά. Την περασμένη χρονιά μαζί τα είπαμε. Του άρεσε πολύ. Του το πρότεινα πάλι. Έκανε σαν τρελός μόλις το άκουσε. Κοντοστάθηκε. Με κοίταξε περίεργα. Κατάλαβα.“Η γιαγιά Μαρία ταξιδεύει μες στην αχρονία. Και τη λησμοσύνη”, είπα. Κάπου το είχα διαβάσει. Δεν κατάλαβε. Ούτε κι εγώ το καταλάβαινα τότε. Μετά γύρεψε τον αγιοβασιλιάτικο σκούφο του κι άρχισε το σκοπό. Καλήν εσπέραν άρχοντες… Κι όλο με κοίταγε… Καλά το θυμόταν.

Αμίλητοι τραβήξαμε για το νεκροταφείο. Μπήκαμε από την πλαϊνή είσοδο, στην πλευρά που θάβουν τους φτωχούς. Η γιαγιά Μαρία θα μας περιμένει, σκέφτηκα. Ο Ερπίλ το κατάλαβε. Όλο με κοίταγε. Πού είναι η γιαγιά; ρώτησε. Του ’δειξα. Πήγαμε κατά ’κει. Βγάλαμε τα τρίγωνα. Ο Ερπίλ δεν άντεξε. Πλάνταξε στο κλάμα. Έφυγε. Εγώ έμεινα εκεί κι άκουγα τη φωνή μου… Στα μνήματα. Καλήν Εσπέραν άρχοντες…

Χριστούγεννα συνέβη. Παραμονές. Στα 1963.

[Ζωγραφική: Νικηφόρος Λύτρας]