– Παίζουν με την φωτιά και η ελληνική Κυβέρνηση έχει την ευκαιρία να τους κάψει”.
-Οι τρεις βασικοί λόγοι για την πρόσφατη εξέλιξη της διαπραγμάτευσης και την τωρινή στάση των πιστωτών.
Επιμέλεια: Ευθύμιος Χατζηϊωάννου.
“Δεν θα έπρεπε κανείς να περιμένει κάτι καλύτερο για το ελληνικό ζήτημα από τους ευρωκράτες και το διευθυντήριο του Βερολίνου στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο”, εκτιμούν έγκυροι Έλληνες και διεθνείς αναλυτές, που παρακολουθούν την στρατηγική της διαπραγμάτευσης κάθε πλευράς, αλλά και την στάση, που τηρούν οι δύο πλευρές.
Γι’ αυτούς η εξέλιξη αυτή ήταν αναμενόμενη και πιστεύουν, ότι, καθώς πλησιάζει η λήξη της τετράμηνης εκεχειρίας και η Ελλάδα ασφυκτιά συστηματικά στο οικονομικό πεδίο, ο Ζαν Κλωντ Γιούνγκερ, ενεργώντας καθαρά υπέρ των σκοπών και των συμφερόντων των πιστωτών μας, επέλεξε την κατάλληλη στιγμή για ένα ακόμη “χτύπημα”, το οποίο είχαν μελετήσει και προετοιμάσει με μεγάλη προσοχή οι δανειστές της χώρας μας. Το “χτύπημα” αυτό ήταν, αφ’ενός μεν να παραπλανήσουν τον Έλληνα Πρωθυπουργό, ότι οι πιστωτές μας προχωρούν, δήθεν, σε ένα βήμα κατανόησης και καλής θέλησης απέναντι στην χώρα μας και να τον πείσουν να συμμετάσχει στην συνάντηση με τον Πρόεδρο της Κομισιόν και αφ’ ετέρου να τον αναγκάσουν να απορρίψει όλο το έγγραφο με τις (προκλητικά απαράδεκτες) αξιώσεις τους, εμφανίζοντάς τον στην διεθνή Κοινή Γνώμη ως ανυποχώρητο και απρόθυμο για κάθε συμφωνία.
“Επεχείρησαν να αποδομήσουν τον ίδιο τον Έλληνα Πρωθυπουργό, με σκοπό να μεταστρέψουν την καλή άποψη και την στήριξη, με τις οποίες περιβάλλεται από μεγάλη μερίδα Ευρωπαίων”
Βέβαια, δεν είναι η πρώτη φορά, που συμβαίνει κάτι παρόμοιο. Αξίζει να θυμηθούμε την συμπεριφορά των ευρωκρατών στο γιούρογκρουπ-παρωδία της 16ης Φεβρουαρίου, όταν και πάλι προσπάθησαν να αποδομήσουν με κάθε τρόπο την εικόνα των αξιωματούχων της φρέσκιας, τότε, Αριστερής Κυβέρνησης. Και τώρα, καθώς φτάνουμε στο κρισιμότερο σημείο της σύγκρουσης, επεχείρησαν να αποδομήσουν τον ίδιο τον Έλληνα Πρωθυπουργό, με σκοπό να μεταστρέψουν την καλή άποψη και την στήριξη, με τις οποίες περιβάλλεται από μεγάλη μερίδα Ευρωπαίων.
Ποιοί είναι, όμως, πραγματικά και πιό συγκεκριμένα, οι λόγοι, πίσω από το νέο φιάσκο κατά την πρόσφατη συνάντηση Τσίπρα-Γιούνκερ;
Όπως εκτιμούν οι αναλυτές, ο πρώτος λόγος είναι, ότι ήθελαν να δώσουν ένα καλό μάθημα στον Τσίπρα, να «του κόψουν τη φόρα» για το «θράσος» του να πει τα πράγματα με το όνομά τους, μέσα από το τελευταίο του άρθρο στην “Le Monde”, κερδίζοντας την στήριξη και την κατανόηση μεγάλου ποσοστού της ευρωπαϊκής Κοινής Γνώμης. Θα πρέπει, πράγματι, να ήταν ένα σοκ γι’αυτούς, καθώς είχαν συνηθίσει για δεκαετίες να χαριεντίζονται και να ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις με προηγούμενους Έλληνες Πρωθυπουργούς. Ίσως θεώρησαν, λοιπόν, ότι έπρεπε να βάλουν τον Τσίπρα στην θέση του.
“Ζήτησαν ξαφνικά τα πιο σκληρά μέτρα, με στόχο να πάρουν αυτό, που θέλουν τελικά, εμφανιζόμενοι, ότι κάνουν υποχωρήσεις”
Ο δεύτερος λόγος, κατά τις εκτιμήσεις αυτών των Ελλήνων και ξένων αναλυτών, είναι και ο πλέον κλασικός στον πόλεμο των διαπραγματεύσεων. Ζήτησαν ξαφνικά τα πιο σκληρά μέτρα, με στόχο να πάρουν αυτό, που θέλουν τελικά, εμφανιζόμενοι, ότι κάνουν υποχωρήσεις. Είναι η κλασική τακτική του «ζήτα παραπάνω, για να πάρεις αυτό που θες».
Ο τρίτος και κυριότερος, ίσως, λόγος, πάντα κατά τους αναλυτές αυτούς, ήταν να αποδομήσουν ολοκληρωτικά την εικόνα της ελληνικής Κυβέρνησης, επιχειρώντας να μειώσουν την αποδοχή της από τον ελληνικό λαό. Άρα, αυτό που είπαν κάποια στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, ότι αυτά που ζήτησαν μπορεί να είναι και χειρότερα από το email Χαρδούβελη, ενδεχομένως να μην είναι καθόλου υπερβολικό. Βεβαίως, δεν υπάρχει κανένας δημοσιονομικός στόχος, ούτε ισοδύναμα. Ο στόχος ήταν καθαρά η αποδόμηση της Κυβέρνησης, ελπίζοντας, ότι θα αναθερμάνουν το σενάριο 2, δηλαδή την απομάκρυνση της Αριστερής πλατφόρμας και την συμμετοχή του μνημονιακού νεοφιλελεύθερου μπλοκ σε μια Κυβέρνηση «εθνικής σωτηρίας», αν είναι δυνατόν και πάλι με έναν τεχνοκράτη τύπου Παπαδήμου (π.χ. Στουρνάρας).
“Επιδιώκουν να μπουν στο παιχνίδι και πάλι οι νεοφιλελεύθερες μνημονιακές δυνάμεις, ώστε με την πρόφαση της «εθνικής σωτηρίας», να κατευθύνουν τα πράγματα προς την ολοκλήρωση του νεοφιλελεύθερου πειράματος”
Οι αναλυτές εκτιμούν, ότι τα συστημικά μίντια έπαιξαν και πάλι το γνωστό έργο. Φρόντισαν να ξορκίσουν την πιθανότητα εκλογών, μιλώντας και πάλι για πλήγμα στην Οικονομία, εν μέσω τουριστικής περιόδου και τα γνωστά, ενώ δεν είναι τυχαίο, ότι ο Σαμαράς μίλησε για «ανοησία», όσον αφορά την πιθανότητα εκλογών και προσφέρθηκε για «εθνική συνεννόηση».
Κατά τους αναλυτές, είναι, λοιπόν, ξεκάθαρη η προσπάθεια, που γίνεται, να μπουν στο παιχνίδι και πάλι οι νεοφιλελεύθερες μνημονιακές δυνάμεις, ώστε με την πρόφαση της «εθνικής σωτηρίας», να κατευθύνουν τα πράγματα προς την ολοκλήρωση του νεοφιλελεύθερου πειράματος, που είχε διακοπεί με τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου.
Τα μίντια φρόντισαν προηγουμένως να χτίσουν το προφίλ του Γιούνκερ, ως του «φίλου της Ελλάδας». Έτσι, μετά το πρόσφατο φιάσκο στην συνάντησή του με τον Τσίπρα, θέλουν να περάσουν την εικόνα, ότι η ελληνική Κυβέρνηση είναι πλήρως απομονωμένη, αφού ακόμα και οι «φιλέλληνες» δεν δείχνουν κατανόηση για τις ελληνικές θέσεις.
“Οι ευρωκράτες παίζουν με τη φωτιά και η ελληνική Κυβέρνηση έχει την ευκαιρία να τους κάψει”
Βεβαίως, δεν υπάρχει κανένας πραγματικός φίλος της Ελλάδας μεταξύ αυτών των ηγετών και αξιωματούχων των Βρυξελλών και του Βερολίνου, εκτιμούν οι αναλυτές. Φίλοι τους είναι οι τραπεζίτες και τα λόμπι. Άλλωστε, είναι πρόσφατη η ιστορία του γνωστού μεγάλου σκανδάλου Luxleaks, με πρωταγωνιστή τον Γιούνκερ, ενώ ο ίδιος είχε δηλώσει ανοιχτά, ότι οι ομάδες συμφερόντων στην ΕΕ είναι κάτι το αναπόφευκτο!
Εκείνο, όμως, που τονίζουν οι Έλληνες και ξένοι αναλυτές, είναι, ότι, παρόλα αυτά, το μεγάλο όπλο βρίσκεται ακόμα στα χέρια της Κυβέρνησης Τσίπρα, αρκεί να το χρησιμοποιήσει σωστά. Οι ευρωκράτες παίζουν με τη φωτιά και η ελληνική Κυβέρνηση έχει την ευκαιρία να τους κάψει. Ήρθε η ώρα να μιλήσει ανοιχτά και καθαρά στον λαό και να πάει σε εκλογές, επιδιώκοντας ευρεία πλειοψηφία. Αν το καταφέρει, οι εκπρόσωποι των πλουτοκρατών θα βρεθούν σε ακόμα δυσκολότερη θέση και η Ελλάδα θα έχει κερδίσει μια καθοριστική μάχη.





