«Έλλειμμα προοπτικής ακόμη και για το άμεσο μέλλον»

Ο πανεπιστημιακός και συγγραφέας Κώστας Βεργόπουλος μιλάει για την οικονομική κατάσταση στη χώρα μας.

Ο Κώστας Β. Βεργόπουλος γεννήθηκε το 1942 στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, οικονομικές και πολιτικές επιστήμες στη Σορβόννη. Διδάκτωρ οικονομικών επιστημών (Doctorat d’ Etat) του Πανεπιστημίου της Σορβόννης. Καθηγητής πολιτικής οικονομίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Επισκέπτης καθηγητής σε Πανεπιστήμια της Βόρειας και Νότιας Αμερικής. Διεθνής εμπειρογνώμων στα Ηνωμένα Έθνη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Βιβλία του έχουν μεταφραστεί και διδάσκονται σε δέκα γλώσσες.

Η συνέντευξη

-Μπορούμε να μιλάμε για εμπλοκή στην οικονομική κατάσταση της χώρας μας;

«Η εμπλοκή στη σημερινή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας εντοπίζεται κυρίως στο έλλειμμα προοπτικής ακόμη και για το άμεσο μέλλον. Πρώτα απ’όλα η αξιολόγηση από την τρόικα καθυστερεί και παραμένει αβέβαιη. Κι όμως, από την έγκαιρη παράδοσή της, από την θετική ή όχι έκβασή της εξαρτάται η καταβολή της επόμενης δόσης, πράγμα που θα ανακουφίσει τους δανειστές και υποτίθεται ότι θα προσφέρει οξυγόνο στην κυβέρνηση της υπερχρεωμένης χώρας με την ρύθμιση του χρέους στον ορίζοντα. Ωστόσο, τόσο η ανακούφιση των μεν, όσο και το οξυγόνο των δε, στην καλύτερη περίπτωση, δεν πρόκειται να ισχύσουν παρά μόνον για μερικούς μήνες και θα όφειλαν αμφότερες οι πλευρές να αντιμετωπίζουν το μέλλον με μεγαλύτερη σοβαρότητα, αντί να ικανοποιούνται με εξ ορισμού εμβαλωματικές «λύσεις», που στην ουσία δεν προωθούν κανένα απολύτως πρόβλημα, άλλα τα επιδεινώνουν όλα και τα καθιστούν τελικά ανεπίλυτα για όλους».
-Δηλαδή;

«Σύμφωνα με μετριοπαθείς υπολογισμούς, η αναχρηματοδότηση του ελληνικού χρέους από το καλοκαίρι του 2015 με 86 δις, με επιτόκιο 1% και περίοδο χάριτος 32 ετών καθιστά την αποπληρωμή του διαχειρίσιμη, άλλα υπό τον αυτονόητο, αυστηρό και αποκλειστικό ορό ότι η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε τροχιά ανάπτυξης με ρυθμό τουλάχιστον ανωτερο του 1%, ώστε το φθηνότερο νέο χρήμα να υποκαθίσταται στο παλαιότερο και ακριβότερο. Επίσης, το κυριότερο πρόβλημα με το συσσωρευμένο χρέος έχει ήδη μετατεθεί για μετά το 2023, χωρίς βεβαία να παραγνωρίζεται η αρνητική σκιά του μελλοντικού προβλήματος για την επανεκκίνηση της οικονομίας στο παρόν.

-Ουσιαστικά εκείνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι όλα εξαρτώνται από την τρέχουσα πορεία της ελληνικής οικονομίας;

«Οσον άφορα στο παρόν, το κλειδί για την βιωσιμότητα του χρέους παραμένει η τρέχουσα πορεία της ελληνικής οικονομίας. Ενόσω αυτή παραμένει κολλημένη στην πτωτική και υφεσιακή πορεία, κανένα απολύτως χρέος δεν θα είναι διαχειρίσιμο και μοιραία όλα θα αποβαίνουν, το ένα μετά το άλλο, μη-βιώσιμα. Ενόσω τα εισοδήματα περικόπτονται και συρρικνώνονται, όλα τα χρέη θα περνούν μοιραία στο κόκκινο. Όχι μόνον το δημόσιο χρέος, άλλα επίσης τα ιδιωτικά χωρίς εξαίρεση, των τραπεζών, των επιχειρήσεων, των νοικοκυριών, τα στεγαστικά. Όταν η κυβέρνηση αδυνατεί να εξασφαλίσει το ελάχιστο κατώφλι του 1% για την ανάπτυξη της οικονομίας, δεν υπάρχει περίπτωση να διατηρείται στην χώρα τίποτα απολύτως σε συνθήκες βιωσιμότητας. Σύμφωνα με τα πρόσφατα δημοσιευθέντα στοιχεία, οι αρνητικοί ρυθμοί έχουν επιστρέψει, αφού το λήξαν έτος, αντί θετικού ρυθμού, κατέγραψε ύφεση στο -0,7% του ΑΕΠ».

-Και οι δανειστές;

«Θα όφειλαν οι δανειστές της χώρας και κυρίως η υπεύθυνη κυβέρνηση της να επικεντρώνονται πολύ περισσότερο στον άμεσο στόχο της ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας, αντί να θυσιάζουν τα πάντα στον υπερεκτιμημένο στόχο της απομείωσης του χρέους στο μέλλον, απομακρύνοντας έτσι όλο και περισσότερο την κάθε προοπτική σταθεροποίησης, που αποτελεί την αναγκαία βάση για την λυσιτελή διαχείριση όλων των προβλημάτων. Ακόμη και αν καθ’ υπόθεση οι Ευρωπαίοι εταίροι και ιδίως οι Γερμανοί αποδέχονταν την ρύθμιση και διαγραφή του μεγαλυτέρου μέρους του ελληνικού χρέους, το πρόβλημα της ανάκαμψης θα παράμενε δραματικά ακάλυπτο,  απροσέγγιστο, ανεπίλυτο και χωρίς προοπτική. Βεβαίως, η κυβέρνηση προεξοφλεί ότι με την ρύθμιση του χρέους, θα εισρεύσουν κεφάλαια στη χώρα και θα ανακάμψουν οι επενδύσεις. Ωστόσο, γιατί άραγε να συμβεί κάτι τέτοιο, σε μια χωρα χωρίς ωφέλιμα εισοδήματα, με νεκρή εσωτερική αγορά και ήδη κατεστραμμένη με το τυφλό και σαρωτικό πρόγραμμα που συνεχίζει να εφαρμόζεται μέχρι σήμερα προς χάριν των δανειστών;».

-Συμπερασματικά;

«Το πρόβλημα χωρίς απάντηση είναι ότι ενώ μέτρα λαμβάνονται προς εξοικονόμηση και απόσπαση πλεονάσματος, επιδεινώνοντας έτσι τις προϋποθέσεις για την αναγκαία ανάκαμψη της οικονομίας, ουδεμία συγκεκριμένη μέριμνα καταγράφεται για την περαιτέρω πορεία της στο άμεσο μέλλον. Κυκλοφορούν αόριστες και γενικόλογες επαγγελίες για «παράλληλο πρόγραμμα», για νέο αναπτυξιακό νόμο και Σχέδιο Β, ωστόσο ουδέν εξ αυτών έρχεται στο φως της ημέρας, άλλα και παραμένει αμφίβολο εάν πράγματι κάτι προετοιμάζεται στο σκότος. Εάν όντως κάτι βρισκόταν σε προετοιμασία, γιατί άραγε να παρέμενε στο σκότος, αφού η σοβαρότητα ενός εθνικού ανατασιακού προγράμματος κρίνεται πάντα από την αθρόα και δημιουργική συμβολή των πολιτών σε αυτό; Πόσο μπορεί να ευσταθει ο ισχυρισμός ότι κάποιο σωτήριο πρόγραμμα τεκταίνεται εν άγνοια και εν κρύπτω από αυτούς που θα κληθούν να το εφαρμόσουν;

-Συνεπώς για τη σημερινή κυβέρνηση ποια θα ήταν η μεγαλύτερη δοκιμασία;

» Όλα δείχνουν ότι η μεγαλύτερη δοκιμασία για την κυβέρνηση θα ήταν εάν υποτεθεί οι «γενναιόδωροι» εταίροι εκδήλωναν την προθυμία να συνδράμουν στην σταθεροποίηση και ανάκαμψη της χώρας, εξασφαλίζοντας έτσι με το αζημίωτο και την ικανότητα αποπληρωμής του εναπομένοντος χρέους. Σε αυτή την υποθετική περίπτωση, αφού από την δική μας πλευρά δεν θα είχαμε απολύτως τίποτε το συγκεκριμένο και πειστικό να παρουσιάσουμε, το βάρος του σχεδιασμού της ανάκαμψης θα αφηνόταν μοιραία σε αυτούς που σήμερα απομυζούν την χώρα. Στο κάτω-κάτω, ακόμη και αν η χώρα έχει αποφασίσει ότι δεν σώζεται, οι δανειστές έχουν κάθε συμφέρον να την στηρίζουν, αφού έτσι εξασφαλίζουν τα χρήματα με τα όποια την έχουν χρεώσει.
Αφού σήμερα όλα γυρίζουν ανάποδα από ό,τι προσδοκούσε η κυβέρνηση, αφού η ίδια απογοητεύθηκε από τον Ντράγκι, την ποσοτική χαλάρωση και την ΕΚΤ, από την Κίνα, την Ρωσία, το Ιράν, τους Αμερικανούς και το ΝΑΤΟ, από την δυνατότητα μεταβολής της γερμανικής πολιτικής εντός της Ευρωζώνης, αφού πλέον και η ίδια δεν είναι σε θέση να παρουσιάσει κάτι το εναλλακτικό, ίσως η μοναδική ελπίδα που της απομένει είναι αυτά που έσπευσε να χαρακτηρίσει «αυταπάτες» να την διαψεύσουν για μια ακόμη φορά και να βγουν αληθινά. Η γεωπολιτική κανενός ισχυρού δεν θα ήθελε την χώρα μας «μαύρη τρύπα» στον χάρτη της περιοχής, όσο και αν το εφιαλτικό σενάριο διαχέεται μετ’επιτάσεως στην ελληνική κοινή γνώμη και στην ιθύνουσα πολιτική τάξη της. Άλλωστε δεν θα είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που μια χώρα «διασώζεται», όχι ως θα όφειλε με δίκες της δυνάμεις, άλλα με βάση τα γεωπολιτικά συμφέροντα ξένων δυνάμεων. Αφού στη χώρα μας, η κυβέρνηση και ο πολιτικός κόσμος εξαντλούνται στη τήρηση των συμπεφωνημένων εισπράττοντας τις αντιδράσεις της κοινωνίας στη συνέχιση των θυσιών που δεν οδηγούν παρά στο μεγάλο πουθενά και αφού οι κοινωνικές συνιστώσες αδυνατούν να προτείνουν κάτι το εναλλακτικό, πέρα από την διατήρηση των συμφερόντων της κάθε μιας εξ αυτών, ίσως οι Μεγάλες Δυνάμεις στο γεωπολιτικό παιχνίδι της περιοχής, ακόμη μια φορά στην ιστορία, να είναι σε θέση να εξασφαλίσουν κάποια προοπτική που η ίδια η χώρα δεν τολμά ούτε καν να φαντασθεί ούτε να αρθρώσει. Στο σημείο που έχει σήμερα περιέλθει ο δημόσιος βίος της χώρας μας, ίσως να μπορούσε κι αυτό να θεωρηθεί «μια κάποια λύσις» ή τέλος πάντων «κάτι» προτιμότερο από το απόλυτο «τίποτα».

Ο ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ

costasvergopoulos