Του Πάνου Χατζηγεωργιάδη, Μουσικοσυνθέτης, Λογοτέχνης και Δημοσιογράφος.

Πάει καιρός τώρα απο την τελευταία μου εκπομπή ιδεών. Το τελευταίο μου άρθρο με πολιτική χροιά. Συμβαίνουν τόσα πολλά και με τόσο ταχείς ρυθμούς, όπου ουδείς εχέφρων πολίτης δύναται να τα αντιληφθεί, να τα κατανοήσει και φυσικά πολύ περισσότερο να τα ενστερνιστεί.

Το κράτος υπό την έννοια που γνωρίζαμε ως τα τώρα έχει ρίψει είς το έδαφος κάθε προσωπείον σοβαρότητος ή έστω σοβαροφάνειας το οποίον το διατηρούσε εν μίαν κάποιαν αξιοπρέπειαν. Βαδίζουμε με βήματα σταθερα προς τον κοινωνικόν όλεθρον, όπου η μία κοινωνική ομάδα θα κατασπαράξει στο τέλος την άλλη μέσα στα πλαίσια ενός κοινωνικού αυτοματισμού, ο οποίος δεν είναι διόλου τυχαίος.

Οικονομική εξαθλίωση παντού. Πτωχεία πολιτισμική, απαξίωση φυσικά του έθνους και ταύτιση του με ένα κράτος ανήμπορο να υπερασπίσει τα συμφέροντα του πρώτου.
Ο σώσων εαυτόν σωθείτω εν ολίγοις. Και το χειρότερο όλων, μια κατάσταση τέτοιας τερατώδους πνευματικής αποχαύνωσης, όπου αναρωτιέσαι αν αυτός ο λαός και όσοι
τον αποτελούν ως άτομα, σκέπτονται και ζούν με μοναδικό γνώμονα το επί της κλίνης του θανάτου εγώ τους. Μακριά απο το μακρυγιαννικό ΕΜΕΙΣ, μακριά από κάθε προοπτική για τον καθέναν.

Και έρχεται μια εθνική επέτειος αύριο. Μια εθνική επέτειος η οποία στα μάτια των πολλών, μοιάζει ως μια κοινωνική υποχρέωση στην οποίαν κατά βάθος δεν έχουμε και την διάθεση
να βρεθούμε και όσοι βρίσκονται αύριο εκεί στο μεγάλο τους ποσοστό δεν γνωρίζουν τον λόγο για τον οποίον βρίσκονται εκεί. Και τούτο το μαρτυρά η εν γέννει συμπεριφορά των
Ο τρόπος ντυσίματος των «δασκάλων του γένους», των μαθητών και μαθητριών, η προχειρότητα τις περισσότερες φορές στην παρέλαση και γενικώς η όλη διαδικασία, μας θυμίζει το πως μια ολάκερη κοινωνια θα οδηγηθεί αύριο σε ένα καταναγκαστικό σχεδόν έργο. Αυτό της καταμέτρησης για ακόμη μια φορά της ιστορίας. Δίχως πνοή, δίχως αγάπη πραγματική για το γεγονός, δίχως ουσιαστικό ενδιαφέρον στο να μάθει το τι και το γιατι εορτάζουμε την επαύριον. Φυσικά υπάρχουν και οι λαμπρές εξαιρέσεις ακόμη.

Οι αποδομητές έχουν παίξει καλά και σταθερά επί δεκαετίες τον ρόλο τους. Θυμάμαι πριν λίγες μέρες την παρέμβαση μου σε έναν απο τους αρχαιότερους αν οχι τον αρχαιότερο λογοτεχνικό σύλλογο της χώρας, να αντικρίζω ελάχιστους, γέροντες στην πλειοψηφία των λογοτέχνες οι οποίοι να είναι παρόντες στην επετειακή εκδήλωση αναφορικά με την αυριανή μας εθνική επέτειο. Και εξεκίνησα την ομιλία μου, μια παρέμβαση ως ανέφερα οχι μουσειακού χαρακτήρος αλλά με αναφορές στο ζήτημα των στρατιωτικών νεκροταφείων – φαντασμάτων στην Βόρειο Ήπειρο για τους ήρωες του έπους λέγοντας πως. «Είμεθα ελάχιστοι εδώ. Αλλά θέλω να πιστεύω οχι ολίγιστοι. Στις άδειες καρέκλες κάθονται όμως οι ψυχές των ηρώων μας, οι ήρωες μας είναι εδώ μαζί μας αντικαθηστώντας την δική μας ανεπάρκεια !». Λόγια που έντυσαν λογοτεχνικά την πραγματική μου απελπισία για το που βαδίζουμε.

Που είναι οι νέοι μας απο τέτοιες εκδηλώσεις όπου δεν είναι αναγκασμένοι ίσως να προσέρχονται όπως αυτές των «πολυπολιτισμικών» σχολειών  ; Εμείς τους εκδιώξαμε. Εμείς όπου τους εμποτίσαμε τον φιλοτομαρισμόν !. Εμείς όπου τους εμάθαμε να μετρούν την ζωή με το ευρώ και οχι με τον Σταυρό. Εμείς όπου τους διδάξαμε με τα παραδείγματα μας πως η οκνηρία, η αλήτεία, η απόλυτη έκλυσις των ηθών, είναι ο ορθός δρόμος της ζωής !. Εμείς όπου με τις ζωές μας εμπράκτως, απεμπολήσαμε κάθε ανθρώπινη αξία. Κάθε αγάπη για το σύνολο. Κάθε θυσία για αυτό. Κάθε σέβας για τα αιματοβαμμένα μας χώματα που τα πατούν οι κάθε λογής ξένοι. Και μείς ξένοι ως προς την πραγματική Ελλάδα, ξεπουλήσαμε και υποθηκεύσαμε τις ζωές μας και τις ζωές των παιδιών μας και τις ζωές των παιδιών των παιδιών μας, έναντι πινακίου φακής.

Διότι ουδείς μας έμαθε το πόσο αξίζει η γης αυτή. Διότι και εμείς παρατηρώντας τον δίπλα, δεν φροντίσαμε να μάθουμε απο μόνοι μας έστω, το πόσο αξίζει τούτο το κομμάτι το υπέροχον αυτού του πλανήτη. Το κομμάτι αυτό της γης όπου δίδαξε τον κόσμο τι σημαίνει ελέυθερος άνθρωπος.  Κι αύριο πάλι θα έρθουν τα φαντάσματα των ηρώων για να παρεβρεθούν στις «εορταστικές» εκδηλώσεις μας. Και μόλις κλείσουν τα φώτα της γιορτής θα αποχωρήσουν και πάλι στα σκότη της λησμονιάς όπου τους πετάμε ως κοινωνία για να τους ξαναθυμηθούμε του χρόνου και πάλι. τριακόσιες εξήντα τέσσερεις ημέρες ΝΑΙ και μία ΟΧΙ. Δεν είναι καθόλου δίκαιη τούτη η μοιρασία.

Και να θυμάστε όλοι όσοι τυχόν θα διαβάσετε αυτό εδώ το μικρό κομμάτι, πως οι ήρωες δεν έχουν ανάγκη ούτε απο στεφάνια, ούτε απο μνημεία, ούτε απο μνημόσυνα. Αυτά είναι για εμάς τους ζωντανούς σε πολλά εισαγωγικά. Αυτά είναι για εμάς σε μιάν απέλπιδα προσπάθεια να μας θυμήσουν το ποίοι πραγματικά υπήρξαμε με κάποτε. Οι άταφοι ακόμη ήρωες επάνω στα βουνά της Βορείου Ηπείρου, τα χιλιάδες εκείνα παιδιά που άφησαν οτι πολυτιμότερο έχει ένας άνθρωπος εκεί ψηλά, την ίδια τους την ζωή, μας δείχνουν τον δρόμο. Τον δρόμο του ΕΜΠΡΑΚΤΟΥ ΕΜΕΙΣ και του ΚΟΙΝΟΥ ΧΡΕΟΥΣ απέναντι σε αυτήν την πατρίδα, σε εμάς και τα παιδιά μας.

Μην αναζητείτε εχθρούς δια την κατάντια μας. Ο χειρότερος εχθρός του Ελληνισμού, είναι ο ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ !

https://iperalitheias.blogspot.gr/2017/10/blog-post.html