Γράφει ο εκπαιδευτικός-συγγραφέας Μάριος Μιχαηλίδης.

Την αγάπη για τα λεξικά μού την μετέδωσε ο μικρασιάτης πάππος μου. Αν βρισκόταν εν ζωή, ασφαλώς θα μειδιούσε μειδίαμα ελαφρύ, ενεργοποιώντας, ταυτόχρονα, την φιλοπαίγμονα διάθεση που τον χαρακτήριζε έως τα έσχατα του βίου του.

Στο ερώτημά μου θα απαντούσε: η λέξη οσφυοκάμπτης είναι πράγματι νεολογισμός. Πρόκειται, δηλαδή, για λέξη κατασκευασμένη, χωρίς αυτούσια ριζική προέλευση. Είναι λέξη σύνθετη και αποτελείται από το ουσιαστικό οσφύς (η), ( η μέση) και το ρήμα (μεταβ.) κάμπτω, (κυρτώνω, λυγίζω).

Έπειτα θα ανέτρεχε στο λεξικό Δημητράκου, εν ριπή οφθαλμού θα εντόπιζε τις λέξεις που συνιστούν το ζητούμενο λήμμα και, Να, δες θα μου έλεγε: οσφύς, γεν. οσφύος, αιτ. την οσφύν: το κατά τους νεφρούς μέρος των νώτων, όπισθεν των κοιλιακών τοιχωμάτων, η μέση. Ευθύς αμέσως θα έβρισκε το ρήμα κάμπτω και θα διάβαζε με συγκαταβατική διάθεση, προκαταλαμβάνοντας τυχόν αντιδράσεις μου για την εμμονή του σε δύσχρηστα για τους νεοτέρους λεξικά άλλων εποχών: ρ. κάμπτω: ποιώ κυρτόν τι, πρότερον ον ευθύ, με άλλα λόγια: κάμνω να λυγίσει κάτι, που προηγουμένως ήταν ίσιο. Και θα συμπλήρωνε: τη λέξη που αναζητείς εντόπισέ την στο “Λεξικό για το σχολείο και το γραφείο” που κάποτε σου χάρισα στα γενέθλιά σου. Και θα συμπλήρωνε υποτίθεται μονολογώντας: ενώ μας περισσεύουν οι λέξεις κάποιοι ασχολούνται με εξυπνακισμούς. Φυσικά, θα παρέκαμπτα την ελαφράν ειρωνεία, γιατί είμαι πλέον πεπεισμένος πως όταν αυτή προέρχεται από μιαν αποδεδειγμένη υπεροχή, καθόλου δεν πρέπει να ενοχλεί.

Οσφυοκάμτης, λοιπόν: ο κάμπτων την οσφύν, αυτός που λυγίζει τη μέση, ο δουλοπρεπής.

Ασφαλώς και το γνώριζα. Γι’ αυτό και καθόλου δεν ένιωσα το συναίσθημα χαράς ή και θριάμβου ακόμη, που επακολουθεί μετά από μια σπουδαία ανακάλυψη. Γιατί τέτοια δεν ήταν. Επρόκειτο απλώς για μια επιβεβαίωση ήσσονος μάλλον σημασίας. Μπορώ μάλιστα να πω ότι μελαγχόλησα. Διότι ο φίλος, πιθανόν από δυσερμήνευτο σύμπλεγμα παρασυρόμενος, αφού με κοίταξε λοξά, έριξε, μετά του απαραιτήτου στόμφου, βόμβαν μεγατόνων, όπως ίσως ο ίδιος πιθανότατα να ενόμιζε. Και μάλιστα ενώπιον τρίτων, πλέον επιφανών και διακεκριμένων. Τωόντι μελαγχόλησα. Και τώρα που επαναφέρω τη σκηνή μπροστά μου, θυμώνω, οργίζομαι. Ακούς εκεί οσφυοκάμπτης! Και μάλιστα από ποιον! Από εκείνον τον πάσι γνωστόν για ιδιότητες, τις οποίες αρέσκεται να αποδίδει σε άλλους! Τον αγνώμονα… εκείνος ξέρει.MARIOS

Οπότε, αγαπημένε πάππε, χωρίς να μου θυμώσετε, παρακαλώ απαντήστε μέσω ενός συμπαντικού σας νεύματος: είναι ή δεν είναι ορθή η ετυμολογία της λέξης δουλόφρων: ο φρονών δουλικώς, αυτός που σκέπτεται σαν δούλος; Και σας παρακαλώ να μου συγχωρήσετε την απρέπεια. Σφογγοκολάριον ποιον αποκαλούμε; Ασφαλώς και πρόκειται περί λογίου –δήθεν- τύπου, μεσαιωνικού-βυζαντινού κατ’ αναλογίαν προς το Σχολάριος, Δρουγγάριος. Αλλά πείτε μου, ω μακαριστέ πάππε, προέρχεται ή όχι η λέξη από το σπόγγος, σφόγγος, σφογγίζω και κώλος (τα κώλα: βλ. Αισχύλου Προμηθεύς: κώλα συγκαλυπτά και μακράν οσφύν) το κάτω από την οσφύν μέρος, το περιέχον τους γλουτούς και την πρωκτικήν χώραν; Η δε κατάληξις –άριος υποδηλώνει ή όχι τον κατέχοντα την ιδιότητα, δίκην αξιώματος ή αυτόν τούτον τον αξιωματούχον, δηλαδή τον εντεταλμένον από αρχήν ανωτέραν να εκπληρώνει κάθε στιγμή τα περιγραφόμενα από τη λέξη καθήκοντά του;

Φυσικά, ο πάππος μου τελεί εν αγνοία για όλα τα ανωτέρω. Ο “φίλος” ελπίζω να έχει κατανοήσει την οργίλη αντίδρασή μου, με την οποία του επιστρέφω τα ίσα. Και κάτι τελευταίο: εύχομαι να αγαπήσει τις λέξεις και τα λεξικά. Έστω κι αν δεν έχει παππού μικρασιάτη…

 

Μετά τιμής