Με μεγάλη λύπη λάβαμε γνώση, στις 15 Οκτωβρίου 2018, της απόφασης της Iεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Μόσχας να διακόψει πλήρως την εκκλησιαστική κοινωνία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και να μην επιτρέπει από τούδε τη συμμετοχή των Ρώσων επισκόπων και εν γένει κληρικών και των πιστών της δικαιοδοσίας του σε κοινή προσευχή και μετοχή στη λατρεία και στα ιερά μυστήρια που τελούνται από επισκόπους και γενικά κληρικούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Επίσης, αποσύρει όλες τις κληρικολαϊκές αντιπροσωπείες του Πατριαρχείου Μόσχας από επιτροπές και ομάδες εργασίας των Ορθοδόξων Εκκλησιών στις οποίες προεδρεύουν εκπρόσωποι του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Αιτία της ενέργειας αυτής της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Μόσχας είναι η απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου να χορηγήσει Αυτοκεφαλία στην εν Ουκρανία Ορθόδοξη Εκκλησία και να κάνει χρήση του Εκκλήτου.

Το Έκκλητο είναι ένα πανορθόδοξο προνόμιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου να δέχεται προσφυγές κληρικών όλων των βαθμίδων από άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, να εκδικάζει τις υποθέσεις τους και να αποφασίζει τελεσίδικα για την αποδοχή ή την απόρριψη τους.

Η λέξη Αυτοκέφαλο ή Αυτοκεφαλία σημαίνει την εκκλησιαστική αυτοδιοίκηση μιας τοπικής Εκκλησίας με την οποία η Εκκλησία αυτή ρυθμίζει μόνη της τα του οίκου της, χωρίς άμεση εξάρτηση ή καθοδήγηση από άλλη εκκλησιαστική Αρχή και σε αγαστή πάντα συνεργασία με τις άλλες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες και Πατριαρχεία. Βασικά αναφέρεται στο δικαίωμα της Εκκλησίας αυτής να εκλέγει μόνη τον Πρώτο της, την Κεφαλή της, χωρίς την ανάγκη επιβεβαίωσης της πράξης εκλογής από ανώτερη εκκλησιαστική αρχή. Η Αυτοκεφαλία δεν παρέχεται αυτοβούλως και αυθαιρέτως από την κάθε τοπική Εκκλησία· χορηγείται είτε από Οικουμενικές Συνόδους, ή από τον Προκαθήμενο της Ορθοδοξίας, τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και την περί αυτόν Αγία και Ιερά Σύνοδο. Το Αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος αναγνωρίστηκε επίσημα, ως γνωστόν, από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως το 1850, παρά το γεγονός ότι ήδη από το 1833 η ελλαδική Εκκλησία είχε αυτοανακηρυχθεί ως «αυτοκέφαλη», χωρίς τη συναίνεση και έγκριση του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Μόνο τα Πατριαρχεία Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων και η Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Κύπρου ανάγουν την εκκλησιαστική τους αυτοδιοίκηση σε αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων.

Όλα τα άλλα νεώτερα Πατριαρχεία, της Ρωσίας, της Σερβίας, της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας, της Γεωργίας, οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες της Ελλάδος, της Πολωνίας, της Αλβανίας, της Τσεχοσλοβακίας και οι Αυτόνομες Εκκλησίες της Φινλανδίας και της Εσθονίας, αναγνωρίστηκαν ως Πατριαρχεία, Αυτοκέφαλες ή Αυτόνομες Εκκλησίες με απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Σχετικά με το Πατριαρχείο Μόσχας και την εκκλησιαστική του σχέση με την Ουκρανία, υπάρχει απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου του έτους 1686, σύμφωνα με την οποία ο Οικουμενικός Πατριάρχης παρέχει την άδεια στον Πατριάρχη Μόσχας να χειροτονεί μόνο τον Μητροπολίτη Κιέβου (Ουκρανίας) χωρίς να έχει και άλλη εκκλησιαστική δικαιοδοσία, ή να παρεμβαίνει στα εσωτερικά θέματα της Εκκλησίας της Ουκρανίας. Ο Μητροπολίτης Κιέβου και η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας οφείλουν να έχουν, με βάση την απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου του 1686, την αναφορά τους στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, από το οποίο και πρέπει να λαμβάνουν οδηγίες για την εκκλησιαστική τους ζωή.

Με την πάροδο του χρόνου το Πατριαρχείο Μόσχας ενίσχυσε την επιρροή του στην Εκκλησία της Ουκρανίας και δεν τήρησε την από το 1686 απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Δημιουργήθηκε συν τω χρόνω μέχρι και σήμερα στο Πατριαρχείο Μόσχας η αντίληψη ότι η Ουκρανία εμπίπτει στην εκκλησιαστική αρμοδιότητα και δικαιοδοσία της Μόσχας και όχι του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Επίσης η απόφαση του Οικουμενικού Πατριάρχη να αποκαταστήσει, κάνοντας χρήση του Εκκλήτου, σε εκκλησιαστική κοινωνία τους ιεράρχες και το ποίμνιο των ουκρανικών ομάδων που επί μακρόν θεωρούνταν ως σχισματικές, προκάλεσε τη σφοδρή αντίδραση του Πατριαρχείου Μόσχας, και την από 15.10.2018 απόφασή του να διακόψει κάθε  εκκλησιαστική κοινωνία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, σεβόμενο τη βούληση του Ουκρανικού Λαού, όπως αυτή εκφράστηκε και με απόφαση του Κοινοβουλίου της Ουκρανίας, για εκκλησιαστική αυτοδιοίκηση και θεραπεία του υπάρχοντος από πολλών ετών σχίσματος στην Ουκρανία και κάνοντας χρήση των πατροπαράδοτων εκκλησιαστικών και διορθόδοξων δικαιωμάτων του προέβη στην απόφαση αυτή, με γνώμονα την αποκατάσταση της ομαλότητας στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Για το λόγο αυτό το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν διέκοψε την εκκλησιαστική κοινωνία με το Πατριαρχείο Μόσχας, αλλά εργάζεται με προσευχή και υπομονή για τη θεραπεία της εκκλησιαστικής κατάστασης στην Ουκρανία, αγκαλιάζοντας, ως Μητέρα Εκκλησία, όλα τα ορθόδοξα τέκνα της απανταχού της γης, αδιακρίτως εθνικότητας, καταγωγής και γλώσσας.

Σχετικά με τα θέματα Αυτοκεφαλίας και Εκκλήτου, ως αποκλειστικής αρμοδιότητας του Οικουμενικού Πατριαρχείου για όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, υπάρχουν δηλώσεις του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου και άλλων εγκρίτων Ορθοδόξων Θεολόγων που θεμελιώνουν και στηρίζουν νομοκανονικά και εκκλησιολογικά τη θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Με ευχές

Πρωτοπρεσβύτερος Αποστολος Μαλαμούσης

//////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////

«Να είστε σίγουροι ότι θα επιλύσουμε το ουκρανικό ζήτημα κατά την κανονική τάξη και επ’ αγαθώ του ουκρανικού λαού», τόνισε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, υποδεχόμενος σήμερα, Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου, τον Μητροπολίτη Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας Παντελεήμονα, ο οποίος συνοδεύει πολυμελή όμιλο κληρικών, μοναζουσών και λαϊκών από την εκκλησιαστική Επαρχία του.

«Αφενός οι Ουκρανοί δικαιούνται να λάβουν την αυτοκεφαλία τους, όπως και όλοι οι βαλκανικοί λαοί, οι οποίοι υπήγοντο μέχρι κάποιας στιγμής στην άμεση δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και κάποτε ήρθε η στιγμή κατά την οποίαν εχειραφετήθησαν. Και απέκτησαν την εκκλησιαστικήν ανεξαρτησίαν των και εσωτερικήν αυτοδιοίκησιν. Αφετέρου, είναι προνόμιο του Οικουμενικού Πατριάρχου να χορηγεί την αυτοκεφαλία», είπε ο Οικουμενικός Πατριάρχης και πρόσθεσε: «Το αίτημα των Ουκρανών για εκκλησιαστική ανεξαρτησία δεν είναι καινούργιο. Κυρίως ανέκυψε μετά την ίδρυση του κυριάρχου, του ανεξαρτήτου ουκρανικού Κράτους, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, αλλά ήταν αίτημα πολύ παλαιότερο. Όπως συνέβη με τους Ρώσους, τον 16ο αιώνα, και αργότερα με τους Σέρβους, τους Βουλγάρους, τους Ρουμάνους, την Εκκλησία της Ελλάδος, το 1850, την Εκκλησία της Αλβανίας, το 1937. Γιατί δηλαδή όλοι οι άλλοι να έχουν δικαίωμα εις την αυτοκεφαλία και τα 45-50 εκατομμύρια των Ουκρανών να μην έχουν αυτό το δικαίωμα. Είναι αδικία.»

////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////

ΔΗΛΩΣΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΕΞΑΡΧΟΥ ΚΕΝΤΡΩΑΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
16 Ὀκτωβρίου 2018

Μὲ ἀπογοήτευση καὶ λύπη πληροφορήθηκα τὴν χθεσινὴ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, νὰ διακόψει τὴν εὐχαριστιακὴ κοινωνία μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, Μητροπολίτης τοῦ ὁποίου εἶμαι στὴ Γερμανία. Ὕστερα ἀπὸ τὶς δηλώσεις τῶν τελευταίων ἡμερῶν τοῦ ἐπικεφαλῆς τοῦ Τμήματος Ἐξωτερικῶν Ὑποθέσεων τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, Μητροπολίτου Βολοκολάμσκ Ἱλαρίωνος, ἡ ἀπόφαση αὐτὴ ἦταν ἀναμενόμενη. Κατὰ βάσιν πρόκειται γιὰ μιὰ διεύρυνση τῆς ἀπὸ 14ης Σεπτεμβρίου 2018 ἀποφάσεως τῆς Μόσχας, νὰ ἀπαγορεύσει νὰ συλλειτουργοῦν Ἐπίσκοποι τῶν Πατριαρχείων μας, ἡ ὁποία ἐπεκτείνεται τώρα στοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς λαϊκούς. Ὅπως τότε, τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ τώρα: ἡ νέα ἀπόφαση ἔχει συνέπειες εἰδικὰ γιὰ τὶς ἐνορίες τῆς λεγόμενης διασπορᾶς, ὅπου συνυπάρχουν τὰ δύο Πατριαρχεῖα, ὅπως παραδείγματος χάριν καὶ στὴ Γερμανία.

Οἱ πολλὲς καὶ καλὲς ἐμπειρίες ποὺ εἴχαμε μὲ τὶς ἁρμονικὲς σχέσεις τῶν ὀρθοδόξων ἐνοριῶν καὶ ἐπισκοπῶν μας ἐδῶ στὴ Γερμανία – εἰδικὰ μετὰ τὴν ἄρση τοῦ ἐνδορωσσικοῦ σχίσματος ἀνάμεσα στὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας καὶ τὴν Ὑπερόρια Ρωσσικὴ Ἐκκλησία (2007) καὶ τὴν ἵδρυση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐπισκοπικῆς Συνελεύσεως Γερμανίας – μὲ κάνουν, ὡστόσο, νὰ ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ ὑπάρξει μιὰ οὐσιαστικὴ χειροτέρευση τῆς καλῆς γειτονίας τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν, τῶν ἱερέων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐπισκόπων τῆς Γερμανίας. Παρόμοιες καταστάσεις ζήσαμε καὶ στὸ παρελθόν, ὅπως γιὰ παράδειγμα πρὶν ἀπὸ τὸ 2007. Παρόμοιες διενέξεις ὑπάρχουν καὶ σήμερα μεταξὺ τῶν Πατριαρχείων Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων, οἱ ὁποῖες δὲν ἔχουν εὐρύτερες συνέπειες, ἔτσι ὥστε νὰ μὴ σκέφτομαι τὸ μέλλον μὲ ἀπαισιοδοξία.

Ὅσον ἀφορᾶ στὴν Οὐκρανία, ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ ἔχουν τὴν ἴδια ἀγωνία καὶ φροντίδα: πῶς θὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ ἄρση τῶν ἐκκλησιαστικῶν διαιρέσεων μὲ ἐκκλησιαστικό, δηλαδὴ ὄχι πολιτικό, τρόπο. Αὐτὸ πρέπει νὰ συμβεῖ χωρὶς βία καὶ ἀποτελεσματικά. Αὐτή, ἄλλωστε, εἶναι ἡ ἀναμφισβήτητη καὶ ἀμετάκλητη πρόθεση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, τὸ ὁποῖο ὡς Μητέρα Ἐκκλησία ἔχει τὸ δικαίωμα καί, ὅπως προσωπικὰ πιστεύω, καὶ τὸ καθῆκον νὰ χορηγήσει τὴν αὐτοκεφαλία στὴ θυγατέρα της Οὐκρανία, ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ἐν τῷ μεταξὺ πὼς ἔχει ἐνηλικιωθεῖ. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ πρεσβύτερη θυγατέρα, ἡ Μόσχα, δὲν τὸ κατανοεῖ αὐτό, εἶναι λυπηρό.