(Παραλογή).
Γράφει ο Σπύρος Νεραϊδιώτης*.

Μάνα με τους εννιά τους γιους και με τη μια την κόρη,
την κόρη την μονάκριβη την πολυαγαπημένη,
την είχες δώδεκα χρονών κι ήλιος δε σου την είδε,
στα σκοτεινά την έλουζες, στ’ άφεγγα τη χτενίζεις,
στ’ άστρα και στον αυγερινό έπλεκες τα μαλλιά της.

Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,
να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Πραματευτής τη γύρευε, πραματευτής τη θέλει,
όπου ’χει πύργους το φλουρί και μόδια το λογάρι.
Οι οχτώ αδερφοί δε θέλανε κι ο Κωσταντίνος θέλει.
– Μάνα μου, ας τηνε δώσουμε την Αρετή στα ξένα,
στα ξένα εκεί που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω
κι αν πάμε εμείς στην ξενιτιά ξένοι να μην περνούμε.
– Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή μ’, άσχημα απολογιέσαι,
αν έρθουν χρόνοι δίσεκτοι και μήνες οργισμένοι
κι αν τύχει κι έρθει θάνατος κι αν τύχει κι έρθει αρρώστια,
αν τύχει πίκρα ή χαρά ποιος πάει να μου τη φέρει;
– Βάζω τον ουρανό κριτή και τους αγίους μαρτύρους,
κι αν τύχει κι έρθει θάνατος κι αν τύχει κι έρθει αρρώστια,
αν τύχει πίκρα ή χαρά και την επιθυμήσεις,
νεκρός αν είμαι ή ζωντανός θα πάω να σου τη φέρω.

Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα
και μπήκε χρόνος δίσεκτος και μήνες οργισμένοι
κι οι οχτώ αδερφοί πεθάνανε κι ο Κωσταντής εχάθη
κι έμεινε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.
Σ’ όλα τα μνήματα έκλαιγε σ’ όλα μοιριολογάει,
στου Κωσταντίνου το μνημειό ανέσπαε τα μαλλιά της.
– Ανάθεμά σε, Κωσταντή, και μύρια ανάθεμά σε,
όπου μου την εξόρισες την Αρετή στα ξένα.
Το τάμα που μου έταξες πότε θα μου το κάνεις;
Έβαλες τον ουρανό κριτή και τους αγίους μαρτύρους,
αν τύχει κι έρθει θάνατος, αν τύχει κι έρθει αρρώστια,
αν τύχει πίκρα ή χαρά θα πας να μου τη φέρεις.
Από το βαριανάθεμα κι απ’ τη βαριά κατάρα,
η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντίνος βγαίνει,
κάνει το σύννεφο άλογο και τ’ άστρο χαλινάρι
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.
Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του,
τη βρήκε που λουζότανε όξω στο φεγγαράκι.
Από μακριά τη χαιρετά κι από κοντά της λέει:
– Άιντε αδερφή μ’ να φύγουμε στη μάνα μας να πάμε.
– Αλίμονο αδερφάκι μου και τι ’ναι τούτη η ώρα;
Αν ίσως είναι για χαρά να στολιστώ και να ’ρθω,
κι αν είναι πίκρα πες μου το να βάλω μαύρα να ’ρθω.
– Έλα Αρετή να φύγουμε κι ας είσαι όπως κι αν είσαι.
Κοντολυγίζει το άλογο και πίσω την καθίζει.
Στη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κελαηδούσαν,
δεν κελαηδούσαν σαν πουλιά μηδέ σα χελιδόνια,
μον’ κελαηδούσαν κι έλεγαν με ανθρώπινη λαλίτσα:
Ποιος είδε τέτοιο θιάμασμα παράξενο μεγάλο,
να περπατούν οι ζωντανοί με τους αποθαμένους;
– Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
– Άσ’ τα πουλιά, Αρετούλα μου, κι ας λένε ό,τι κι αν θέλουν.
Και παρακεί που πήγαιναν κι άλλα πουλιά το λένε:
– Ποιος είδε κόρη όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος;
– Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
– Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης κι ας φωλεύουν.
– Φοβάμαι, αδερφάκι μου, και λιβανιάς μυρίζεις.
– Εχτές προχτές επήγαμε πέρα στον Άη-Γιάννη
και με θυμιάτισε ο παπάς με περισσό λιβάνι.
Και παραμπρός που πήγαινε κι άλλα πουλιά το λένε:
Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος.
Τα άκουσε πάλι η Αρετή, ραγίστηκε η καρδιά της.
– Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
– Πουλάκια είναι, Αρετή, πουλάκια είναι κι ας λένε.
– Πες μου πού είν’ τα κάλλη σου πού είν’ η λεβεντιά σου;
Και τα σγουρά σου τα μαλλιά και τ’ όμορφο μουστάκι;
– Έχω καιρό που αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου.

Αυτού σιμά κι αυτού κοντά, στην εκκλησιά που φτάνουν,
βροντοκοπάει το άλογο κι εχάθη από μπροστά της,
κι ακούει την πλάκα που βροντάει, το χώμα και βουίζει.
Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.
Βρίσκει τον κήπο της γυμνό, τα δέντρα μαραμένα,
βρίσκει το μπάλσαμο ξηρό, το καρυοφύλλι μαύρο,
βρίσκει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα,
βρίσκει την πόρτα ασφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,
και τα πορτοπαράθυρα βαριά μανταλωμένα.
Χτυπάει την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.
– Ποιος είναι αυτός που μου χτυπάει τα πορτοπαραθύρια;
Αν είσαι φίλος να διαβείς κι αν είσαι εχτρός μου φύγε,
κι αν είσαι ο πικροχάροντας άλλα παιδιά δεν έχω,
κι η δόλια η Αρετούλα μου είναι μακριά στα ξένα.
– Σήκω, μανούλα μ’, άνοιξε, σήκω, γλυκιά μου μάνα.
– Ποιος είναι αυτός που μου χτυπάει και με φωνάζει μάνα;
– Άνοιξε, μάνα μ’, άνοιξε κι εγώ είμαι η Αρετή σου.

Άνοιξε κι αγκαλιάστηκαν κι εγλυκοφιληθήκαν,
κι απάν’ στο γλυκοφίλημα αντάμα ξεψυχήσαν.

oreino xorio

Είναι από τις παραλογές της δημοτικής ποίησης και τα πιο παλιά ελληνικά τραγούδια, πριν τον 9ο μ.Χ. αιώνα, στην περιοχή της Μ. Ασίας. Λεγόταν σε πολλές περιοχές πάππου προς πάππου και είχε γίνει προφορική παράδοση και συνήθεια στον καθένα. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην το ξέρουν στα χωριά οι ηλικιωμένες γυναίκες και οι γιαγιάδες να μην το πουν στα εγγόνια, καθώς επίσης σε νυχτερινές μαζώξεις, όπως τα ξεφλουδίσματα, και σε επισκέψεις στα σπίτια κατά τη χειμερινή περίοδο. Είναι από τα δημοτικά ποιήματα που σκορπάει ρίγη συγκίνησης.

*ο Σπύρος Νεραϊδιώτης είναι  χοροδιδάσκαλος, λαογράφος, τα κείμενα είναι από το βιβλίο του  ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΩΝ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ