(c)GILBERTOCARDENAS@GMAIL.COM

Εκθέτει τις απόψεις του στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ ο κ. Γιώργος Καλλής καθηγητής στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο στη Βαρκελώνη όπου διδάσκει πολιτική οικολογία και οικολογικά οικονομικά.
Συνέντευξη στον Αποστόλη Ζώη
Ο Γιώργος Καλλής έχει ζήσει, σπουδάσει και δουλέψει στο Λονδίνο, το Λουξεμβούργο, το Άμστερνταμ, και το Σαν Φραντζίσκο. Είναι πλέον μόνιμα, ως καθηγητής στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο στη Βαρκελώνη («αυτόνομο» σε θέματα διοίκησης και διδακτικής ύλης από το Υπουργείο Παιδείας, επειδή κάποιοι τον ρωτάνε αν είναι πανεπιστήμιο αναρχικό). Διδάσκει πολιτική οικολογία και οικολογικά οικονομικά και το διασκεδάζει τόσο που και τις ελεύθερες του ώρες τις Κυριακές τις περνάει διαβάζοντας. Η μονομανία του τον τελευταίο καιρό είναι αυτό που ο Σερζ Λατούς έχει ονομάσει το «στοίχημα της αποανάπτυξης», η υπόθεση δηλαδή ότι μπορούμε να φτιάξουμε μια κοινωνία η οποία να ζει καλύτερα με λιγότερα. Του αρέσει να βλέπει και να παίζει ποδόσφαιρο, να πηγαίνει για τρέξιμο στην παραλία της Βαρκελώνης και να περνάει τα καλοκαίρια του στη Σύρο.
Αλλάζει το κλίμα;
«Το κλίμα αλλάζει. Η ανθρωπότητα ευθύνεται γι’ αυτό. Και αν δεν κάνουμε κάτι άμεσα, ή ακριβέστερα τώρα, διακινδυνεύουμε ένα μέλλον στο οποίο ακραίες καταστροφές όπως ο τυφώνας Κατρίνα, οι πλημμύρες που έπληξαν τα Βαλκάνια ή οι μακρές περίοδοι ξηρασίας που κάθε τόσο πλήττουν τη Μεσόγειο θα είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Τα οικοσυστήματα θα απορρυθμιστούν, η εξασφάλιση της αναγκαίας τροφής για τις ανάγκες του πληθυσμού του πλανήτη θα είναι επισφαλής, ενώ το λιώσιμο των παγετώνων και η αύξηση της στάθμης της θάλασσας θα καταστήσει ακατοίκητο μεγάλο μέρος των ακτών και των νησιών.Μπροστά στο φάσμα αυτών των βιβλικών καταστροφών τι κάνουμε; Απολύτως τίποτα».
Και με την κλιματική αλλαγή; Τι κάνουν οι κοινωνίες;
«Η μεγάλη και σιωπηρή πλειοψηφία όλων μας, οι περισσότεροι πολιτικοί σχηματισμοί και ακόμα και τα πιο προοδευτικά κοινωνικά κινήματα προτιμούν να μη σκέφτονται την κλιματική αλλαγή».
Γιατί; 
«Πρώτον, γιατί η κλιματική καταστροφή τοποθετείται στο απώτερο μέλλον. Ο λόγος δεν είναι ότι η καταστροφή θα αργήσει. Είναι απλώς ότι οι επιστήμονες δεν μπορούν να κάνουν ασφαλείς προβλέψεις για τα επόμενα 10 χρόνια. Οπότε ακούμε συνήθως για το τι θα συμβεί το 2050 ή το 2100. Ώς τότε «ποιος ζει, ποιος πεθαίνει» θα σκεφτεί κανείς, πόσο μάλλον αν ήδη υποφέρει και δεν χρειάζεται να περιμένει το 2050 για να βιώσει δύσκολες συνθήκες ζωής. Δεύτερον, η κλιματική αλλαγή, σε αντίθεση με τις πυρκαγιές ή τα πυρηνικά ατυχήματα, είναι κάτι από το οποίο δεν έχουμε απτή εμπειρία. Κανένα συγκεκριμένο καιρικό φαινόμενο ή φυσική καταστροφή δεν μπορεί να αποδοθεί με σιγουριά στην αλλαγή του κλίματος. Οι επιστήμονες μπορούν να προβλέψουν τι θα γίνει, μέσες-άκρες, σε 40 χρόνια από τώρα. Αλλά όταν έχουμε μία συγκεκριμένη καταστροφή σήμερα, είναι αδύνατο να γνωρίζουμε πόσο συνέβαλε η κλιματική αλλαγή και πόσο άλλοι παράγοντες. Φταίει το κλίμα που αλλάζει για τις περσινές πλημμύρες ή ήταν φυσικό φαινόμενο, ακραίο μεν, αλλά φυσικό δε; Ή μήπως φταίει το ότι χτίσαμε εκεί που δεν έπρεπε και μπαζώσαμε το ρέμα; Παραδόξως δεν θα βιώσουμε ποτέ την κλιματική αλλαγή. Τι εννοώ με αυτό; Όταν πλέον το κλίμα θα έχει αναμφισβήτητα αλλάξει, 50 χρόνια από τώρα, τότε πλέον γι’ αυτούς που θα το βιώνουν αυτή θα είναι η νέα πραγματικότητα, η οποία θα έχει αλλάξει δραματικά τον τρόπο ζωής τους, μέσα από περίπλοκες οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές. Η κλιματική αλλαγή δεν θα είναι πια «αλλαγή» αλλά μέρος της καθημερινότητας. Και τότε θα είναι πολύ αργά, αφού θα είναι μη αναστρέψιμη, τουλάχιστον όχι στους χρονικούς ορίζοντες που μας ενδιαφέρουν».
 Και ο τρίτος λόγος;
«Ο τρίτος λόγος για τον οποίο αποφεύγουμε να σκεφτούμε σοβαρά την κλιματική αλλαγή, είναι γιατί δεν είναι επιλύσιμη απλώς με την κινητοποίηση και την αναδιανομή πόρων. Η αντιμετώπιση των καταστροφών του αύριο είναι απείρως πιο δύσκολη από την ήδη πολύ δύσκολη εξάλειψη των καταστροφών τού τώρα. Το να κινητοποιούμε νέους πόρους και να φτιάχνουμε νέα συλλογική αστική υποδομή ή υποδομή υγείας και προστασίας, ξέρουμε πώς να το κάνουμε. Το κάναμε στην Ευρώπη και στις Η.Π.Α. τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Υπό συνθήκες οικονομικής ανάπτυξης και πιο δίκαιης κατανομής του πλούτου θα μπορούσε να γίνει παντού. Αλλά τι γίνεται όταν είναι ακριβώς αυτή η κινητοποίηση πόρων, η οικονομική ανάπτυξη με λίγα λόγια, αυτή που προκαλεί το πρόβλημα, εν προκειμένω την αλλαγή του κλίματος; Η οικονομική ανάπτυξη είναι άμεσα συνυφασμένη με τη χρήση ορυκτών καυσίμων, η καύση των οποίων ευθύνεται για την κλιματική αλλαγή. Η κλιματική αλλαγή μας καλεί να πούμε όχι στις δυνατότητές μας να αντλήσουμε νέους πόρους, όχι στη δυνατότητα να μεγεθύνουμε κι άλλο την οικονομία, όχι στη δυνατότητα να αντλήσουμε το ήδη υπάρχον πετρέλαιο. Μας καλεί να εξαλείψουμε τη φτώχεια και τις ανισότητες χωρίς να μεγαλώσουμε την πίτα. Αλλά είμαστε μια κοινωνία που δεν έχει μάθει να λέει όχι. Μια κοινωνία που ο μόνος τρόπος που έχει για να λύνει προβλήματα είναι να παράγει παραπάνω. Μια κοινωνία που αρνείται να αυτοπεριοριστεί και να μην κάνει αυτό που μπορεί να κάνει».
Πάμε σε μια άλλη ερώτηση. Τι είναι αυτό που λείπει σήμερα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι; 
«Αυτό που λείπει δεν είναι οι ιδέες, οι εναλλακτικές προτάσεις και οι “καλές» προθέσεις. Ακόμα και οι αριστερές κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής, παρά την όποια αναδιανομή, έχουν αφήσει ανέγγιχτο το νεοφιλελεύθερο μοντέλο, δεχόμενες αβίαστα τον ρόλο τους στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας ως οικονομίες εξαγωγής φυσικών πόρων. Αυτό που λείπει είναι μια μαζική και διεθνής κοινωνική δυναμική, ανάλογη με αυτή του εργατικού κινήματος στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, που μέσα από τους αγώνες και την πολιτική του εκπροσώπηση όχι μόνο έθεσε φραγμούς στην διαρκή και αυτοκαταστροφική επέκταση του κεφαλαίου, αλλά ταυτόχρονα πέτυχε, ενάντια στη λογική της αγοράς για συσσώρευση και μεγέθυνση, την αναδιανομή και την κατάκτηση δικαιωμάτων όπως η ελεύθερη παιδεία και υγεία, ο περιορισμός του ωραρίου, τα επιδόματα ανεργίας, οι ελάχιστοι μισθοί και οι περιβαλλοντικοί περιορισμοί. Χωρίς ένα κίνημα, το οποίο δεν θα περιορίζεται στο να ζητά μεγαλύτερη πίτα ή μεγαλύτερο κομμάτι στην πίτα, αλλά θα εκφράζει την απαίτηση για μια ανθρώπινη και δίκαιη οικονομία, αλλά θα είναι διατεθειμένο να ζήσει και με λιγότερα προκειμένου να δει μια τέτοια οικονομία να πραγματώνεται, δύσκολα θα ξεφύγουμε από τη Σκύλλα της λιτότητας και τη Χάρυβδη της Ανάπτυξης, την οποία βιώσαμε στην Ελλάδα πριν την κρίση και μας έφερε εδώ που μας έφερε».
Πώς γίνεται η τεχνολογία να έχει εισβάλλει κυριολεκτικά στους χώρους εργασίας, αλλά οι άνθρωποι να εργάζονται όλο και περισσότερο;
 «Είναι παλαιό το ερώτημα αυτό. Θέλοντας να πικάρει ίσως τον πεθερό του Καρλ Μαρξ, ο Πωλ Λαφάργκ υποστήριζε ότι η εργατική τάξη αντί να ζητάει το δικαίωμα στην εργασία θα έπρεπε να αγωνίζεται για την απελευθέρωσή από την μισθωτή εργασία διεκδικώντας το «δικαίωμά της στην τεμπελιά», το οποίο εκείνη την εποχή μόνο οι καπιταλιστές είχαν. Ο Κέυνς κάποτε είχε προβλέψει ότι με την επερχόμενη πρόοδο στην παραγωγικότητα, την οποία διέβλεψε σωστά, τα εγγόνια του θα δουλεύουν λίγες ώρες την εβδομάδα. Αυτό φάνταζε άμεσο στις αρχές της δεκαετίας του 80 όταν πολλοί ειδικοί προέβλεπαν το «τέλος της εργασίας». Αντ’ αυτού το αντίστροφο συνέβη, και από τότε δουλεύουμε όλο και περισσότερο παρά την πρόοδο της τεχνολογίας, όπως σωστά είπατε. Γιατί; Επειδή η διατήρηση των κερδών απαιτεί να υπάρχουν εργαζόμενοι, ει το δυνατόν φτηνοί, από τους οποίους να αντλείται υπερκέρδος. Αντί να κερδίσουμε ελεύθερο χρόνο, είδαμε να δημιουργείται ένα πλήθος υπηρετικών και υποστηρικτικων επαγγελμάτων για να μας κρατούν όλους απασχολημένους και στην υπηρεσία των λίγων».
Συμπερασματικά; 
«Το ζήτημα είναι αν θα ευοδωθεί κάποια στιγμή η πρόβλεψη του Κέυνς και θα γευτούμε συλλογικά τα φρούτα της τεχνολογικής προόδου δουλεύοντας όλοι όλο και λιγότερο, ή θα επιστρέψουμε στο 19ο αιώνα, με στρατιές ανέργων, απάνθρωπα εργαζομένων μαζών σε υπηρετικά επαγγέλματα, και λίγων πλούσιων τεμπέληδων. Φωνές αντίστασης ενάντια στην επανάκτηση από την αγορά του ελεύθερου χρόνου υπάρχουν, ακόμα και στην Ελλάδα, και εκτείνονται από τα κόμματα της αριστεράς και τα κοινωνικά κινήματα βάσης έως και την εκκλησία. Από αυτούς, και εν τέλει από όλους εμάς εξαρτάται αν σε λίγα χρόνια θα δουλεύουμε 48 και βάλε ώρες την βδομάδα ή 30…».