Κώστας Θ. Καλφόπουλος: «Ούτε θ’ αλλάξει κάτι δραματικά ούτε, όμως, θα μείνουν όλα αμετάβλητα»

» Η Ελλάδα, εγκλωβισμένη στην εσωστρέφειά της, διακατέχεται επί δεκαετίες από το σύνδρομο του «ξένου παράγοντα». Οι περισσότερες πολιτικές δυνάμεις στη χώρα καλλιεργούν το «φάντασμα του καλού ή κακού ξένου», το γνωρίζουμε με τον αμερικανικό παράγοντα («αμερικανοκρατία»), το ζήσαμε με την Ευρωπαϊκή Ένωση (τότε ΕΟΚ) και πρόσφατα με τη Γερμανία (αντιγερμανισμός), ακόμα και με την επίσκεψη Μακρόν». Αυτά αναφέρει μεταξύ άλλων σήμερα ο  Κώστας Θ. Καλφόπουλος,  δημοσιογράφος, ξένος ανταποκριτής και συνεργάτης γερμανόφωνων ΜΜΕ, αναφερόμενος κυρίως στις γερμανικές εκλογές.

-Παράσταση για έναν ρόλο, δηλαδή την της Άνγκελα Μέρκελ, ή ανατροπή των  δημοσκοπήσεων μας επιφυλάσσει η εκλογική αναμέτρηση της  Κυριακής στη Γερμανία; Θα θέλαμε το δικό σας σχόλιο…

«Με όρους θεατρικής παράστασης (υπάρχουν σχετικές μελέτες για τη θεατρικότητα της πολιτικής), θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για «παράσταση για έναν ρόλο», για «μεγάλη πρωταγωνίστρια» κλπ. Τα Μέσα, διεθνώς και στη χώρα μας, αρέσκονται στα «πρόσωπα της πολιτικής», στα «πολιτικά πορτραίτα», γενικά στην προσωποποίηση της πολιτικής. Η κυριαρχία της Άνγκελα Μέρκελ είναι δεδομένη, αλλά όχι αυτονόητη. Όλα τα μέχρι τώρα δεδομένα τής δίνουν την πρωτοβουλία κινήσεων, μέχρι βέβαια τα τελικά αποτελέσματα. Σε αντίθεση με την Ελλάδα, στη Γερμανία, λόγω της αξιοπιστίας και ανεξαρτησίας των εταιριών δημοσκοπήσεων από τα πολιτικά κόμματα και τις κυβερνήσεις, δύσκολα ανατρέπονται στη γενική τους τάση οι προβλέψεις τους (όχι, ότι δημοσκοπήσεις δεν έχουν πέσει έξω παλιότερα). Πονοκέφαλο για τις δημοσκοπήσεις αποτελεί η ακριβής πρόβλεψη για την AfD(«Εναλλακτική για Γερμανία»), αν θα «πιάσει» διψήφιο ποσοστό ή όχι, κι αυτό κυρίως γιατί δεν υπάρχουν προηγούμενα εκλογικά-στατιστικά δεδομένα».

-Ή μήπως το μεγάλο στοίχημα στις εκλογές της Κυριακής είναι η τρίτη  θέση;

«Η τρίτη θέση διεκδικείται από την AfD, τους Φιλελεύθερους (FDP) και την Αριστερά (DieLinke) και λιγότερο από τους «Πράσινους». Από αυτή θα εξαρτηθεί εν πολλοίς και ο νέος κυβερνητικός συνασπισμός, είτε «Μεγάλος» (με την SPD) είτε «Τζαμάϊκα» (με τους Φιλελεύθερους και τους Πράσινους). Είναι, πράγματι, ένα στοίχημα, όπως λέτε, για τα κόμματα αυτά, αλλά και για τις δημοσκοπήσεις, με άγνωστο «Χ» την AfD. Αυτό σχετίζεται με το μικτόεκλογικό (πλειοψηφικό και αναλογικό) και το παγιωμένο πολιτικό σύστημα της χώρας, που προκρίνει τους κυβερνητικούς συνασπισμούς, και δη συνταγματικά καθιερωμένους, με προτεραιότητα στη συναίνεση και, σε αντίθεση με την «ελληνική προχειρότητα», με γραπτές δεσμεύσεις των κυβερνητικών εταίρων («συμβόλαιο συνασπισμού»). Θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη και την εκλογική βάση της AfD, που προέρχεται από τις απώλειες των άλλων κομμάτων, δηλ. την κινητικότητα των ψηφοφόρων, όπως βέβαια ρόλο θα παίξει και το ποσοστό αποχής».

-Θα αλλάξει κάτι ως προς τη χώρα μας, τη Δευτέρα 25 του μηνός, ή όλα  θα είναι ίδια και αμετάβλητα, όποιο αποτέλεσμα και αν προκύψει;

«Ούτε θ’ αλλάξει κάτι δραματικά ούτε, όμως, θα μείνουν όλα αμετάβλητα. Η Ελλάδα, εγκλωβισμένη στην εσωστρέφειά της, διακατέχεται επί δεκαετίες από το σύνδρομο του «ξένου παράγοντα». Οι περισσότερες πολιτικές δυνάμεις στη χώρα καλλιεργούν το «φάντασμα του καλού ή κακού ξένου», το γνωρίζουμε με τον αμερικανικό παράγοντα («αμερικανοκρατία»), το ζήσαμε με την Ευρωπαϊκή Ένωση (τότε ΕΟΚ) και πρόσφατα με τη Γερμανία (αντιγερμανισμός), ακόμα και με την επίσκεψη Μακρόν. Αυτό είναι σαφές δείγμα υπανάπτυξης της χώρας και ανωριμότητας του πολιτικού συστήματος, αλλά και ανασταλτικός παράγοντας για την ευρωπαϊκή συνεργασία ευρύτερα. Δεν υπάρχουν «φιλέλληνες» και «ανθέλληνες» Γερμανοί, και ευρύτερα Ευρωπαίοι πολιτικοί. Η Ελλάδα το πρώτο που πρέπει να ανακτήσει είναι η αξιοπιστία της απέναντι στους Ευρωπαίους εταίρους. Αυτό ήταν εξ αρχής, με την κρίση, και παραμένει μέχρι σήμερα το κύριο πρόβλημα της χώρας.

Φυσικά, ανάλογα με τον συνασπισμό που θα προκύψει, θα αναδειχθούν διαφορετικές απόψεις και προτάσεις γύρω από το «ελληνικό πρόβλημα», αλλού συγκλίνουσες και αλλού αποκλίνουσες, που θα συνεκτιμηθούν στο θεσμικό, συναινετικό πλαίσιο της κυβερνητικής συνεργασίας στη Γερμανία, αλλά και σε διακρατικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Μην περιμένουμε το βολικό «ελληνικό μέσο» που θα μάς απαλλάξει από τις ανειλημμένες υποχρεώσεις μας, όπως συμβαίνει στα καθ’ ημάς. Δεν ασκείται έτσι η πολιτική, ούτε στη Γερμανία ούτε στην Ευρώπη. Εξ άλλου, η Γερμανία έχει άλλες προτεραιότητες σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο».

-Το κλίμα, επτά χρόνια μετά την αρχή της κρίσης, δεν είναι και το  καλύτερο, μεταξύ Ελλάδος – Γερμανίας… Υπάρχει καχυποψία και αμφισβήτηση  ως προς τις προθέσεις κυρίως των γερμανών. Τι φταίει κατά την άποψή σας; Μπορεί να βελτιωθεί;

«Η καχυποψία, η αμφισβήτηση, οι προκαταλήψειςυπάρχουν εκατέρωθεν, δεν είναι αποκλειστικά «γερμανική ευθύνη» ή «ελληνική ιδιοτροπία». Από το «GobackMadameMerkel», στο οποίο πίστεψαν κάποιοι αφελείς, τον Σόυμπλε ως «κακό δαίμονα της Ελλάδας» με τα ναζιστικά σύμβολα, ή τις κυβερνητικές παλινωδίες σχετικά με τις πολεμικές αποζημιώσεις ή τις «συμμαχίες του Νότου» η χώρα δε βγήκε κερδισμένη, για τον απλούστατο λόγο ότι η αντιευρωπαϊκή και αντιγερμανική ρητορική ήταν κενή περιεχομένου και άφησε αδιάφορη την Ευρώπη.

Για το βεβαρημένο κλίμα υπάρχουν πολλοί παράγοντες και ουκ ολίγοι υπεύθυνοι, και στις δύο χώρες, από τους πολιτικούς μέχρι τα ΜΜΕ. Υπάρχει ακόμα η ιστορική επιβάρυνση (Βαυαροκρατία, Κατοχή), τα ελληνο-γερμανικά στερεότυπα, η εκατέρωθεν υπεροψία και δυσπιστία, η γερμανική δυσκαμψία και η ελληνική προχειρότητα, η αδυναμία των πολιτιστικών φορέων και ιδρυμάτων να μεσολαβήσουν ουσιαστικά στον διάλογο, οι αμοιβαίες προκαταλήψεις και η εικόνα που καλλιεργείται εκατέρωθεν γεμάτη από «κλισέ» («εργατικός Γερμανός»-«τεμπέλης Έλληνας», «οι καημένοι Έλληνες»-«οι σκληροί Γερμανοί» και πολλά άλλα). Δυστυχώς, χάθηκε πολύτιμος χρόνος ήδη από τη δεκαετία του ’80, με ευθύνη και των δύο χωρών. Ουσιαστική βελτίωση μπορεί να γίνει μόνο σε βάθος χρόνου, αλλά είναι και θέμα προθέσεων, ουσιαστικού διαλόγου με επιχειρήματα κτλ».

-Χρεοκοπήσαμε τυχαία; Ο «καπιταλισμός των κολλητών» έχει μέλλον στη  χώρα μας;

«Η χρεοκοπία ενός κράτους (οικονομική και, κυρίως η ηθική χρεοκοπία ενός λαού) δεν είναι φυσικό φαινόμενο, όπως οι σεισμοί, και βέβαια διόλου τυχαία. Στην Ελλάδα προετοιμάζαμε μεθοδικά επί 30 χρόνια την χρεοκοπία και τη συνακόλουθη κρίση, και θα χρειαστούν πολλά χρόνια για να βγούμε από αυτές. Το πελατειακό σύστημα πρωτίστως, σε απόλυτα διακομματική βάση, συμφωνία και συνεργασία, παραμένει η αιτία του «κακού», μαζί με τη νεοελληνική νοοτροπία, συχνά επενδεδυμένη σε ιδεολογία, που δεν θέλει αλλαγές και μεταρρυθμίσεις και πάντα «φορτώνει» τις ευθύνες στους «ξένους». Η Ελλάδα έχει μέλλον, αν κατανοήσει πως αυτή η χώρα που ζούμε (και καταστρέφουμε συστηματικά) είναι ο «οίκος» μας και η Ευρώπη η γειτονιά μας. Για τους «κομματικούς κολλητούς» στην Ελλάδα της «μεταπολίτευσης» ο καπιταλισμός είναι το «πιθάρι με το μέλι», της εξουσίας και του χρήματος. Το ζήσαμε επί δεκαετίες, επιβεβαιώθηκε περίτρανα και στις μέρες μας, με «αριστερή διακυβέρνηση» μάλιστα».

*Ο Κώστας Θ. Καλφόπουλος γεννήθηκε το 1956 στον Πειραιά. Σπούδασε κοινωνιολογία, πολιτικές επιστήμες και ιστορία των μέσων και νεότερων χρόνων στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

Από το 1996 ασχολείται με τη δημοσιογραφία. Είναι ανταποκριτής για τα αθλητικά θέματα στη NeueZürcherZeitung και συνεργάτης της εφημερίδας «Καθημερινή» στα πολιτιστικά θέματα. Διετέλεσε μέλος του Δ.Σ. του Συλλόγου Αποφοίτων της ΓΣΑ το διάστημα 2004-2006. Το ίδιο διάστημα εργάστηκε στο Γραφείο Τύπου του Υπουργείου Δικαιοσύνης και αργότερα στο Υπουργείο Επικρατείας. Από το 2015 έχει την ευθύνη των Ιστορικών Εκδόσεων του Συλλόγου.

Είναι μέλος της Ένωσης Ανταποκριτών Ξένου Τύπου (ΕΑΞΤ) και της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας (ΕΛΣΑΛ).

Έργα του: «Στην εποχή της περιπλάνησης» (2000), «Tilt ! Δοκίμιο για το φλίππερ» (2005), «far from veif. 30 χρόνια από το «γερμανικό φθινόπωρο»» (2007), «Καφέ Λούκατς. Budapest Noir» (2008), «Ένα παράξενο καλοκαίρι» (2011) κ.ά..
Ο ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ