Του Ζήση Δ. Παπαδημητρίου *

Με αφορμή την κρίση του Ευρώ και την επικείμενη, ως φαίνεται, χρεοκοπία της Ελλάδας, πληθαίνουν καθημερινά οι φωνές που ζητούν την καταβολή των αποζημιώσεων για τις καταστροφές που προκάλεσαν τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής στη χώρα μας. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι υπάρχουν και στη Γερμανία διανοούμενοι που θέτουν τον «δάκτυλο επί των τύπων των ήλων» σε ό,τι αφορά τις αποζημιώσεις που οφείλει να καταβάλει η χώρα τους στην Ελλάδα, θέμα ταμπού της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής. Σε δύο εκτενή άρθρα του που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα σε ειδικό τεύχος του γερμανικού περιοδικού «Lunapark 21», ο Γερμανός ιστορικός, γιατρός και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του «Ιδρύματος Μελέτης της Κοινωνικής Ιστορίας του 20. Αιώνα» που εδρεύει στη Βρέμη της Γερμανίας Karl-Heinz Roth παραθέτει πληθώρα στοιχείων και επιμένει στην ανάγκη καταβολής των γερμανικών αποζημιώσεων στην Ελλάδα [1. Karl-Heinz Roth, Kahlfraß (Κρανίου Τόπος) και „Die offene Reparationsfrage. Die Profiteure des Raubzugs müssen zahlen“ (Tο ανοικτό ζήτημα των αποζημιώσεων. Οι κερδισμένοι της ληστρικής επιδρομής θα πρέπει να πληρώσουν), Lunapark 21, Zeitschrift zur Kritik der globalen Ökonomie, Hef 15, Herbst 2011, σελ. 41-50 και 51-55.]. Προτείνει μάλιστα ως λύση, οι αποζημιώσεις να μην επιβαρύνουν τους Γερμανούς φορολογούμενους αλλά τη Γερμανική Ομοσπονδιακή Τράπεζα, διάδοχο της Τράπεζας του Ράϊχ που έδρασε την περίοδο της Κατοχής στην Ελλάδα καθώς και τις γνωστές και μη εξαιρετέες μεγάλες επιχειρήσεις της Γερμανίας που λήστεψαν τότε κυριολεκτικά τον ορυκτό πλούτο της χώρας μας μέσω της Γερμανο-Ελληνικής Εταιρείας Εμπορικών Συναλλαγών (Deutsch-Griechische Warenausgleichgesellschaft mbH), γνωστή και ως «DEGRIGES».

Ως γνωστόν, σε Συνδιάσκεψη των δυτικών νικητριών δυνάμεων που οργανώθηκε στις 14 Ιανουαρίου 1946 στο Παρίσι και στην οποία συμμετείχε με εκπροσώπους της και η χώρα μας συζητήθηκε και ψηφίστηκε το Σύμφωνο Αποζημιώσεων, σύμφωνα με το οποίο η ηττηθείσα Γερμανία κλήθηκε να καταβάλει αποζημιώσεις στους νικητές συνολικού ύψους 7,1 δις δολαρίων με βάση την αγοραστική δύναμη του 1938. Στην Ελλάδα επιμερίστηκε το 3,5% αυτού του ποσού ως αποζημίωση για της καταστροφές που υπέστη η χώρα την περίοδο του πολέμου, συν το δάνειο που εξαναγκάστηκε η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος να χορηγήσει το 1942 στις γερμανικές δυνάμεις κατοχής για την κάλυψη των εξόδων τους, τουτέστιν 106,5ις δολάρια σε τιμές του 2010, δηλαδή 78,958 δις Ευρώ.

Εξήντα έξι χρόνια μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων παραμένει ανοιχτό, τουλάχιστον για τον ελληνικό λαό, καθότι η Γερμανία κάθε άλλο παρά πρόθυμη είναι έστω και να συζητήσει το πρόβλημα. Ερωτηματικά προκαλεί το γεγονός ότι οι μεταπολεμικές ελληνικές κυβερνήσεις, για λόγους που συνεχίζουν να παραμένουν αδιευκρίνιστοι, καθώς δεν υπάρχουν προσβάσιμα στοιχεία, τα οποία θα μπορούσε κανείς να επικαλεστεί, δεν διεκδίκησαν την καταβολή των αποζημιώσεων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Μαξ Μέρτεν, διοικητή των στρατευμάτων κατοχής στη Θεσσαλονίκη την περίοδο 1941-1944 που έδινε την ευκαιρία στην Ελλάδα να θέσει επί τάπητος το θέμα των αποζημιώσεων: Τον Απρίλιο του 1957, όταν πρωθυπουργός της χώρας ήταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Μέρτεν επισκέφτηκε την Αθήνα για ιδιωτικούς λόγους, συνελήφθη από τις ελληνικές αρχές, οδηγήθηκε στη δικαιοσύνη με την κατηγορία της διάπραξης εγκλημάτων πολέμων και καταδικάστηκε στις 5 Μαΐου 1959 σε 25 χρόνια κάθειρξη. Ο Μέρτεν ωστόσο δεν εξέτιε την ποινή του. Ύστερα από παρέμβαση της γερμανικής κυβέρνησης αφέθηκε ελεύθερος και απελάθηκε στην πατρίδα του. Τη στάση αυτή της ελληνικής πολιτείας αντάμειψε η γερμανική κυβέρνηση με τη χορήγηση, το Μάρτιο του 1960, 115 εκ. γερμανικών μάρκων υπό τη μορφή αποζημιώσεων για όσους Έλληνες πολίτες υπήρξαν, κατά την Κατοχή, θύματα φυλετικών, θρησκευτικών και ιδεολογικών διώξεων. Την ίδια χρονιά εισέρρευσαν στην Ελλάδα ακόμη 27,576 εκ. δολάρια που προορίζονταν για την αποζημίωση ατόμων που δεινοπάθησαν αν και το Σύμφωνο Αποζημιώσεων του 1946 δεν προέβλεπε τέτοιου είδους αποζημιώσεις. Το 2003 ακολούθησε μια τρίτη δόση ύψους 20 εκ. Ευρώ, αποζημίωση για εκείνους τους Έλληνες πολίτες που μεταφέρθηκαν και εξαναγκάστηκαν να δουλεύουν στη Γερμανία (Zwangsarbeiter). Με βάση την αγοραστική δύναμη του 2010, η Ελλάδα εισέπραξε συνολικά 1,781 δις δολάρια από τα 106,5 δις που είχαν επιμεριστεί στη χώρα μας με βάση το Σύμφωνο Αποζημιώσεων του 1946 ! Όμως το ερώτημα, γιατί οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν διεκδίκησαν τις πολεμικές αποζημιώσεις, συνεχίζει να απασχολεί την ελληνική κοινωνία, δεδομένης της αρνητικής στάσης που τηρεί η Γερμανία σε ό,τι αφορά το ελληνικό δημόσιο χρέος και την «προ των θυρών» χρεοκοπία της χώρας μας.

Τελευταία, καθώς εντείνονται οι συζητήσεις στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αν και κατά πόσο η Ελλάδα ήταν έτοιμη για να ενταχθεί στη ζώνη του Ευρώ, επισημαίνοντας ότι οι ελληνικές αρχές παραπλάνησαν την Ευρωπαϊκή Ένωση με στατιστικά στοιχεία σχετικά με την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, ακούγονται και στο εξωτερικό απόψεις που συνδέουν την ένταξή μας στη νομισματική ένωση με το θέμα των αποζημιώσεων. Σε άρθρο του στο ίδιο περιοδικό, ο Γερμανός οικονομολόγος Winfried Wolf αφήνει να εννοηθεί ότι η ένταξη της χώρας μας στην Ευρωζώνη ήταν αποτέλεσμα πολιτικού «deal”, παζαρέματος δηλαδή και συμβιβασμών με τη Γερμανία με φόντο τις γερμανικές πολεμικές αποζημιώσεις [2. Winfried Wolf, „Wie kam der Euro nach Griechenland ? Verdrängte die Angst vor Entschädigungszahlungen für NS-Opfer die Angst vor einem Euro-Debakel?“ (Πώς έφτασε το Ευρώ στην Ελλάδα ; Παραμέρισε ο φόβος των αποζημιώσεων για τα θύματα του Εθνικοσοσιαλισμού το φόβο μπροστά σε μια πιθανή κατάρρευση του Ευρώ ; ), Lunapark 21, Zeitschrift zur Kritik der globalen Ökonomie, Heft 15, Herbst 2011, σελ. 38-41].

Ως γνωστόν, στις 2 Μαΐου 1998 οι επικεφαλής των κυβερνήσεων των χωρών-μελών της Ε.Ε. αποφάσισαν την ίδρυση Ευρωζώνης με τη συμμετοχή έντεκα χωρών και συγκεκριμένα της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, Ισπανίας, Πορτογαλίας, Ιρλανδίας, Αυστρίας, Βελγίου Ολλανδίας, Φιλανδίας και Λουξεμβούργου. Δεν συμμετείχαν η Μεγάλη Βρετανία, η Δανία και η Σουηδία. Η Ελλάδα έμεινε απ΄ έξω, καθότι η οικονομία της χώρας δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις. Κι ενώ η Γερμανία ήταν κατηγορηματικά αντίθετη με την ένταξη της Ελλάδας στη ζώνη του Ευρώ, στη Συνάντηση Κορυφής στις 19 και 20 Ιουνίου του 2000 στο θέρετρο Maria da Feira στη βόρειο Πορτογαλία έκανε τελικά στροφή 180 μοιρών. Ομόφωνα πλέον οι συμμετέχοντες, μαζί και η Γερμανία, διαπίστωσαν πώς η Ελλάδα πληροί πλέον τις απαραίτητες οικονομικές, δομικές και θεσμικές προϋποθέσεις, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την ένταξή μας στη ζώνη του Ευρώ, «όπερ και εγένετο» την τότε λαμπρή και σήμερα αποφράδα ημέρα, την 1 Ιανουαρίου 2001.

Η Ελλάδα, λοιπόν, «πέτυχε» ξαφνικά και σε διάστημα μόλις έξι μηνών την προσαρμογή των οικονομικών της δεικτών στις απαιτήσεις του κοινού νομίσματος, όταν οι άλλες χώρες χρειάστηκαν τουλάχιστον τρία χρόνια εργώδους προετοιμασίας. Τί ήταν όμως αυτό που εξανάγκασε τη Γερμανία να αλλάξει γνώμη και να τοποθετηθεί υπέρ της ένταξής μας στη ζώνη του Ευρώ ; Όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας του άρθρου, η αλλαγή στάσης της γερμανικής κυβέρνησης ήταν μάλλον αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου της Λεβαδιάς το Φθινόπωρο του 1997 άνοιγε το δρόμο για εκδίκαση αποζημιώσεων για τα θύματα της ναζιστικής θηριωδίας, απόφαση που ανησύχησε τη γερμανική κυβέρνηση, η οποία θεωρούσε το θέμα των αποζημιώσεων ως λήξαν. Στις 4 Μαΐου 2000, ο Άρειος Πάγος επικύρωσε την δικαστική απόφαση του Πρωτοδικείου Λεβαδιάς σύμφωνα με την οποία η Γερμανία καλούνταν να αποζημιώσει με το ποσόν των 54 εκατομμυρίων Ευρώ τα θύματα της σφαγής του Διστόμου. Η κυβέρνηση της Γερμανίας, δια στόματος του υπουργού εξωτερικών Γιόσκα Φίσερ, ανακοίνωσε πως δεν προτίθεται να καταβάλει το ποσό, ενώ ο Άρειος Πάγος άναψε πράσινο φως για τη δήμευση γερμανικών περιουσιακών στοιχείων στην Ελλάδα. Στις 24 Μαίου 2000 το Υπουργικό Συμβούλιο της Γερμανίας ψήφισε τελικά υπέρ της ένταξης της Ελλάδας! Κι ενώ, επί κυβερνήσεως του ΠΑΣΟΚ με πρωθυπουργό τον Κώστα Σημίτη, ο Έλληνας Υπουργός Δικαιοσύνης κ. Μιχάλης Σταθόπουλος δήλωνε σε συνέντευξή του στη γερμανική εφημερίδα Berliner Zeitung, στις 19 Ιουνίου 2000, την ίδια ημέρα δηλαδή που αποφασίστηκε στην Πορτογαλία η ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, «ότι το θέμα των αποζημιώσεων, 55 χρόνια μετά το τέλος του πολέμου, παραμένει πολιτικά ακόμη ανοιχτό», έκανε ξαφνικά, όπως αναφέρει ο συγγραφέας, επίσης 180 μοιρών. Έτσι, όταν η δικαστική κλητήρας εμφανίστηκε μπροστά στο γερμανικό Ινστιτούτο Γκαίτε των Αθηνών, προκειμένου να εκτελέσει την απόφαση του Αρείου Πάγου, δημεύοντας γερμανικό περιουσιακό στοιχείο, στην προκειμένη περίπτωση το κτίριο του Ινστιτούτου Γκαίτε, ο κ. Σταθόπουλος άλλαξε γνώμη, δηλώνοντας πως η εκτέλεση της απόφασης του Αρείου Πάγου απαιτεί και τη συγκατάθεση του Υπουργού Δικαιοσύνης, την οποία και δεν έδωσε, εμποδίζοντας έτσι τη δήμευση γερμανικών περιουσιακών στοιχείων. Η παρέμβαση αυτή παρέπεμψε και πάλι, όπως τονίζει ο συγγραφέας, το θέμα των αποζημιώσεων στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

Το περίεργο είναι ότι δεν υπάρχουν ή αν υπάρχουν δεν έχουν δει ακόμη ο φως της δημοσιότητας σχετικά έγγραφα που να επιβεβαιώνουν ή και να διαψεύδουν πιθανές μυστικές διαπραγματεύσεις και συμφωνίες μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας σε ό,τι αφορά τις αποζημιώσεις. Το γεγονός όμως ότι η Γερμανία τηρεί «σιγή ιχθύος», αρνούμενη ουσιαστικά να συζητήσει καν το θέμα, ενώ οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις δεν τολμούν ή δεν θέλουν να διεκδικήσουν σθεναρά τις γερμανικές αποζημιώσεις και μάλιστα σήμερα που η χώρα μας βρίσκεται οικονομικά στο χείλος του γκρεμού προκαλεί σωρεία εύλογων ερωτημάτων.

7 Οκτωβρίου 2011

* Ο Ζήσης Παπαδημητρίου είναι ομότιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ κ. Ζήσης Παπαδημητρίου.

Σπούδασε αρχικά ηλεκτρολόγος μηχανικός στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Βερολίνου (Technische Universität) και στη συνέχεια Κοινωνιολογία στο Τμήμα Οικονομικών και Κοινωνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Αμβούργου. Αναγορεύτηκε διδάκτορας της Φιλοσοφίας (Dr.Phil.) του Πανεπιστημίου Johann Wolfgang von Goethe της Φρανκφούρτης του Μάϊν.

Εξειδικεύτηκε σε θέματα Βιομηχανικής Κοινωνιολογίας και εργάστηκε για δώδεκα χρόνια (1974-1985) στο διεθνούς φήμης Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης, γνωστό και ως «Κριτική Σχολή της Φρανκφούρτης», ιδρυτές του οποίου υπήρξαν οι φιλόσοφοι Max Horkheimer, Theodor Adorno, Herbert Marcuse κ.ά..

Διετέλεσε επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο TOHOKU της Ιαπωνίας.