Συνέντευξη της συγγραφέως Ευσταθίας (Έφης)  Δήμου στον Μάριο Μιχαηλίδη.

Με ιδιαίτερη χαρά η Ελληνική Γνώμη φιλοξενεί τη συνέντευξη της συγγραφέως Έφης Δήμου που έδωσε στον Ειδικό Σύμβουλο της εφημερίδας μας κ. Μάριο Μιχαηλίδη.

Η Έφη Δήμου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασσική και Νεοελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών όπου εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή με θέμα τις θεατρικές διασκευές πεζογραφημάτων. Εργάζεται ως φιλόλογος στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Στη Σπορά των αστεριών (Νέος Αστρολάβος/Ευθύνη, 2011), Σονέτα (Gutenberg, 2016) και Απώλεια Λήθης (Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2019), καθώς και τη συλλογή διηγημάτων Κλέφτες ₊ Αστυνόμοι (Γκοβόστη, 2020). Άρθρα, διηγήματα και ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Το 2011 ήταν υποψήφια για το βραβείο καλύτερου νέου ποιητή στο 32ο Πανελλήνιο Συμπόσιο Ποίησης.

Ουσιαστικά πρόκειται για μία νέα και πολλά υποσχόμενη συγγραφέα, της οποίας η παρουσία στην ποίηση και στην πεζογραφία συνοδεύτηκε από εξαιρετικά σχόλια. Όπως φαίνεται από το σύντομο εργο-βιογραφικό σημείωμα, η ενασχόληση της κας Δήμου με τη λογοτεχνία άρχισε πολύ νωρίς και συνεχίζεται με σοβαρότητα και ευθύνη. Δηλαδή, δεν πρόκειται για μια φευγαλέα, εκτονωτική και αυτάρεσκη προσπάθεια, όπως συχνά βλέπουμε να συμβαίνει στον απαιτητικό αυτό χώρο, αλλά για μία ενσυνείδητη και επίμοχθη επιλογή η οποία, ήδη, αποδίδει ώριμους καρπούς. Και αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Γιατί την ίδια στάση ευθύνης επιδεικνύει η Έφη Δήμου  και στο επιστημονικό και  εκπαιδευτικό της έργο.

Από αυτή τη θέση εκφράζουμε θερμές ευχαριστίες για τις πολύ ενδιαφέρουσες και εύστοχες απαντήσεις στις ερωτήσεις που της θέσαμε.

    

 κα  Δήμου,  διαβάζοντας κανείς την ποίησή σας, αμέσως αναγνωρίζει κανείς  ότι διαθέτετε  όλες τις βασικές προϋποθέσεις –μεταφορική χρήση της γλώσσας, εικονοπλασία κ.ά, για να προχωρήσετε  και να διακριθείτε σ’ αυτό το, ομολογουμένως, δύσκολο είδος. Τουλάχιστον, η κριτική αυτό έχει επισημάνει για τις τρεις ποιητικές συλλογές που έχετε εκδώσει.

 

Η ποίηση είναι, πράγματι, το πιο δύσκολο λογοτεχνικό είδος. Είναι ο σκληρός πυρήνας της τέχνης του λόγου και το γεγονός αυτό κάνει την αναμέτρηση μαζί της ακόμα πιο ελκυστική, ακόμα πιο ερεθιστική. Το μεγάλο στοίχημα, μάλιστα, που έχει να κερδίσει ο ποιητής είναι να καταφέρει να βρει και να διαμορφώσει τη δική του «φωνή», να αποκτήσει την ιδιοπροσωπία του. Αυτό, βεβαίως, εναπόκειται και εξαρτάται όχι τόσο από αυτό που θα πει, από το περιεχόμενο του λόγου του, όσο από τη μορφή, το σχήμα και το «κέλυφός» του, από τον τρόπο που θα επιλέξει να μιλήσει για ζητήματα κοινά σε αγαπημένα σε όλους τους ποιητές διαχρονικά: τον έρωτα, την αγάπη, τον πόνο, τον θάνατο. Αυτό το «κέλυφος» προσπαθώ κι εγώ να τεχνουργήσω, πάνω σε αυτό δουλεύω εντατικά και, ακριβώς για να νιώθω πιο σίγουρη και ασφαλής, επέλεξα, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, να εκφραστώ σε φόρμα, να κινηθώ δηλαδή υπακούοντας σε κάποιους κανόνες που, αν και δεσμεύουν, σε κάποιο βαθμό, τον λόγο μου, εντούτοις μου παρέχουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθώ και το οποίο θα υπηρετήσω.

 

 Το αμέσως επόμενο βήμα σας στο χώρο της πεζογραφίας, σε πολλούς προκάλεσε έκπληξη. Βεβαίως, στο ενεργητικό σας έχετε κατά καιρούς έχετε δημοσιεύσει ποικίλα πεζολογικά είδη, όπως άρθρα, δοκίμια και διηγήματα. Ασφαλώς, η ευρυχωρία της πεζογραφίας είναι μια πρόκληση. Θα ήθελα το δικό σας σχόλιο.

 

Η στροφή μου στην πεζογραφία, πρόσκαιρη απ’ ότι μπορώ να προδιαγράψω, υπήρξε το αποτέλεσμα της ανάγκης μου να δοκιμάσω και να δοκιμαστώ σε ένα διαφορετικό είδος, με άλλη στόχευση και λογική. Η αλήθεια είναι ότι, κάποια στιγμή, έκρινα πως η αφοσίωση και η αποκλειστική μου ενασχόληση με την ποίηση, ίσως θόλωναν κάπως τη κρίση για τα έργα μου και περιόριζαν σημαντικά τις δυνατότητές άρτιας και αντικειμενικής αξιολόγησής τους. Έτσι στράφηκα στην πεζογραφία, αλλά και σε άλλα λογοτεχνικά είδη. Άρχισα να ασχολούμαι με την κριτική, την παρουσίαση βιβλίων, αλλά και τη συγγραφή επιστημονικών και άλλων άρθρων. Επρόκειτο, ουσιαστικά, για ένα είδος «αγρανάπαυσης» που εφάρμοσα στη συγγραφή μου. Ακόμα και τώρα συνεχίζω να πειραματίζομαι με τα διάφορα είδη, ακριβώς για να κερδίζω χρόνο, χρόνο που μεταφράζεται σε καθαρή κριτική ματιά, για το έργο που αφήνω προς στιγμήν πίσω μου. 

 

Το νέο σας έργο, η συλλογή διηγημάτων «Κλέφτες + Αστυνόμοι» (εκδ. ΓΚΟΒΟΣΤΗ, 2019) προκάλεσε έκπληξη μαζί και θαυμασμό για τον άρτιο χειρισμό των απαιτήσεων του διηγήματος. Μιλήστε μας καταρχάς για τον τίτλο αλλά και για τις αφηγηματικές σας επιλογές σ’αυτό.

 

Θα ήθελα, καταρχάς, να σας ευχαριστήσω θερμά για τα καλά σας λόγια. Η αλήθεια είναι πως, στο συγκεκριμένο βιβλίο, αναγνωρίζω ορισμένες από τις αδυναμίες που αναπόφευκτα έχει ένα πρωτόλειο έργο. Ωστόσο, η δομή και γενικά η τέχνη του διηγήματος πάντοτε ασκούσε πάνω μου μια ιδιαίτερη έλξη, αφού, άλλωστε, συνδέεται στενά και προσιδιάζει σε μεγάλο βαθμό στην ίδια την ποίηση. Η συντομία, η εκρηκτικότητα και η δραστικότητά του βρίσκω πως έχει το αντίστοιχό της στην ποίηση. Από την άλλη, η θεωρητική μου ενασχόληση και η πάγια συνήθειά μου να παρακολουθώ θεατρικές παραστάσεις και να διαβάζω θεατρικά έργα με οδήγησαν να διερευνήσω και να αποτυπώσω μέσω της γραφής μου το παιχνίδι των ανθρώπινων ρόλων που αναπόφευκτα διεξάγεται στη ζωή. Ο παιγνιώδης, λοιπόν, τίτλος, Κλέφτες+Αστυνόμοι, αποδίδει ακριβώς το δίπολο των ανθρώπινων τύπων μέσα σε μια κοινωνία, αλλά και την ευκολία με την οποία οι ρόλοι και οι τίτλοι των ανθρώπων αλλάζουν για να μετατραπούν στο αντίθετό τους ή, ακόμη περισσότερο, η ευκολία με την οποία οι άνθρωποι αφήνονται να παρασυρθούν και να φορέσουν το κοστούμι ενός ρόλου σα να πρόκειται για το ίδιο τους το δέρμα.

 

 Θα ήθελα να μας πείτε ποιους συγγραφείς έχετε ως πρότυπα.

 

Τα ονόματα που θα μπορούσα να αναφέρω είναι πολλά και προέρχονται από διαφορετικές λογοτεχνικές εποχές, ρεύματα, τάσεις και τεχνοτροπίες. Αναγνωστικά, ωστόσο, τοποθετούμαι πλέον στη συγχρονία καθώς διαβάζω κατά κύριο λόγο την λογοτεχνία που γράφεται τώρα. Τα πρότυπά μου, ωστόσο, διαμορφώθηκαν και εξακολουθούν να διαμορφώνονται με βάση, αποκλειστικά και μόνο, την συγκίνηση που μου προκαλεί ένα έργο. Από αυτήν την άποψη, ίσως θα ήταν καλύτερο να πω ότι δεν έχω ως πρότυπά μου συγγραφείς, αλλά συγκεκριμένα έργα, ένα ποίημα, ας πούμε, ή ένα διήγημα. Εάν αυτό που διαβάζω κεντρίσει το ένστικτό μου και μου προκαλέσει μία ψυχοσωματική αντίδραση, τότε σίγουρα λειτουργεί, συνειδητά ή ασυνείδητα, ως πρότυπο.

 

Πώς  κρίνετε γενικά την ποιότητα της λογοτεχνίας μας σήμερα; Πιστεύετε ότι η κρίση εξαιτίας της πανδημίας θα επηρεάσει αρνητικά τη λογοτεχνία; Γιατί όπως γνωρίζετε τα πράγματα στον χώρο των εκδόσεων είναι σχεδόν στάσιμα.

 

Είμαι βαθιά πεπεισμένη ότι η λογοτεχνία που παράγεται σήμερα κινείται σε ένα πολύ καλό επίπεδο ως προς την ποιότητά της. Θεωρώ με άλλα λόγια ότι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των λογοτεχνών που γράφουν, γράφουν καλά, με άποψη και συναίσθηση του καθήκοντός τους απέναντι στην τέχνη. Βεβαίως, η βάση των ανθρώπων που ασχολούνται με την λογοτεχνία έχει διευρυνθεί σημαντικά με αποτέλεσμα ένα κάποιο μέρος από τις δουλειές που βγαίνουν να είναι κάπως βιαστικές ή βεβιασμένες. Αυτό όμως δεν αναιρεί την πρώτη μου παρατήρηση. Το γεγονός, πάλι, της στασιμότητας στο χώρο των εκδόσεων θεωρώ πως λίγη σχέση έχει ή πρέπει να έχει με την τέχνη. Η αληθινή τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ακόμα και στο περιθώριο και όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν να λάμψει σα χρυσός που μόλις ήρθε στο φως. Θα ήταν πράγματι πιο εύκολο και πιο ελπιδοφόρο για όλους τους ανθρώπους που αγαπούν τη λογοτεχνία και ασχολούνται με αυτήν να υπήρχε μια άνθιση στο χώρο, αλλά αυτό δεν νομίζω ότι πρέπει να κάμπτει ή να επηρεάζει τους δημιουργούς.