(c)ellinikignomi

Ο Εμμανουήλ Παπάς γεννήθηκε στο χωριό Δοβίστα Σερρών το 1772. Το  τωρινό όνομα  του χωριού είναι Εμμανουήλ Παπάς που μετονομάστηκε έτσι προς τιμή του τέκνου του που έκανε μεγάλο αγώνα για να ξεσηκώσει τον λαό της Μακεδονίας για την επανάσταση, αλλά και για να προσφέρει μεγάλα χρηματικά ποσά για τον αγώνα της επανάστασης του 1821.

Ο πατέρας του Δημήτριος, πλούσιος προύχοντας της περιοχής, νεότατος χειροτονήθηκε ιερέας και τιμήθηκε με το εκκλησιαστικό αξίωμα του Οικονόμου. Από εκεί  προέρχεται και  το οικογενειακό όνομα Παπάς. Μετά τη στοιχειώδη μόρφωσή του στο χωριό, ο Εμμανουήλ μετέβη στις Σέρρες για να συμπληρώσει τις σπουδές του στην εκεί περιώνυμη σχολή. Όταν αποφοίτησε από τη Σχολή Σερρών επανήλθε στη χωριό του όπου και παντρεύτηκε.  Ο Εμμανουήλ απέκτησε έντεκα παιδιά από τον γάμο του με την Φαίδρα (οκτώ αγόρια και τρία κορίτσια) μια οικογένεια για την οποία θα μπορούσε να καυχιέται και εξασφάλισε τα προς το ζην.

 Παρά τις περιορισμένες γραμματικές του γνώσεις, ήταν όχι μόνο ευφυής αλλά και τολμηρός. Το 1805 το επαγγελματικό του δαιμόνιο τον έκανε να επανέλθει στις Σέρρες ακριβώς την εποχή που το εμπόριο βρισκόταν στην μεγαλύτερη ακμή του.  Δεν  άργησε αρχίζοντας από μικροέμπορος να εξελιχθεί σε μεγαλέμπορο των Σερρών όπου ανέπτυξε μεγάλη εμπορική δραστηριότητα στις Σέρρες από νεαρή ηλικία. Ακολούθως αναδείχτηκε σε μεγαλέμπορο και τραπεζίτη με υποκαταστήματα στην Θεσσαλονίκη, στην Κωνσταντινούπολη και στην Βιέννη. Απέκτησε μεγάλη περιουσία και έγινε δανειστής των Τούρκων αγάδων και μπέηδων της περιοχής ασκώντας μεγάλη επιρροή επάνω τους και κυρίως στον πανίσχυρο τοπάρχη Ισμαήλ μπέη. 

Το 1810 διορίζεται πρώτος τραπεζίτης του Ισμαήλ μπέη των Σερρών, και αποκτά τόση επιρροή σ’ αυτόν που δεν του αρνιόταν τίποτα, είτε δημόσιες, είτε ιδιωτικές υποθέσεις.

Χρησιμοποίησε το μεγάλο κύρος του ως δανειστής των Τούρκων αγάδων για να επιτυγχάνει ευνοϊκή μεταχείριση και αποφάσεις από την Οθωμανική Διοίκηση υπέρ των χριστιανών της περιφέρειας των Σερρών, οι οποίοι με την πάροδο του χρόνου απέκτησαν πολλά προνόμια χάρη στις δικές του ενέργειες. Δεν έμεινε όμως εκεί. Μόλις απέκτησε περιουσία μεσολάβησε με οικονομικές ενισχύσεις sτο κτίσιμο εκκλησιών (πράξεις απαγορευμένες), ενίσχυσε οικονομικά πολλά κοινωφελή ιδρύματα και φιλοπτώχους αδελφότητες στις Σέρρες. Τώρα είναι που σώζει πλήθος Χριστιανών από την αγχόνη δωροδοκώντας τους Οθωμανούς. Η καλοσύνη και οι ενέργειές του δεν είχαν προηγούμενο και αγαπήθηκε όσο κανείς άλλος στην Μακεδονία. Άσκησε μεγάλη επιρροή χάρη στην οικονομική του δύναμη και με τον δανεισμό χρημάτων στους μπέηδες τους κρατούσε στο χέρι.

Μετά τον θάνατο όμως του Ισμαήλ ο άσωτος γιός του, Γιουσούφ μπέης, δημιούργησε τόσο μεγάλο χρέος που ήταν αδύνατο να το ξεπληρώσει. Όταν ο Εμμανουήλ Παπάς του ζήτησε να του εξοφλήσει τουλάχιστον ένα μέρος του δανείου του, αυτός τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει.

Η φυγή του στην Κωνσταντινούπολη.

Ήταν τότε, τον Οκτώβριο του 1817 που ο Εμμανουήλ Παπάς αναγκάζεται να καταφύγει κρυφά για την Κωνσταντινούπολη.  Με πόνο αφήνει πίσω την οικογένειά του υπό την προστασία του Μητροπολίτη Σερρών Χρύσανθου.

Η εκεί παρουσία του, η οικονομική του επιρροή, οι γνωριμίες του με την Πύλη, έχουν ως αποτέλεσμα α) να εξασφαλίσει την επιστροφή μεγάλου μέρους του χρέους του Γιουσούφ  β) να αφαιρεθούν τα δικαιώματα του Τούρκου δικαστή για διαφορές με τους χριστιανούς και να δοθεί το δικαίωμα αυτό στον Μητροπολίτη Σερρών.

Φλογερός πατριώτης ο Εμμανουήλ μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία στις 21 Δεκεμβρίου 1819 από τον Κωνσταντίνο Παπαδάτο, άνθρωπο του Αλεξάνδρου Υψηλάντη, και αμέσως κατέθεσε 1.000 γρόσια ( 200.000 δίστηλα) ένα μεγάλο ποσό από την προσωπική του περιουσία για την ενίσχυση των οικονομικών της. Γίνεται ταμίας της φιλικής Εταιρείας και οργανώνει μυστικά όλες εκείνες τις κινήσεις που θα οδηγούσαν στον ξεσηκωμό. 

Εισάγει στην υπηρεσία του Σουλτάνου πιστούς και αφοσιωμένους Έλληνες συνεργάτες με το πρόσχημα του κουρέα , του καφετζή, του θυρωρού, για να παρακολουθεί τις κινήσεις της Πύλης.

Όταν πληροφορήθηκε για το κίνημα του  Αλέξανδρου Υψηλάντη στην Μολδοβλαχία, ενεργώντας σύμφωνα με την εντολή  του Υψηλάντη, ετοιμάζεται να προετοιμάσει το έδαφος για να ξεσηκώσει τους κατοίκους της Μακεδονίας σε επανάσταση. Για τον σκοπό αυτό αγοράζει με δικά του χρήματα όπλα και πολεμοφόδια και στις  23 Μαρτίου 1821 ναυλώνει το πλοίο του Θρακιώτη καπετάνιου Χατζηαντώνη Βισβίζη, τα φορτώνει στο καράβι και αναχωρεί για το Άγιο Όρος που θεωρείτο το καταλληλότερο ορμητήριο, που είναι φυσικώς οχυρωμένο όχι μόνο σαν χερσόνησος για την εξέγερση της Μακεδονίας κατά των Οθωμανών, αλλά και γιατί οι ακόμη οι τρεις χιλιάδες άνδρες που μόναζαν θα μπορούσαν να αποτελέσουν αξιόλογη στρατιά.

Μονή Εσφιγμένου

Ο Εμμανουήλ αποβιβάζεται στην μονή Εσφιγμένου, της οποίας ο ηγούμενος Ευθύμιος  ήταν μυημένος στην Φιλική Εταιρεία. Με κέντρο λοιπόν το Άγιο Όρος, ξεκινά την προετοιμασία για την εξέγερση. Οι Ψαριανοί ενίσχυσαν την προσπάθεια με δύο πλοία που απέστειλαν, ενώ πολλοί μοναχοί εντάχθηκαν στις γραμμές των επαναστατών. 

Ο Δημήτριος Υψηλάντης σε γράμμα του προς τον Εμμανουήλ Παπά στις 15 Ιουνίου 1821 τον συγχαίρει για τον πατριωτικό του ζήλο, του λέει όμως πως είναι ανάγκη να καταβάλει έκαστος το κατά δύναμιν.

Τα πλοία λοιπόν που όλοι ζητούν δεν έρχονται. Αλλά και η κατάσταση στο στράτευμα δεν είναι η καλύτερη. Οι προσπάθειες του Εμμανουήλ είναι υπεράνθρωπες. Ενεργεί για να ξεσηκώσει σε επανάσταση και τους Έλληνες της κεντρικής και δυτικής Μακεδονίας. Οι κλεφταοαρματολοί όμως των περιοχών είναι διστακτικοί.

Οι συγκρούσεις που έγιναν στον Πολύγυρο στις 17 Μαϊου μεταξύ Ελλήνων κατοίκων και Τούρκων στρατιωτών τον ανάγκασαν να επισπεύσει την κήρυξη της επανάστασης από τις Καρυές του Αγίου Όρους, όπου οι μοναχοί τον ανακήρυξαν «Αρχηγό και Προστάτη της Μακεδονίας.» και 1000 περίπου μοναχοί έλαβαν τα όπλα της ελευθερίας. Ο Εμμανουήλ κυρήσσει  επισήμως την Επανάσταση στα τέλη Μαϊου στις Καρυές, έχοντας στην διάθεσή του 4000 ενόπλους.  Την 1η Ιουνίου κατέλαβε την Ιερισσό και προχώρησε στα ενδότερα της Χαλκιδικής. Στον Πολύγυρο η επανάσταση εξαπλώθηκε στα γύρω χωριά, όπως και στα χωριά του Λαγκαδά. Πέρασαν στην Επανωμή και έφτασαν τρεις ώρες έξω από την Θεσσαλονίκη, σχεδόν κοντά στα τείχη της παλιάς πόλης. Οι Έλληνες όμως ήταν ανοργάνωτοι άσχημα εξοπλισμένοι  και χωρίς έμπειρη στρατιωτική διοίκηση. Στους επόμενους δύο μήνες η θέση των Ελλήνων χειροτέρευε  καθώς οι  ελλείψεις σε πολεμοφόδια και τρόφιμα ήταν μεγάλες, παρά τις απεγνωσμένες εκκλήσεις του για βοήθεια

Κατάρρευση

 Σύντομα τα Οθωμανικά στρατεύματα  υπό τον διοικητή της Θεσσαλονίκης Αβδούλ Αβούδ ανέκτησαν τον έλεγχο της κατάστασης και μέχρι τέλους του Οκτωβρίου του1821  κατέστειλαν την εξέγερση. Στην Θεσσαλονίκη αιχμαλωτίστηκαν 400 όμηροι, ενώ στις Σέρρες οι Τούρκοι αιχμαλώτισαν 150 Σερραίους πολίτες, βρήκαν όλο τον εξοπλισμό που προοριζόταν για την εξέγερση, βασάνισαν και φυλάκισαν την γυναίκα του Εμμανουήλ, ενώ έκαψαν και το σπίτι του. Η Κασσάνδρα πέφτει στα χέρια των Τούρκων και επακολουθούν σφαγές Χριστιανών και καταστροφές των περιουσιών τους σε ένα όργιο αίματος και λεηλασίας.

Ένα κύμα προσφύγων Μακεδόνων από την κατεστραμμένη Χαλκιδική  κατέκλυσε την Εύβοια, τις Σποράδες και την Πελοπόννησο. Η επανάσταση στην Μακεδονία είχε ηττηθεί. Στο Άγιο Όρος ο Εμμανουήλ αντιμετώπιζε την ανοιχτή αντίθεση των μοναχών οι οποίοι του ζητούσαν να αποχωρήσει για να μην καταστραφεί η Αθωνική Πολιτεία από τους επελαύνοντες Τούρκους . Η Αθωνική Πολιτεία παραδόθηκε στους Τούρκους και καταστράφηκε οικονομικά. 

Ο Εμμανουήλ ενημερώθηκε από τον ηγούμενο της μονής Εσφιγμένου για τις αρνητικές εξελίξεις και αποφασίζει να αποχωρίσει από το Άγιο Όρος διότι αντιμετώπιζε τον κίνδυνο να συλληφθεί. Αποφασίζει για τον λόγο αυτό να αποχωρήσει από το Άγιο Όρος ακολουθούμενος από λίγους συντρόφους και συμπολεμιστές του και έφυγαν μαζί με το πλοίο του Βισβίζη για την Ύδρα για να μεταβεί στην Πελοπόννησο και ελπίζει σε συνεργασία με Υψηλάντη και Κουντουριώτη για να συνεχίσει εκεί τον Αγώνα.

Οι συγκινήσεις και οι αποτυχίες επηρέασαν την υγεία το. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού και ενώ το πλοίο περιέπλεε τον Καφηρέα , εν πλω για την Ύδρα, ο Εμμανουήλ έπαθε καρδιακή προσβολή και πέθανε σε ηλικία 49 ετών, στις 5 Δεκεμβρίου 1821. Η κηδεία του έγινε με τιμές αρχιστρατήγου στην Ύδρα στην εκκλησία της Υπαπαντής.

Ο Εμμανουήλ θυσίασε τα πάντα: οικογένεια, πλούτη, τους γιούς στα πεδία των μαχών της επανάστασης, τον Αθανασάκη που αποκεφαλίστηκε στην Χαλκίδα (1826), το Νικολάκη (σκοτώθηκε στο Καματερό Αττικής πολεμώντας με αρχηγό τον Γ. Καραϊσκάκη), τον Γιαννάκη σκοτώθηκε στο Νεόκαστρο (1825), τον Αναστασάκη που αγωνίστηκε στην άμυνα του Μεσολογγίου,   και τέλος την ίδια την ζωή του στον βωμό  της ελευθερίας. Υπήρξε μια από τις αγνότερες και ηρωικότερες μορφές του Αγώνα για την ελευθερία. Ανιδιοτελής δαπάνησε όλη του την περιουσία (300.000 δίστηλα τάλληρα) για τους σκοπούς της Επανάστασης και κατόρθωσε, αν και αγνοούσε την στρατιωτική τέχνη, να διατηρήσει ζωντανή για ένα εξάμηνο την επαναστατική εστία της Χαλκιδικής. 

 Ο ζήλος του για την απελευθέρωση της Ελλάδας ήταν μεγάλος και η φιλοτιμία του απέραντη. Έπραξε το καθήκον του και πήρε μια θέση στο πάνθεο των ηρώων.  Το όνομά του έμεινε με γράμματα ανεξίτηλα στο βιβλίο της ιστορίας και θα είναι επιδερμική και απλουστευμένη η άποψη να ξεκινήσουμε με το τέλος της ζωής του, που έφυγε πικραμένος και νικημένος από τον θάνατο.     

Ο Εμμανουήλ είχε μέτριο ανάστημα. Το πρόσωπό του στηριγμένο σε ένα μακρύ λαιμό, ήταν πράο αλλά γεμάτο ζωή και δραστηριότητα. Ήταν λιγόλογος, μιλούσε με μειλιχιότητα και πρόφερε τις λέξεις αργά και καθαρά. Ελάμβανε  τον λόγο πάντα τελευταίος και επιβάλλονταν με την λογική διατύπωση των γνωμών του. Η μοναδική αποτύπωση της φυσιογνωμίας του αναφέρεται από τον ιστορικό Ευάγγελο Στρατή στο βιβλίο του που κυκλοφόρησε το 1914.

Στις 20 Νοεμβρίου του 1971 τα λείψανά του μεταφέρθηκαν και εναποτέθηκαν κάτω από τον ανδριάντα του, που βρίσκεται στην Πλατεία Ελευθερίας της πόλης των Σερρών. Πηγές: Πολιτιστικός Σύλλογος Εμμανουήλ Παπάς, Αθηνών-Θεσσαλονίκης και του Χωριού (Εμμανουήλ Παπά) 

Πηγές: Πολιτιστικός Σύλλογος Εμμανουήλ Παπάς, Αθηνών-Θεσσαλονίκης και του Χωριού (Εμμανουήλ Παπά) 

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ 

Όσον αφορά την αποτίμηση της προσφοράς του στον αγώνα, ευκρινέστερα μπορεί να αποτυπωθεί με κάποιους παραλληλισμούς που αφορούν το δικό μας παρόν ( αλληλοεμπλοκή παρελθόντος και παρόντος ). Πόσο θα εκτιμούσαμε σήμερα αν βρισκόταν λίγοι άνθρωποι στην Ελλάδα που η επαγγελματική ή η πολιτική τους σταδιοδρομία να είναι προσανατολισμένη για το καλό της πατρίδας και όχι για το προσωπικό τους συμφέρον και να βρίσκονται σε συνεχείς αντιπαραθέσεις και διεκδικήσεις  με μοναδικό σκοπό την εξουσία.

 Εξ’ άλλου αυτός ήταν και ο λόγος που δεν άφησαν τον Καποδίστρια, πιστό χριστιανό και ενάρετο άνθρωπο,  (που είχε αναγνωρίσει και σεβόταν όλη η Ευρώπη της εποχής εκείνης)  να ολοκληρώσει το έργο του για την δημιουργία ενός ζηλευτού Νεοελληνικού κράτους, για το οποίο θα ήμασταν σήμερα όλοι υπερήφανοι. Ένα κράτος οικονομικά ανεξάρτητο και που δεν θα περιοριζόταν στα σημερινά σύνορα του, που χάραξαν οι δυτικές δυνάμεις, αλλά θα περιλάμβανε και εδάφη της βυζαντινής αυτοκρατορίας, (Μ. Ασίας)  όπως ήταν και το όραμά του. Καταλήξαμε να είμαστε πάντα εξαρτώμενοι οικονομικά από τις δυτικές δυνάμεις και αυτό να συνεπάγεται την έλλειψη ουσιαστικής ελευθερίας. Ποια μεγαλύτερη διπλωματική ή πολιτική επιτυχία γνωρίσαμε τις τελευταίες δεκαετίες; Αυτοί οι ήρωές μας ήταν άνθρωποι ανιδιοτελείς αλλά η διχόνοια, το διαχρονικό ελάττωμά μας ως Έλληνες, ας σταματήσει εδώ.  Μπροστά όμως στον κοινό κίνδυνο, όπως απέδειξε η ελληνική ιστορία και από την αρχαιότητα, ομονοούμε και γινόμαστε ένα.

Να μην μείνουμε μόνο στις γιορτές και τα πανηγύρια για την επέτειο των 200 χρόνων από την Επανάσταση αλλά να συνεχίσουμε το έργο του σκοπού και του οράματος  που μας δίδαξαν  οι ήρωές μας, καθ’όλη την διάρκεια της ελληνικής ιστορίας μας.  

Με την ευκαιρία τουλάχιστον αυτής της επετείου ο αγώνας και τα κίνητρα των αγωνιστών του ξεσηκωμού για την ελευθερία έγιναν παγκοσμίως γνωστά. 

Να νοιώθουμε λοιπόν περήφανοι ως Ελληνικό Έθνος απανταχού της γης, όπου και αν ζούμε, για την ελληνική μας καταγωγή, την ιστορία μας, την ελληνική μας γλώσσα και τον ελληνικό μας πολιτισμό που τίμησαν και τιμούν και πολλοί μη Έλληνες μέχρι σήμερα.

 

Μαρία Χατζηνάκου, καθηγήτρια φιλόλογος, καταγόμενη από την πόλη των Σερρών