Ένα βιβλίο-ορόσημο του Ανδρέα Παπανδρέου

Όταν ο μετέπειτα ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ έγραφε υπέρ της ανοικτής οικονομίας και κοινωνίας και της τότε ΕΟΚ…

Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου.

Η πρόσφατη πρωτοβουλία της εφημερίδας Τα Νέα να προσφέρει το βιβλίο του Ανδρέα Γ. Παπανδρέου «Στρατηγική Οικονομικής Αναπτύξεως της Ελλάδος», που για πρώτη φορά κυκλοφόρησε το 1962, είναι πολυσήμαντη.

Εκείνην την περίοδο ο Ανδρέας Γ. Παπανδρέου ήταν γενικός διευθυντής του Κέντρου Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ σήμερα), καθηγητής στο πανεπιστήμιο Μπέρκλεϋ της Καλιφόρνιας και γυιος του Γεωργίου Α. Παπανδρέου που είχε ξεκινήσει τον «ανένδοτο αγώνα» κατά τού τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Ο τελευταίος ήταν αυτός που είχε φέρει τον καθηγητή Ανδρέα Γ. Παπανδρέου στην Ελλάδα και, λόγω της συνδέσεώς μας την εποχή εκείνη με την ΕΟΚ, τού είχε αναθέσει να μελετήσει διεξοδικά την ελληνική οικονομία και τις δυνατότητές της.

Πρέπει από την άποψη αυτή να πούμε ότι η εργασία του Ανδρέα Γ. Παπανδρέου ήταν ιδιαιτέρως σημαντική. Σε ένα κομβικό σημείο της μεταπολεμικής της ιστορίας, η Ελλάδα επέλεξε να ακολουθήσει τον δρόμο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Παράλληλα, μετά από έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο, είχε επιλέξει να είναι και μέρος του ελεύθερου δημοκρατικού κόσμου.

Όντας όμως στο κέντρο μίας περιοχής όπου εδέσποζαν οι χώρες του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού και της πάλαι ποτε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Ελλάδα, μετά το αποτυχημένο κομμουνιστικό πραξικόπημα, ήταν μία χώρα που η ΕΣΣΔ είχε κάθε λόγο να αποσταθεροποιεί. Πράγμα το οποίο και επετεύχθη μέσω της κυρίαρχης αριστερής προπαγάνδας στην χώρα μας και την πλήρη απέναντί της ανοχή της εθνικολαϊκής δεξιάς.

Επίσης, μία προβληματική Ελλάδα ήταν ένα καλό δώρο και για την τουρκική εξωτερική πολιτική, η οποία εκ παραδόσεως είναι αυτή του δήθεν «επιτήδειου ουδέτερου».

Στην βάση αυτών των δεδομένων, ο καθηγητής Ανδρέας Γ. Παπανδρέου της εποχής τού 1961 πίστευε ακράδαντα ότι η χώρα μας έπρεπε να προσδεθεί στο δυτικό άρμα, να ακολουθήσει την πορεία της Δυτικής Ευρώπης προς την ολοκλήρωση και να απαλλάξει την οικονομία της από οθωμανικού τύπου συμπεριφορές και στρεβλώσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, όπως πολύ ορθά επισημαίνει και ο συνάδελφος Γιώργος Μαλούχος που επιμελήθηκε την επανέκδοση του προαναφερόμενου βιβλίου, στην εργασία του για λογαριασμό του ΚΕΠΕ ο Α.Γ.Παπανδρέου εκπλήσσει.

Διότι σκιαγραφεί την μετεμφυλιακή ελληνική οικονομία και εισηγείται τρόπους για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της, με κύριους άξονες την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και της ανταγωνιστικότητας, την έμφαση στις εξαγωγές και την μείωση του κράτους, με ρητό δε στόχο την αποτελεσματικότερη δυνατή ένταξη της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ.

Είναι γι’ αυτόν ξεκάθαρο ότι οι μεταρρυθμίσεις αποτελούν τον μοναδικό δρόμο και καλεί ρητά και απερίφραστα στην εφαρμογή τους, παρά το όποιο κοινωνικό και πολιτικό κόστος τους –το οποίο εκτιμά ως το αναγκαίο πρόσκαιρο τίμημα για την μακροχρόνια ευημερία της χώρας.

Ουσιαστικά, γράφει ο Γ. Μαλούχος, με αυτό το βιβλίο-μανιφέστο υπέρ της πλήρους προσαρμογής και ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ μέσα από την αυστηρή τήρηση του προγράμματος προσαρμογής που προέβλεπε η Συμφωνία Σύνδεσης, ο ένθερμος τότε ευρωπαϊστής Ανδρέας Γ. Παπανδρέου, το 1962, επιχειρεί να λειτουργήσει ως ο θεωρητικός βραχίονας στην πορεία ευρωπαϊκής αναγέννησης της χώρας και στην εδραίωση της Ελλάδας στην αιχμή του κοινού ευρωπαϊκού εγχειρήματος.

Όπως γράφει στην κατακλείδα του έργου του: «Με την κατάλληλον προδιάθεσιν, προσπάθειαν και αντίληψιν του προβλήματος, και ίσως με κάποιαν αρχικήν θυσίαν, ο ελληνικός λαός θα επιτύχει τους τεθέντας αντικειμενικούς σκοπούς και η Ελλάς θα αναλάβει ενεργόν ρόλον εις την Ευρωπαϊκήν Κοινότητα των Εθνών».

Στο σημείο αυτό οφείλουμε να επισημάνουμε ότι ο Ανδρέας Γ. Παπανδρέου χρησιμοποίησε πολλές από τις συμπερασματικές παρατηρήσεις του στο βιβλίο του και σε ομιλίες του, στην διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας στην Αχαΐα για τις εκλογές τού Νοεμβρίου 1964.

Ως συνεργάτης τότε του Οικονομικού Ταχυδρόμου, του Βήματος και του Νεολόγου Πατρών, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω πολλές από τις ομιλίες του του ΑΓΠ, ο οποίος όντως εντυπωσίαζε τους νέους της εποχής εκείνης με τις ρηξικέλευθες ιδέες του.

Οφείλω δε να ομολογήσω ότι ένας από τους λόγους που με ώθησαν να πάω στο Βέλγιο και να περατώσω με βελγική υποτροφία τις οικονομικές μου σπουδές ήταν η από μέρους του ενθάρρυνση. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα πολύ θερμά του λόγια για την τότε Συμφωνία Συνδέσεως της Ελλάδας με την ΕΟΚ, την οποία σε ομιλία του στο Εμποροβιομηχανικό Επιμελητήριο της Πάτρας είχε χαρακτηρίσει «ευλογία Θεού».

Ακόμα, με μεγάλη διορατικότητα, ο Ανδρέας της εποχής εκείνης καλούσε το πολιτικό σύστημα της χώρας να φιλελευθεροποιήσει την οικονομία, με τόνωση της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας σε ευρεία κλίμακα και με κατάργηση «μίας υπερσυγκεντρωτικής και πολλάκις αυθαίρετης κρατικής παρεμβάσεως…

Οπουδήποτε αφίεται ο μηχανισμός της αγοράς, δηλ. η διαδικασία του ανταγωνισμού, να εκτελέση το έργον της κατανομής των πόρων, πρέπει να αφεθή να λειτουργήση απροσκόπτως. Η επιβράβευσις της επιτυχίας πρέπει να είναι υψηλή …

Οι “κεκορεσμένοι” κλάδοι δραστηριότητος και τα “κλειστά” επαγγέλματα πρέπει να εκτεθούν εις την αναμορφωτικήν πίεσιν του ανταγωνισμού…

Η κατά τομείς οικονομικής δραστηριότητος κατανομή των πιστώσεων, πρέπει να αντικατοπτρίζη τους τεθέντες στόχους του προγράμματος … Επειδή όλα αυτά τα μέτρα θα αποδώσουν επί το πλείστον μακροχρονίως, δεν είναι τόσον ελκυστικά από πολιτικής απόψεως, όσον αι πρόχειραι άμεσοι λύσεις των προβλημάτων».

Αυτά έγραφε και έλεγε πριν 54 χρόνια ακριβώς ο Ανδρέας Γ. Παπανδρέου –και ισχύουν χωρίς καμμία ρυτίδα ακόμη και σήμερα.

Είναι δε πολύ πιθανόν οι μετέπειτα βαθειές ρητορικές αλλαγές στα λόγια καθώς και αρκετές πράξεις του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ να οφείλονται στο γεγονός ότι, απογοητευμένος από αυτά που έβλεπε και βίωνε, να πρόκρινε τον δρόμο του αντιευρωπαϊσμού και του κρατισμού ως μοναδικό αποτελεσματικό εργαλείο ανόδου και παραμονής στην εξουσία.

Ως γνησιότατος κεϋνσιανός, εξάλλου, ο Ανδρέας Γ. Παπανδρέου φαίνεται πως εκτιμούσε την γνωστή ρήση του διάσημου Βρεταννού οικονομολόγου, που έλεγε ότι «μακροπρόθεσμα είμαστε όλοι νεκροί».

Ποιος λόγος λοιπόν να βγάλει κάποιος στην Ελλάδα το φίδι από την τρύπα; Προφανώς δε, ούτε ο περίφημος λαός θέλει επιθυμεί κάτι τέτοιο.