του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου

Σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, ο ελληνικός πληθυσμός αποτελεί περίπου το 0,15% του αντίστοιχου παγκόσμιου, ενώ το ελληνικό ΑΕΠ αντιπροσωπεύει το 0,3% του διεθνούς. Αν δε αυτό μετρηθεί σε ονομαστικούς όρους ή σε όρους πραγματικής αγοραστικής δύναμης, ίσως να είναι και λίγο χαμηλότερο. Παρόλα αυτά, η ελληνική οικονομία, παρά το ότι τα τελευταία χρόνια ενισχύθηκε με 300 δισεκατομμύρια ευρώ δάνεια για την σωτηρία της, αποτελεί για έβδομη συνεχή χρονιά διεθνές πρόβλημα. Από το 2010 και μετά βιώνει μία κρίση που παρόμοιά της δεν έχει βιώσει καμμία άλλη οικονομία χώρας μέλους του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως (ΟΟΣΑ).

Αποτέλεσμα της κρίσης αυτής ήταν να αμφισβητηθεί η βιωσιμότητα του ευρώ και, κατ’ επέκταση, να υπάρξουν σοβαρά προβλήματα στην σταθερότητα του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η ανάγκη εξόδου της ελληνικής οικονομίας από την κρίση είναι εκ των ων ουκ άνευ. Πλην όμως, για να υπάρξει έξοδος από την κρίση θα πρέπει να απαντηθούν ερωτήματα του τύπου γιατί χρεοκόπησε η Ελλάδα και ποιες στρεβλώσεις του ελληνικού παραγωγικού μοντέλου οδήγησαν στην διαρθρωτική κατάρρευση, την οποία από καιρό επισημαίνουμε.papandropoulos2-250x160

Καίριο, λοιπόν, προβάλλει το ερώτημα: Μετά από αυτή την παταγώδη αποτυχία, τί πρέπει να αλλάξει; Απάντηση στο ερώτημα αυτό προσπαθεί να δώσει η μελέτη του οργανισμού διαΝΕΟσις, τον οποίο ίδρυσε ο επίτιμος πρόεδρος του ΣΕΒ κ. Δημήτρης Δασκαλόπουλος. Η μελέτη, με τίτλο «Χάρτης Εξόδου από την Κρίση, ένα νέο παραγωγικό μοντέλο για την Ελλάδα», εκπονήθηκε από νέους επιστήμονες. Συντονιστής ήταν ο καθηγητής του ΟΠΑ και μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου της διαΝΕΟσις, κ. Πάνος Τσακλόγλου, και η συγγραφική ομάδα αποτελείται από τους κ. κ. Γιώργο Οικονομίδη, αναπληρωτή καθηγητή του ΟΠΑ, Γιώργο Παγουλάτο, καθηγητή του ΟΠΑ και μέλος του Advisory Board της διαΝΕΟσις, Χρήστο Τριαντόπουλο, ερευνητή ΚΕΠΕ, και  Αποστόλη Φιλιππόπουλο, καθηγητή του ΟΠΑ.

Στην παρουσίαση της μελέτης, που πραγματοποιήθηκε την περασμένη εβδομάδα, συμμετείχαν ο αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως κ. Γιάννης Δραγασάκης, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Γιάννης Στουρνάρας, ο πρώην υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών κ. Νίκος Χριστοδουλάκης, ο πρόεδρος της Eurobank κ. Νίκος Καραμούζης, καθώς και οι καθηγητές Πάνος Τσακλόγλου και Γ. Παγουλάτος, την δε συζήτηση συντόνισε ο δημοσιογράφος κ. Κώστας Καλλίτσης.

Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να επισημάνουμε ότι –με εξαίρεση τον κ. Γ. Δραγασάκη– όλοι οι ομιλητές επεσήμαναν το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, έδωσαν έμφαση στο αντιεπιχειρηματικό περιβάλλον και τόνισαν (ιδιαίτερα ο κ. Ν. Καραμούζης) ότι την περίοδο 1997-2004 εισέρρευσαν στην Ελλάδα περισσότερα από 400 δισεκατομμύρια ευρώ, τα οποία, δυστυχώς, αντί να χρησιμοποιηθούν για τον εκσυγχρονισμό της παραγωγικής μηχανής, κατευθύνθηκαν σε κατοικίες και κατανάλωση. Παράλληλα, οι ομιλητές τόνισαν ότι, στο επίπεδο της ενημερώσεως, αντί να υποστηρίζεται ότι η κρίση έφερε τα μνημόνια, επικρατεί ακριβώς το αντίθετο. Κατά συνέπεια, το κοινό παραπλανάται, η έννοια των μεταρρυθμίσεων εξευτελίζεται και, αντί η οικονομία να βγαίνει από την θηλιά του χρέους, παραμένει σε ύφεση.

Όπως επεσήμανε ο πρόεδρος του διαΝΕΟσις κ. Δημ. Δασκαλόπουλος στην εναρκτήρια ομιλία του, εδώ και πολλά χρόνια το κλίμα στην χώρα μας είναι εχθρικό απέναντι στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Είναι σαν το ελληνικό κράτος να μην συνειδητοποιεί ότι ανάπτυξη θα έρθει μόνον μέσα από το όραμα, τα ταλέντα και την σκληρή δουλειά των δημιουργικών δυνάμεων του τόπου. Στις σημερινές συνθήκες, μόνον η γόνιμη ιδιωτική πρωτοβουλία μπορεί να δημιουργήσει τις εκατοντάδες θέσεις εργασίας που χρειάζεται μία χώρα που χάνει, παράλληλα, και πολύτιμο επιστημονικό και δημιουργικό δυναμικό. Μόνον οι ιδιωτικές επιχειρήσεις μπορούν να σταθεροποιήσουν τα φορολογικά έσοδα του κράτους και να προσφέρουν στην ελληνική οικονομία την εξωστρέφεια που τής χρειάζεται.

Για να βγούμε από την κρίση, χρειάζεται να δώσουμε χώρο ελευθερίας στις δημιουργικές δυνάμεις του τόπου και, κυρίως, στους νέους ταλαντούχους που έχουν όρεξη για δουλειά.

Η δημιουργία ενός τέτοιου περιβάλλοντος δεν είναι εύκολη. Απαιτεί βαθειές τομές σε πολλούς ζωτικούς τομείς της οικονομίας και του κράτους, με κριτήριο τις νέες ανακατατάξεις στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας και τις εξελίξεις σε μία νέα αναδιανομή του παγκόσμιου εισοδήματος. Με πιο απλά λόγια, για όλες τις χώρες του αναπτυγμένου κόσμου η εποχή της καταναλώσεως με δανεικά έχει παρέλθει.

Οι νέοι παίκτες που μπαίνουν στην διεθνή οικονομία (Κίνα, Ρωσία, Βραζιλία, Ινδία, Ινδονησία) είναι χώρες που έχουν απαιτήσεις, είναι ανταγωνιστικές, δεν αντιμετωπίζουν σοβαρά δημογραφικά προβλήματα και διαθέτουν σοβαρά συναλλαγματικά αποθέματα. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι οι χώρες αυτές θέλουν να πάρουν ποσοστά από την διεθνή αγορά –και αυτός είναι ένας από τους λόγους που το ποσοστό συμμετοχής της Ευρώπης στο διεθνές εμπόριο, από το 2000 έως σήμερα, έχει μειωθεί κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες.

Μέσα στο πλαίσιο αυτό, και με δεδομένες ορισμένες τάσεις προστατευτισμού που πιθανόν να εκδηλωθούν στις ΗΠΑ, το ελληνικό παραγωγικό μοντέλο πρέπει να μελετήσει σε βάθος τις νέες πραγματικότητες. Όπως επισημαίνεται στην μελέτη του διαΝΕΟσις, τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας μας στις νέες συνθήκες είναι ο τουρισμός, η Παιδεία, η βιομηχανία ειδών διατροφής και ο γεωργικός τομέας, καθώς βέβαια και το κλίμα της, το οποίο προσφέρεται για διαφόρων ειδών εκδηλώσεις σε όλη την διάρκεια του χρόνου.

Για να επιτευχθούν όλα αυτά, δεν είναι τόσο ζήτημα υπάρξεως μεγάλης ποσότητας κεφαλαίων όσο θέμα αναπτύξεως μίας ενδογενούς επιχειρηματικότητας, η οποία έχει σε κάθε περίπτωση αποδείξει ότι, όταν αναπτύσσεται εκτός Ελλάδος, μπορεί να έχει πάρα πολύ καλά αποτελέσματα.

Κοντολογίς, η χώρα πρέπει να ξεφύγει από νοοτροπίες και συμπεριφορές παρακμιακού χαρακτήρα και να δει την πραγματικότητα όπως είναι και όχι όπως θα ήθελε να είναι.