Επιμέλεια: Ευθύμιος Χατζηϊωάννου.

Tην εντυπωσιακή ιστορία ενός Αυστριακού, του Friedrich Blauel, που έγινε κατ’ επιλογήν, από τα τέλη της δεκαετίας του ΄70, Μανιάτης, και σημαντικός παράγοντας του ελαιοπαραγωγικού τομέα στη Μεσσηνία, περιγράφει σχετικό ρεπορτάζ, που δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα «Πύλη Ιάσονος», στην ηλεκτρονική διεύθυνση  http://www.schizas.com. Ο Φρίντριχ Μπλάουελ είναι αυτός, που  οργάνωσε την πρώτη βιολογική καλλιέργεια ελιάς στην Ελλάδα και σήμερα συνεργάζεται με 500 ελληνικές οικογένειες της Μάνης, εξάγοντας το λάδι από τις ελιές τους στην Ευρώπη, την Ασία και την Αμερική!
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ αυτό, ο Φριτς, (ή  Φριτζέας, όπως τον ονομάζουν οι εντόπιοι φίλοι του) από τον Πύργο Λεύκτρου της Δυτικής Μάνης, είναι, όχι απλά ένας άνθρωπος της Μάνης, αλλά και ο μεγαλύτερος εργοδότης της περιοχής αυτής. Με 40 εργαζόμενους στην επιχείρησή του, αλλά –κυρίως- με περισσότερες από 500 οικογένειες, παραγωγούς ελιάς, να συνεργάζονται σχεδόν αποκλειστικά μαζί του για την παρασκευή και διάθεση του λαδιού τους, έγινε ένας θρύλος για τη Μάνη.

Η οργανωμένη βιολογική καλλιέργεια της ελιάς

Η επιχείρηση «Φρίντριχ Μπλάουελ» δηλώθηκε επίσημα στην Καλαμάτα και ξεκίνησε την δραστηριότητά της  το 1980. O Φριτς, ο οποίος είχε μετακομίσει στη Μάνη από τα τέλη της δεκαετίας του ΄70, έκανε κάτι επαναστατικό για την περιοχή: Από την στιγμή, που είδε το ελαιόλαδο αυτής της ασυνήθιστα καλής ποιότητας να κατευθύνεται στην Ιταλία σε μεγάλα βυτία, προφανώς για να «βαφτιστεί» ιταλικό και να διατεθεί ως τέτοιο στις διεθνείς αγορές, κάθισε και άρχισε να γεμίζει με το εντόπιο ελαιόλαδο ένα – ένα μπουκάλι με το χέρι. Αυτή η κίνηση προκάλεσε σύντομα την αληθινά απίστευτη υποστήριξη των κατοίκων του χωριού και πολύ σύντομα εξελίχθηκε σε μια μικρή επιχείρηση.

Η σύζυγός του, Μπούργκη, σύντομα ανέλαβε και εκείνη ενεργό δράση και η μικρή επιχείρηση άκμασε. Το εμπορικό σήμα “Mani®” εισήχθη σύντομα μετά από αυτό και οι Μπλάουελ έφεραν στην Ελλάδα εκείνο, που τότε θεωρήθηκε σαν μια εξ ολοκλήρου νέα έννοια: Την οργανωμένη βιολογική καλλιέργεια της ελιάς.

 Ήρθε στη Μάνη ως τουρίστας και έμεινε για πάντα…

‘Όπως αναφέρει ο ίδιος του, ήταν καλοκαίρι του 1978, όταν μια παρέα φίλων από την Βιέννη έφθανε στη Μάνη. Σκοπός τους ήταν να περιηγηθούν εκεί και να γνωρίσουν τον τόπο και τους ανθρώπους του. Γοητεύθηκαν από την περιοχή και τους κατοίκους της και αποφάσισαν να ξεκινήσουν εκεί μια νέα ζωή. Εγκαταστάθηκαν εκεί μόνιμα, αγοράζοντας μάλιστα και ένα παλιό, μισοερειπωμένο πετρόκτιστο σπίτι, το οποίο ανακαίνισαν και το έκαναν κατοικία τους.. Μεταξύ τους ήταν και ο 26χρονος τότε φοιτητής της Ιατρικής, Φρίτς Μπλάουελ. Γνώστης των γεύσεων, αφού οι γονείς του διατηρούσαν ξενοδοχείο και εστιατόριο στη Βιέννη, ξετρελλάθηκε με την φρεσκάδα του τοπιικού ελαιόλαδου, όπως άλλωστε και οι δικοί του, όταν πήραν τα πρώτα δείγματα.

Από φοιτητής της Ιατρικής στη Βιέννη, αγρότης και κάτοικος της Μάνης

Το δίλημμα του Φριτς, Ιατρική ή Μάνη, ξεπεράστηκε γρήγορα. «Σκέφτηκα καλύτερα να μείνω μόνιμα εδώ και να ζήσω εγώ υγιεινά, παρά να πάω στην πόλη και να κάνω καλά αυτούς, που αρρωσταίνουν», λέει και θυμάται τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, όταν πρωτοεγκαταστάθηκε εκεί. Στα πρώτα χρόνια η ζωή του Φρίτς στη Μάνη δεν διέφερε σε τίποτα από την ζωή του εντόπιου Μανιάτη. Ο Φριτς δούλευε μεροκάματο στο λιομάζεμα, σε ελαιοτριβεία, μάζευε χόρτα, απέκτησε μια κατσίκα και μια γαϊδουρίτσα και κάθε βράδυ στο καφενείο μοιραζόταν τα προβλήματα και τις αγωνίες των συγχωριανών του.
«Στη Μάνη με δυο πράγματα μπορείς να ασχοληθείς: Ή με τις πέτρες ή με το λάδι! Εγώ διάλεξα το δεύτερο», λέει χαρακτηριστικά. ‘Ετσι ξεκίνησε να ασχολείται με το ελαιόλαδο, βλέποντας, ότι υπήρχαν καλές προοπτικές για την εμπορία του και κυρίως για την εξαγωγή του στην Αυστρία και σε άλλες χώρες της Κεντρικής Ευρώπης.
Στο μεταξύ, μετά δύο περίπου χρόνια, απέκτησε και την άδεια εξαγωγής ελαιολάδου. Όμως την πρώτη του εξαγωγή την έκανε κρυφά και πριν ακόμα πάρει την άδεια, καθώς μετέφερε οδικώς 10 τενεκέδες των 17 κιλών στην Αυστρία. Στην Γιουγκοσλαβία παραλίγο να χαλάσει η δουλειά, αφού οι Γιουγκοσλάβοι υποψιάστηκαν, ότι μπορεί να μεταφέρει στα δοχεία εκρηκτικά. Τελικά, όμως, το πρόβλημα ξεπεράστηκε, όταν έγινε ο έλεγχος των δοχείων και επετράπη η μεταφορά τους στην Αυστρία.

Το επιχειρηματικό ξεκίνημα του Φριτς

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο ίδιος του, μια κανάτα και μερικά μπουκάλια, τα οποία γέμιζε μόνος του, ήταν στην αρχή όλα τα μέσα της επιχείρησής του. Βέβαια, υπήρχε μια βάση στην Αυστρία, όπου κάποιοι είχαν δοκιμάσει το μανιάτικο λάδι και είχαν ενθουσιαστεί. «Το πρώτο λάδι δεν ήταν βιολογικό, σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα, αλλά ξεκίνησα να το πουλάω σε μαγαζιά με τάση προς την οικολογική διατροφή. Δεν γνώριζα ακόμη την βιολογική καλλιέργεια, μου φάνηκε, όμως, ότι  η καλλιέργεια της ελιάς στη Μάνη ήταν πολύ καθαρή. Τότε οι αγρότες έριχναν στα ελαιόδεντρα, αντί για λιπάσματα, φουσκιά, ενώ δε ράντιζαν τόσο πολύ. Όμως, μπαίνοντας η Ελλάδα στην ΕΟΚ, την σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση, άρχισε έντονα η χρήση των επιδοτούμενων χημικών λιπασμάτων. Έκανα έναν υπολογισμό και διαπίστωσα, ότι για κάθε κιλό λάδι που έβγαζαν, έριχναν δύο κιλά λίπασμα, ενώ ακόμη ράντιζαν τις ελιές και με μαλαθείο, ένα πολύ δραστικό εντομοκτόνο και επικίνδυνο φυτοφάρμακο. Σκέφτηκα τότε, ότι δεν μπορούσα εγώ να πουλάω το λάδι αυτό σαν φυσικό προϊόν».
Η υπόθεση ελαιόλαδο είχε μπει πλέον για τα καλά στη ζωή του Φρίτς, που στο μεταξύ παντρεύτηκε και έκανε παιδιά. «Μετά το 1985 όλη αυτή η ιστορία αρχίζει να παίρνει για μένα μια απίστευτη δυναμική και να με τραβάει σαν ποτάμι. Έπαθα και εγώ, ότι παθαίνουν όλοι οι επιχειρηματίες στην αρχή. Δηλαδή, άρχισα να τρέχω και να μη φθάνω!» τονίζει ο ίδιος χαρακτηριστικά.

Πώς, όμως, αντιμετωπίσθηκε το όλο του εγχείρημα από τους Μανιάτες;

«Οι συγχωριανοί μου δεν με είδαν ανταγωνιστικά, με είδαν σαν ένα άτομο, που κατάλαβε την αξία του Μανιάτικου λαδιού και πονούσε, όπως άλλωστε πονούσαν και αυτοί, βλέποντας να φεύγει με βυτία για την Ιταλία και να βαφτίζεται ιταλικό. Έμεινα στο χωριό, πήγαινα στο καφενείο, συζητούσαμε για όλα τα προβλήματα, όλα ήρθαν σαν μια φυσιολογική εξέλιξη. Οι Μανιάτες είδαν, ότι θα δώσω εγώ στο λάδι τους ένα όνομα, ότι σέβομαι τις παραδόσεις, τους ανθρώπους, όλα τα πράγματα, που υπήρχαν εκεί. Αυτοί είχαν το καλό λάδι, τα καλά ελαιοτριβεία, τα καλά χωράφια, την καθαρή φύση, τα χίλια πράγματα, που δεν πληρώνονται με τίποτα και εγώ είχα το κλειδί για την προώθησή του. Με την σημαντική συμβολή της γυναίκας μου σε αυτή την προσπάθεια αλλά και αρκετών ανθρώπων, που στα πρώτα μου βήματα στάθηκαν δίπλα μου, άνθρωποι από τη Μάνη και την Καλαμάτα, όλα πήγαν καλά. Τους ευχαριστώ πολύ».

Η επαφή του Φρίτζ και η καλή του σχέση με τους Μανιάτες βοήθησε στο πέρασμα από τη συμβατική στη βιολογική καλλιέργεια.

Σήμερα η επιχείρηση «Μπλάουελ» εξελίχθηκε σε μίνι-βιομηχανία

Σήμερα η επιχείρηση του Φριτς Μπλάουελ στεγάζεται σε ένα κτίριο 1000 τετραγωνικών μέτρων στον Πύργο Λεύκτρου και απασχολεί 40 εργαζόμενους. Περιλαμβάνει μια αυτόματη και μια ημιαυτόματη γραμμή τυποποίησης καθώς και τα γραφεία. Πέντε άτομα φροντίζουν τους βιολογικούς παραγωγούς, παρέχοντάς τους πλήρη υποστήριξη. Στο πρόγραμμα υπάρχουν γύρω στους 300 παραγωγούς με συμβόλαιο, 200 από τη Μεσσηνία και 100 από τη Λακωνία, και στις «καλές χρονιές» η παραγωγή ελαιόλαδου φθάνει στους 400 τόνους. Τι κερδίζει όμως ο παραγωγός, που αποφασίζει να μπει στο πρόγραμμα βιολογικής καλλιέργειας;
«Η συμφωνία από την αρχή ήταν, ότι θα πληρώνουμε 20% πάνω από την τιμή, που είχε το συμβατικό λάδι. Όταν έπεσε η τιμή του συμβατικού λαδιού αρκετά, έβαλα ένα μίνιμουμ όριο και είπα, ότι δεν θα πληρώνω κάτω από 900 δραχμές. Αυτό βέβαια ίσχυε για τους παραγωγούς, που τους παρείχαμε εμείς όλες τις υπηρεσίες πιστοποίησης κλπ. Για τους ανεξάρτητους παραγωγούς η τιμή διαμορφωνόταν από την αγορά και βεβαίως ήταν πάνω από τις 900 δραχμές».

Η Ελλάδα έχει το μεγαλύτερο ποσοστό σε έξτρα παρθένο λάδι διεθνώς και την Κορωνέικη ελιά.

«Όταν ξεκίνησα, το ελληνικό λάδι δεν το ήξερε κανείς έξω από τα ελληνικά σύνορα. Τώρα τα πράγματα σιγά – σιγά αλλάζουν. Χρειάζεται, όμως, μεγάλη προσπάθεια και υποστήριξη, αφού οι άλλοι δεν κοιμούνται και ιδιαίτερα οι Ισπανοί, που είναι σημαντικοί ανταγωνιστές μας», αναφέρει ο Φριτς Μπλάουελ.
Σήμερα το μανιάτικο λάδι και οι ελιές Καλαμών, εξάγονται στην Αυστρία, στην Γερμανία, στην Ελβετία και στην Αμερική, ενώ στην Ελλάδα το λάδι αυτό διανέμεται σε σπίτια μέσω παραγγελιών. Όσο για την τιμή, το μανιάτικο λάδι πωλείται συσκευασμένο στην Ευρώπη σε πολύ καλή τιμή, που κυμαίνεται από 5 έως 12 ευρώ το μισό λίτρο.
Ο Φρίτς Μπλάουελ κατάφερε αυτό, που τόσα χρόνια δεν κατάφεραν οι Έλληνες. Να κάνει, δηλαδή, γνωστό το Μεσσηνιακό ελαιόλαδο στην Ευρώπη και στην Αμερική, αλλά και να αυξήσει το εισόδημα εκατοντάδων καλλιεργητών. Έδειξε, ακόμη, ότι η Ελλάδα έχει το μεγαλύτερο ποσοστό σε έξτρα παρθένο λάδι διεθνώς και την μοναδική Κορωνέϊκη ελιά. Βέβαια, σήμερα δεν είναι ο μόνος ξένος, που ασχολείται με την παραγωγή, την συσκευασία και την εξαγωγή ελαιολάδου στην Ελλάδα. Στα επόμενα χρόνια και άλλοι Ευρωπαίοι, από την Γερμανία, την Γαλλία, την Ιταλία κ.α., ακολουθώντας το παράδειγμά του, αποφάσισαν να εγκατασταθούν μόνιμα σε διάφορες ελαιοπαραγωγικές περιοχές της χώρας μας και να ασχοληθούν επαγγελματικά με τον «πράσινο χρυσό», όπως ονομάζουν πολλοί το μοναδικό ελληνικό ελαιόλαδο. Και οι περισσότεροι από αυτούς έχουν να επιδείξουν μεγάλη επιτυχία.

 

Το λάδι από τους ελαιώνες στο μπουκάλι

Ποιό είναι, όμως, το μυστικό της επιτυχίας της επιχείρησης Blauel;

«Η προνομιακή θέση καλλιέργειας, ένας ειδικός τύπος ελιάς, το επαγγελματικό κλάδεμα των δέντρων οι σωστές μέθοδοι έκθλιψης, η σωστή αποθήκευση και το προσεχτικό γέμισμα των φιαλών, εξασφαλίζουν και διατηρούν ακέραιο το αληθινό άρωμα», είναι τα στοιχεία που προκρίνει ο Φριτς. «Η συγκομιδή των ελιών της Μάνης αρχίζει προς το τέλος κάθε έτους. Με σκληρή χειρωνακτική εργασία, οι πολύτιμοι καρποί μαζεύονται με το χέρι, ταξινομούνται και αμέσως μετά μεταφέρονται για ψυχρή έκθλιψη στα παραδοσιακά ελαιοτριβεία της Μάνης. Είναι πάντα μια μαγική στιγμή, όταν το πρώτο χρυσοπράσινο ελαιόλαδο αρχίζει να ρέει».

Η επιμονή του Φριτς στην βιολογική καλλιέργεια ήταν αυτό, που διατήρησε την ποιότητα του λαδιού της Μάνης σε υψηλότατο επίπεδο. Αυτό, που κάνει τον καρπό και το λάδι της Κορωνέϊκης ελιάς διαφορετικό από δεκάδες άλλες ποικιλίες, είναι η μοναδική μέθοδος καλλιέργειας, που εφαρμόζεται στη Μάνη. Δεν γίνεται τεχνητό πότισμα και τα δέντρα κλαδεύονται εντατικά μια φορά τον χρόνο, διατηρούμενα επίτηδες μικρά. Ενώ σε άλλα μέρη η συνηθισμένη παραγωγή ελαιολάδου είναι περίπου 10 λίτρα ανά δέντρο, στη Μάνη, η Κορωνέϊκη ποικιλία παράγει μόνο 1-3 λίτρα του καθαρότερου «πράσινου χρυσού».
Αυτήν την στιγμή περίπου 300.000 ελαιόδεντρα σε όλη τη Μάνη καλλιεργούνται μ’ αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με τις οδηγίες του Φριτς.

Από το 1992, το λάδι (μετά την παραγωγή του στα παραδοσιακά ελαιοτριβεία της περιοχής) πηγαίνει στο εργοστάσιο, που έφτιαξε η οικογένεια Μπλάουελ στον Πύργο Λεύκτρου, έκτασης 1.000 τ.μ., όπου και γίνεται η εμφιάλωση. Το τελικό αποτέλεσμα φέρει το σήμα κατατεθέν «Μάνη», το όνομα, δηλαδή, της περιοχής, κάνοντάς την διάσημη σε όλον τον κόσμο για το λάδι της, ενώ ο τζίρος της επιχείρησης φτάνει κοντά στα 5 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο.

Όχι κι’ άσχημα, αν σκεφτεί κανείς πόσο περισσότερο λάδι θα μπορούσε να βγαίνει ακόμη, αλλά θυσιάζεται για την ποιότητα. Η φίρμα Blauel και η «Μάνη» της είναι μια χαρακτηριστική εταιρεία, που αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση και δείχνει τον δρόμο σε όλους τους Έλληνες επιχειρηματίες και ιδιαίτερα στους Έλληνες νέους, που σκέφτονται να επιστρέψουν στην ελληνική γη και να την εκμεταλλευτούν. Τώρα, μάλιστα, που η οικονομική κρίση στρέφει το ενδιαφέρον και πάλι προς την γεωργία, ένα τέτοιο εγχείρημα μπορεί να αποφέρει πολλαπλά οφέλη, τόσο σε αυτούς που απασχολούνται οργανωμένα και μεθοδικά με αυτή, όσο και σε ολόκληρη την ελληνική Οικονομία.