Το Ιταλικό πρόβλημα και η λύση του

Η γειτονική μας χώρα έχει τεράστιο κενό παραγωγικότητας, που δεν αντιμετωπίζεται με παραδοσιακές συνταγές λιτότητας.

 

Του Μιλτιάδη Νεκτάριου*

Στην Ιταλία οι «βάρβαροι» μπήκαν στην πόλη: τα αντισυστημικά κόμματα έχουν κερδίσει το 55%  των ψήφων. Το ερώτημα είναι τί σημαίνει αυτό για την ΕΕ και εάν οι Βρυξέλλες μπορούν να επιβάλουν στην Ιταλία την ίδια μεταχείριση που επέβαλαν στην Ελλάδα, την Πορτογαλία, κλπ.

Με σχέση χρέους/ΑΕΠ στο 132%, μία πολιτική αναταραχή μπορεί να  δώσει το σήμα στις αγορές να επαναξιολογήσουν το αξιόχρεο της χώρας. Ο  ESM δεν έχει τις δυνατότητες να χειριστεί ένα τόσο μεγάλο θέμα και, επομένως, πρέπει να αναλάβει η ΕΚΤ.

Η Ιταλία έχει τις μεγαλύτερες δαπάνες συντάξεων στην ΕΕ, μετά την Ελλάδα. Εκεί ο κρατικός προϋπολογισμός συνεισφέρει στο σύστημα συντάξεων ένα ποσό που ανέρχεται στο 30% των κρατικών δαπανών (χωρίς τους τόκους εξυπηρέτησης του χρέους). Οι επίσημες αναλογιστικές εκτιμήσεις αποπνέουν άρωμα Ελλάδας: εκτιμάται ότι οι δαπάνες συντάξεων θα είναι σταθερές μέχρι το 2040 και μετά θα μειωθούν ως ποσοστό του ΑΕΠ, επειδή υποτίθεται ότι θα αυξηθεί η παραγωγικότητα της εργασίας κατά 1,75% ετησίως, κάτι που δεν έχει συμβεί ποτέ στις τελευταίες δεκαετίες.

Η «ελληνική» συνταγή των Βρυξελλών  για επιβολή δημοσιονομικής πειθαρχίας δεν έχει έρεισμα στην περίπτωση της Ιταλίας, διότι η χώρα είχε πρωτογενή πλεονάσματα τα τελευταία 20 χρόνια (με εξαίρεση το 2009). Καμμία άλλη χώρα της ευρωζώνης δεν είχε τέτοιες επιδόσεις. Το μεγάλο δημόσιο χρέος δεν προέκυψε, επομένως, από τα δημοσιονομικά ελλείμματα, αλλά προέρχεται από την περίοδο πριν το 1980.

Το πρόβλημα της Ιταλίας –και όχι μόνον– είναι ότι δεν είχε καμμία ουσιώδη οικονομική ανάπτυξη μετά την είσοδο στο ευρώ και μέχρι σήμερα. Το ΑΕΠ το 2017 ήταν το ίδιο, σε πραγματικούς όρους, με το ΑΕΠ τού 2003. Μία προσομοίωση μπορεί να βοηθήσει να αντιληφθούμε την ουσία της υπόθεσης. Εάν η Γαλλία είχε τα ίδια πρωτογενή πλεονάσματα που είχε η Ιταλία κατά την περίοδο 2000-2017, τότε σήμερα η σχέση χρέους/ΑΕΠ της Γαλλίας θα ήταν στο 45% αντί το πραγματικό που είναι 97%. Η διαφορά οφείλεται στο γεγονός ότι η Γαλλία είχε μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη από την Ιταλία στην ίδια περίοδο.

Το μάθημα για την Ιταλία είναι ότι πρέπει να δώσει έμφαση στην ανάπτυξη και αυτό δεν μπορεί να γίνει με την δημιουργία δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Τα προβλήματα της Ιταλίας, όπως και της Ελλάδας, δεν προέρχονται από την πλευρά της Ζήτησης, αλλά από την πλευρά της Προσφοράς και είναι το πρόβλημα της χαμηλής παραγωγικότητας. Την περίοδο 2000-2017 η Ιταλία είχε μέση ετήσια μείωση της παραγωγικότητας εργασίας 0,1%, ενώ είχαν μέση ετήσια αύξηση 0,6% η Ισπανία, 0,7% η Γερμανία και 0,8% η Γαλλία. Παράλληλα, το δημογραφικό πρόβλημα της Ιταλίας, όπως και στην Ελλάδα, θα οδηγήσει σε μείωση του εργατικού δυναμικού κατά 0,5-1% στις επόμενες δεκαετίες.

Επομένως,  για την Ιταλία η μόνη σωστή οικονομική στρατηγική είναι η αύξηση της παραγωγικότητας και σε αυτόν το στόχο θα πρέπει να επικεντρωθούν οι συστάσεις των Βρυξελλών. Το πρόβλημα για την Ιταλία, όπως και για την Ελλάδα, είναι ότι έχει μεγάλο αριθμό οικογενειακών επιχειρήσεων, μεσαίου και μικρού μεγέθους, που δεν μπορούν να παρακολουθήσουν τις απαιτήσεις μίας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, σε αντίθεση με τις μεγάλες επιχειρήσεις, κυρίως του ιταλικού βορρά, οι οποίες είναι πλήρως ανταγωνιστικές.

Οι διάσημοι Ιταλοί οικονομολόγοι Bruno Pellegrino και Luigi Zingales που διδάσκουν σε πανεπιστήμια των ΗΠΑ, ισχυρίζονται ότι η μεγάλη απόσταση στην παραγωγικότητα που χωρίζει τις πολυπληθείς οικογενειακές επιχειρήσεις από τις μεγάλες πολυεθνικές δεν ερμηνεύεται ούτε από τις τομεακές πολιτικές, ούτε από τις πιστωτικές πρακτικές, ούτε από τους περιορισμούς της εργατικής νομοθεσίας. Κατ’ αυτούς, η κύρια αιτία της ιταλικής οικονομικής δυσπραγίας είναι το οικογενειακό μάνατζμεντ και η τάση να ανταμείβεται η αφοσίωση  και όχι η αποδοτικότητα στον εκτεταμένο τομέα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Οι παραπάνω παρατηρήσεις συνεπάγονται ότι οι Βρυξέλλες θα πρέπει να επικεντρωθούν σε πολιτικές βελτίωσης της παραγωγικότητας των μικρομεσαίων ιταλικών επιχειρήσεων και όχι σε προτάσεις για  πολιτικές λιτότητας. Οι πολιτικές αυτές θα έχουν μεγάλη σημασία και για την Ελλάδα, διότι και η ελληνική οικονομία έχει παρόμοιες δομές αναποτελεσματικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων που χρειάζονται καινοτόμες ιδέες ανασυγκρότησης και ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας. Η μεγάλη διαφορά της Ελλάδας από την Ιταλία είναι  ότι η χώρα μας είχε μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα  για πολύ μεγάλες περιόδους, τα οποία όμως έχουν πλέον τιθασευτεί με τα αλλεπάλληλα Μνημόνια.

Η νέα φάση στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας έχει ένα κοινό παρονομαστή με την Ιταλία: αφ’ ενός, την ανασυγκρότηση του εκτεταμένου τομέα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων  στο εσωτερικό και, αφ’ ετέρου,  την δημιουργία μεγάλων ανταγωνιστικών  μονάδων με εξωστρεφή προσανατολισμό. Στις επικείμενες εκλογές, τα πολιτικά κόμματα πρέπει να παρουσιάσουν τις στρατηγικές τους για την επίτευξη των παραπάνω στόχων.

*Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς